Γράφει ἡ κα Δήμητρα Δελημιχάλη – Γεωργιάδη, Συγγραφεύς
Ἡ παράδοση δὲν διδάσκεται, μεταδίδεται ἀπὸ μάνα σὲ κόρη, ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί· γι’ αὐτὸ οἱ γονεῖς πρέπει νὰ κρατοῦν τὶς παραδόσεις τῆς φυλῆς τους. Εἶναι μία θυσιαστική καὶ ἀνιδιοτελής ἀγάπη, ἡ συνέχιση τῆς πολιτιστικῆς μας ταυτότητας. Τὰ ἔθιμα κάθε τόπου εἶναι σὰν ἕνα δέντρο. Ὅσο τὸ λιπαίνεις, τὸ ποτίζεις, ἀνθίζει καὶ σοῦ χαρίζει τοὺς ὡραίους καὶ ὑγιεινοὺς καρπούς του. Ὅταν τὸ ξεχάσεις μοιραῖα ξεραίνεται. Τοῦ δέντρου αὐτοῦ οἱ ρίζες εἶναι πολὺ βαθιὰ στὴ γῆ τῆς Ἰωνίας, ὁ κορμός του εἶναι οἱ Ἴωνες ἁπανταχοῦ τῆς γῆς, καὶ τὰ κλαδιά του τὰ παιδιά μας ποὺ γεννιοῦνται καὶ μεγαλώνουν μὲ τὰ ἔθιμά μας. Ὅπως ξέρουμε γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας ὁ χρόνος ἀρχίζει τὸν Σεπτέμβριο, ὁπότε ἡ πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου εἶναι τὸ δωδεκαήμερο τῶν Χριστουγέννων, τῆς Πρωτοχρονιᾶς καὶ τῶν Φώτων.
Χριστούγεννα
Τὰ Χριστούγεννα, ὅπου ἔχουμε τὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μας, ἔχουμε τόσα ἔθιμα ποὺ ἔχουν τὸ δικό τους χρῶμα καὶ τὸ δικό τους τραγούδι. Ὅπως ἀγάλλονται οἱ οὐρανοὶ μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Θεανθρώπου, ἔτσι ἀγαλλιάζουν καὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι προσπαθοῦν νὰ εἶναι χαρούμενοι χωρὶς παράπονο καὶ πίκρα στὴν καρδιά, καὶ τὸ φιλί τῆς ἀγάπης στὰ χείλη τους, ὅπως ἀγάπη ἔφερε ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας, ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία στὴ φάτνη τῆς Βηθλεέμ. Ὅλοι ἐκείνη τὴ νύκτα ἔχουν μία εὐχὴ στὸ στόμα τους: Χριστὸς γεννήθη – Χριστὸ δοξάσατε. Τὰ φῶτα τῶν σπιτιῶν μένουν ἀναμμένα τὸ βράδυ τῶν Χριστουγέννων, γιατί συμβολίζουν τὸ ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, ὅπου ὁδήγησε τοὺς μάγους μὲ τὰ δῶρα τους (Σμύρνα, χρυσό καί λιβάνι). Πρὶν σαράντα ἡμέρες στὶς 21 Νοεμβρίου θὰ πᾶμε τὴν εἰκόνα, ποὺ ἔχουμε γιὰ προστάτη τοῦ σπιτιοῦ μας, στὴν Ἐκκλησία τῆς γειτονιᾶς μας, ὅπου θὰ μπεῖ στὸ ἱερὸ καὶ θὰ λειτουργεῖται ἐπὶ σαράντα ἡμέρες. Μπαίνοντας ὁ Δεκέμβριος ἀρχίζουν τὰ βαψίματα, τὰ ἀσπρίσματα καὶ ἡ γενικὴ καθαριότητα ἀπὸ τὶς στάνες, τὶς αὐλὲς μέχρι τὰ σπίτια μας. Μετὰ βλέπουμε μήπως λείπει κάτι ἀπὸ τὰ τρόφιμα ποὺ θὰ χρειαστοῦν γιὰ τὶς γιορτές, ὥστε νὰ τὸ συμπληρώσουμε. Μία ἑβδομάδα πρὶν τὰ Χριστούγεννα πᾶμε γιὰ ψώνια: ροῦχα, δῶρα γιὰ τὴν οἰκογένεια, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς φίλους καὶ τὰ βαφτιστήρια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς φτωχοὺς τῆς γειτονιᾶς. Δύο ἡμέρες πρὶν σφάζονταν τὰ ζῶα καὶ ἔμπαιναν στὴν παγωνιέρα. Ξημερώματα τῶν Χριστουγέννων ὅλη ἡ οἰκογένεια πήγαινε στὴν Ἐκκλησία νὰ ἀκούσουν τὰ τροπάρια γιὰ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ κοινωνήσουν ὅσοι δὲν εἶχαν μέχρι τότε κοινωνήσει. Τὸ Χριστουγεννιάτικο τραπέζι μὲ τὸ κεντητὸ ἄσπρο τραπεζομάντηλο καὶ τὸ καλὸ σερβίτσιο εἶχε ἐπάνω ὅλα τὰ καλὰ τοῦ Θεοῦ. Μὲς τὴ μέση τοῦ τραπεζιοῦ ἦταν τὸ Χριστόψωμο σὲ σχῆμα στρογγυλό, μικρὸ ἤ μεγάλο, ἀναλόγως τὰ ἄτομα ποὺ θὰ ἦταν ἐκεῖ.
Πηγή: Ἀπὸ τὸ βιβλίον της
«ΜΙΚΡΑΣΙΑ ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!!! 1922-2022»




