Τοῦ π. Νικολάου Λουδοβίκου
Οὐδεὶς ποτὲ στὴν ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα ἀμφέβαλλε πὼς τὰ ἀνθρώπινα φῦλα εἶναι δύο καὶ μόνον. Τὰ πρὸς τοῦτο ἐπιχειρήματα εἶναι συνήθως δύο εἰδῶν: καθαρῶς ὀντολογικὰ ἢ ἐξελικτικά-ὀντολογικά. Τῶν πρώτων παράδειγμα εἶναι οἱ Πυθαγόρειες διδασκαλίες καὶ τῶν δεύτερων ὁ Ἐμπεδοκλῆς, λιγότερο ὁ Παρμενίδης, καὶ βεβαίως ὁ Πλάτων. Ὅσον ἀφορᾶ στοὺς Πυθαγόρειους, ὁ πρῶτος ὀντολογικὸς συμβολισμὸς ποὺ ὁρίζει τὴν ὕπαρξη τῶν δύο φύλων, εἶναι ἡ σύζευξη καὶ διάζευξη περιττοῦ-ἀρτίου στὴν ἀριθμολογία τους· ἔτσι ὁ ἀριθμὸς πέντε θεωρεῖται καὶ ὁ ἀριθμὸς τοῦ γάμου, ἐπειδὴ ἐκφράζει τὴν ἕνωση τοῦ περιττοῦ τρία μὲ τὸ ἄρτιο δύο. Ὁ Ἀριστοτέλης μᾶς παραδίδει περαιτέρω τὰ δέκα ζεύγη τῶν ὀντολογικῶν δυάδων, κατὰ τοὺς Πυθαγόρειους:
«πέρας καὶ ἄπειρον, περιττὸν καὶ ἄρτιον, ἓν καὶ πλῆθος, δεξιὸν καὶ ἀριστερόν, ἄρρεν καὶ θῆλυ, ἠρεμοῦν καὶ κινούμενον, εὐθὺ καὶ καμπύλον, φῶς καὶ σκότος, ἀγαθὸν καὶ κακόν, τετράγωνον καὶ ἑτερόμηκες».
Ἡ ἀπόλυτα δυαδικὴ φυλετικὴ διαφοροποίηση εἶναι ἐδῶ σαφῶς καὶ πρωτογενῶς ὀντολογικοῦ καὶ κοσμολογικοῦ χαρακτήρα. Ἐξελικτικοῦ- ὀντολογικοῦ χαρακτήρα εἶναι ἡ δυο-φυλετικὴ διαφοροποίηση στὴν ἐμβρυολογία τοῦ Παρμενίδη, καὶ κυρίως καὶ θεμελιωδῶς στὸν Ἐμπεδοκλῆ, στὴν Ζωογονία τοῦ ὁποίου, καταρχὰς καὶ μέσῳ μιᾶς πρωταρχικῆς δημιουργικῆς περιστροφῆς, παράγονται ἀναμὶξ μέλη καὶ ὄργανα ζώων ἄσχετα μεταξύ τους, δημιουργώντας ἀρχικὰ τερατώδεις καὶ παράλογες ἑνώσεις ζωωδῶν, ἀνθρώπινων καὶ φυλετικῶν χαρακτηριστικῶν. Τέλος καὶ στὴν κορυφὴ τῆς ἐξέλιξης, ὅπου αὐτὴ λογικοποιεῖται πλήρως, ἐμφανίζονται τὰ δύο καὶ μόνον φῦλα, οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες. Στὸ Πλατωνικὸ Συμπόσιον τέλος, ὁ ἐκτιθέμενος ἀπὸ τὸν Ἀριστοφάνη ἐξελικτικὸς φυλογονικὸς μῦθος ποὺ καταλήγει στὴν δημιουργία τῶν δύο φύλων, περιλαμβάνει, ἐπιδιώκοντας νὰ ἐξηγήσει τὴν ὁμοφυλοφιλία, μιὰ μυθικὴ πρωταρχικὴ φάση, ὅπου τὰ ἀνθρώπινα ὄντα εἶναι διπλᾶ καὶ πανίσχυρα, τὰ δὲ φῦλα εἶναι τότε τρία, τὸ ἄρρεν, τὸ θῆλυ καὶ τὸ ἀνδρόγυνον, ἀποτελούμενα ἀπὸ διπλᾶ μέλη, ἀλλὰ καὶ γεννητικὰ ὄργανα εἴτε ὅμοια, εἴτε ἀνόμοια. Ὅταν ὁ Δίας ἀποφασίζει νὰ διχοτομήσει τὰ ὄντα αὐτά, γιὰ νὰ μὴ κινδυνεύει ἀπὸ τὴν ἰσχύ τους, τότε οἱ μὲν διαθέτοντες διπλᾶ ὅμοια γεννητικὰ ὄργανα ἀναζητοῦν ὁμόφυλους ἐρωτικοὺς συντρόφους, οἱ δὲ διαθέτοντες ἀνόμοια ἑτερόφυλους. Σὲ κάθε ὅμως περίπτωση τὰ γνωστὰ στὴν ἀνθρώπινη πραγματικότητα φῦλα παραμένουν τελικῶς ὀντολογικὰ δύο.
Ἡ ἴδια ἡ σεξουαλικότητα ἄλλωστε θεωρήθηκε ἄκρως ἐπικίνδυνη γιὰ τὸν θεωρητικὸν βίον ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους. Ὅταν ὁ Πυθαγόρας ρωτήθηκε «περὶ ἀφροδισίων», ἀπάντησε ὅτι αὐτά (ἡ σεξουαλικὴ πράξη δηλαδή) εἶναι «βαρέα δὲ πᾶσαν ὥρην καὶ ἐς ὑγίην οὐκ ἀγαθά»· ὅταν δὲ ρωτήθηκε πότε πρέπει κανεὶς νὰ συνουσιάζεται, ἀπάντησε «ὅταν βούλῃ γενέσθαι αὑτοῦ ἀσθενέστερος». Ὁ ἴδιος «οὐδέποτε ἐγνώσθη ἀφροδισιάζων». Ὅσο γιὰ τὸν Ἀντισθένη, εἶναι γνωστὴ ἡ ρήση του «μανείην μᾶλλον ἢ ἡσθείην», ὅπως καὶ ἡ προτροπὴ τοῦ Διογένη πρὸς τὴν «ἡδυτάτη» καταφρόνηση τῶν ἡδονῶν: «καὶ γὰρ αὐτῆς τῆς ἡδονῆς ἡ καταφρόνησις ἡδυτάτη προμελετηθεῖσα, καὶ ὥσπερ οἱ συνεθισθέντες ἡδέως ζῆν, ἀηδῶς ἐπὶ τοὐναντίον μετίασιν, οὕτως οἱ τοὐναντίον ἀσκηθέντες ἥδιον αὐτῶν τῶν ἡδονῶν καταφρονοῦσι» – πρόκειται γιὰ τὸν ἴδιο πού, μαθαίνοντας πὼς ἡ γνωστὴ ἑταίρα Φρύνη ἀφιέρωσε χρυσὸ ἀγαλμάτιο τῆς Ἀφροδίτης στοὺς Δελφούς, πρότεινε γιὰ ἐπιγραφή: «ἀπὸ τῆς τῶν Ἑλλήνων ἀκρασίας» καὶ «ἰδών ποτε νεανίσκον θηλυνόμενον (θηλυπρεπῆ), “οὐκ αἰσχύνῃ”, ἔφη, “χείρονα τῆς φύσεως περὶ σεαυτοῦ βουλευόμενος; Ἡ μὲν γάρ σε ἄνδρα ἐποίησε, σὺ δὲ σεαυτὸν βιάζῃ γυναῖκα εἶναι”». Ὁ Ἐπίκτητος ἄλλωστε προτείνει: «Περὶ ἀφροδίσια εἰς δύναμιν πρὸ γάμου καθαρευτέον· ἁπτομένῳ δὲ ὤν νόμιμόν ἐστι μεταληπτέον (νὰ συνουσιάζεσαι μόνον νομίμως). Μὴ μέντοι ἐπαχθὴς γίνου τοῖς χρωμένοις μηδὲ ἐλεγκτικός· μηδὲ πολλαχοῦ τὸ ὅτι αὐτὸς οὐ χρῇ, παράφερε» (ἐπιπλέον μὴ γίνεσαι φορτικὸς σὲ ὅσους κάνουν χρήση τῶν ἀπολαύσεων αὐτῶν καὶ μὴ τοὺς ἐλέγχεις, οὔτε νὰ ὑπενθυμίζεις συνεχῶς πὼς ἐσὺ δὲν κάνεις χρήση). Παρεμφερῶς ὁ Ἐπίκουρος θεωρεῖ πὼς ἡ συνουσία «δὲν ὠφελεῖ ποτὲ σὲ τίποτε, μακάρι καὶ νὰ μὴ βλάπτει κιόλας». Ὁ Πλάτων ἄλλωστε, ὅπως μαθαίνουμε ἀπὸ τὴν Σούδα, «ἀνθρωπίνου σώματος οὐχ ἥψατο», κάτι ποὺ συστοιχεῖ μὲ τὴν παρατήρησή του στὴν Ἑβδόμη Ἐπιστολὴ πὼς εἶναι ἀδύνατο νὰ κάνει φιλοσοφία κανείς, ἐὰν τρώγει δύο φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ δὲν κοιμᾶται μόνος τὸ βράδυ – ὅσο γιὰ τὴν παιδεραστία, ἡ πρότασή του εἶναι τὸ ἀποκλειστικὰ φιλοσοφικῶς παιδεραστεῖν.
Κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ προσφάτως πρόσεξαν τὴν βαθιὰ δυσανεξία τῶν Ἀρχαίων καταρχὰς πρὸς τὴν ἴδια τὴν σεξουαλικὴ πράξη, ὡς συγγένεια μὲ τὸν θάνατο, ἀπουσία σκέψης καὶ μνήμης καὶ ἀποκλεισμὸ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, ἐφόσον «γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ἡ σεξουαλικὴ δραστηριότητα (τὰ ἀφροδίσια) ἔκανε τὸ ἄτομο ἀνίκανο νὰ ἔχει πρόσβαση, τουλάχιστον προσωρινά, ἂν ὄχι ὁριστικά, στὴν ἀλήθεια», εἶναι ὁ Michel Foucault στὶς παραδόσεις του στὸ Κολλέγιο τῆς Γαλλίας τοῦ 1980-81, μὲ τίτλο Subjectivité et verité, ποὺ ἐκδόθηκαν πρόσφατα. Συνεπῶς «δὲν πρέπει νὰ ἀναζητοῦμε πίσω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, στὸν μῦθο τῆς κλασικῆς Ἑλλάδας, μιὰ ὁρισμένη χρυσὴ ἐποχὴ τῆς σεξουαλικῆς ἐλευθερίας, ὅπου θὰ δινόταν ἀξία σ’αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἔριχνε κατόπιν σὲ ἀνυποληψία ὁ Χριστιανισμὸς ἢ ἐκείνη ἡ περίφημη καὶ πλασματικὴ Ἰουδαιο-χριστιανικὴ παράδοση ποὺ ἐνίοτε ἐπικαλούμαστε. Στὴν κλασικὴ Ἑλλάδα ἀντιλαμβανόμαστε λοιπὸν [… ] μιὰ ριζικὴ δυσπιστία ἔναντι τῶν σεξουαλικῶν πράξεων». Ἀντιθέτως καὶ παραδόξως γιὰ τοὺς τόσους καὶ τόσους ποὺ ἀπὸ ἄγνοια τῶν κειμένων πιστεύουν ἀλλιῶς, «δὲν δηλώνεται πλέον, ἐντὸς τῆς Χριστιανικῆς ἐμπειρίας τῆς σάρκας, ὅτι ἡ σεξουαλικὴ πράξη, ἡ σεξουαλικὴ ἐπιθυμία εἶναι ἀσύμβατη μὲ τὴν ἀλήθεια». Εἶναι σαφὲς μάλιστα πὼς ἡ Χριστιανικὴ θεολογία τῆς Ἐνσάρκωσης ἐπέτρεψε μιὰ σαφῆ ἀνατίμηση τῆς σεξουαλικότητας.
Βεβαίως, καὶ ἀφοῦ πρῶτα ἡ Ἀρχαία σκέψη ἔφθασε, μὲ τὸν Ἱπποκράτη καὶ τὸν Δημόκριτο, νὰ συγκρίνει τὴν σεξουαλικὴ πράξη ὥς καὶ μὲ τὴν ἐπιληψία, κατέληξε, μὲ τὸν Στωικισμὸ βασικά, ὁ ὁποῖος καταρχὴν στηρίζει ἀπόλυτα τὴν ἀγαμία, μὲ τὸν Πλούταρχο κυρίως, σὲ μιὰ ἀποδοχὴ τοῦ γάμου καὶ τῆς σεξουαλικότητας ἐντός του καὶ μόνον καὶ ὑπὸ ὅρους, σημαντικότεροι τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἀπουσία ἡδονῆς καὶ ὑπερβολικῆς ἀπόλαυσης, ἡ κατεύθυνση πρὸς τὴν παιδοποιία καὶ ἡ φιλία καὶ χάρις ἀπὸ μέρους ἀντίστοιχα ἀνδρὸς καὶ γυναικός – καὶ εἶναι βεβαίως, ξανά, ἐκπληκτικὸ ποὺ τὰ παραπάνω ἰδιώματα τοῦ γάμου θεωροῦνται καὶ αὐτὰ ὡς Χριστιανικὸ εὕρημα. Στὴν πραγματικότητα ἡ Χριστιανικὴ θεολογία εἰσήγαγε νέες διαστάσεις στὴν θεωρία γιὰ τὸν γάμο, τὸ φῦλο καὶ τὴν σεξουαλικότητα, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω.
Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖο θεωρῶ πὼς ὑπῆρξε ἡ σημαντικότερη συμβολὴ τοῦ Foucault στὴ συζήτησή μας εἶναι τὸ ὅτι καταδεικνύει τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους οἱ Ἕλληνες ἀπέρριψαν τελικὰ τὴν ὁμοφυλοφιλία, λόγους ποὺ συνδέονται ἀπολύτως μὲ τὴν ἐμμονή τους στὴν ὀντολογικο-βιολογικὴ κατανόηση τῶν (αὐστηρὰ δύο καὶ μόνον) φύλων. Πράγματι, χρησιμοποιώντας κάποια σημαντικὰ κείμενα, ποὺ ἀρχίζουν μὲ τὰ Ὀνειροκριτικὰ τοῦ Στωικοῦ Ἀρτεμίδωρου, δείχνει ὁ Foucault πὼς οἱ Ἀρχαῖοι ἀπέρριψαν τελικὰ τὴν ἀνδρικὴ ὁμοφυλοφιλία ὡς ἀντιποίηση τῆς θηλυκῆς παθητικότητας καὶ τὴν γυναικεία ὁμοφυλοφιλία ὡς ἀντιποίηση τῆς ἀρσενικῆς διείσδυσης. Τὸ πρόβλημα δηλαδὴ μὲ τὴν παιδεραστία, κατὰ τὸν κορυφαῖο Γάλλο στοχαστή (ποὺ ὑπῆρξε ὡς γνωστὸν ὁμοφυλόφιλος ὁ ἴδιος), εἶναι πὼς ὑφίσταται μιὰ ἰσχυρὴ ἀντίφαση, κατὰ τοὺς Ἕλληνες, μεταξὺ τῆς ἐνεργῆς ὑποκειμενοποίησης τοῦ νεαροῦ ἄνδρα καὶ τῆς παθητικῆς του αὐτοδιάθεσης στὶς ὀρέξεις ἑνὸς ἄλλου μεγαλύτερου ἄνδρα: «Ἐξ οὗ ἡ ἀντίφαση, ἐξ οὗ ἡ ἔνταση μεταξὺ τῶν δύο, καὶ ἐξ οὗ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει δεκτὴ ἡ σχέση αὐτή [ἡ παιδεραστική-ὁμοφυλοφιλική] ὡς κάτι ἄμεσο. Οἱ Ἕλληνες τελικὰ δὲν τὴν ἀποδέχθηκαν. Δὲν τὴν ἀποδέχθηκαν, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ τὴν ἀποδεχθοῦν, διότι ἐντὸς τοῦ συστήματος, ἐντὸς τοῦ παιχνιδιοῦ μεταξὺ τῶν δύο μειζόνων ἀρχῶν τῆς ὀργάνωσης, τῆς ἠθικῆς ἀντίληψης, τοῦτες οἱ ἀρχὲς ἀποδείχτηκαν ἀσύμβατες ἔτειναν σὲ διαφορετικοὺς στόχους». Αὐτὸ ποὺ εἶναι ὡστόσο ἐξίσου σημαντικὸ εἶναι τὸ γεγονὸς πὼς πίσω ἀπὸ αὐτὲς τὶς διαδικασίες ὑποκειμενοποίησης εὑρίσκεται μιὰ ἰδιαιτέρως συμπαγὴς ἀντίληψη γιὰ τὴν ὀντολογικὴ αὐτοτέλεια καὶ δομὴ τῶν δύο (καὶ μόνον) φύλων, τῶν ὁποίων οἱ τυχὸν ὁμόφυλες περιπέτειες δὲν ἐπαρκοῦν γιὰ νὰ τὴν ἀνατρέψουν.
Εἶναι ἀπίστευτο τὸ πόσο ἀνέτοιμοι εἶναι πολλοὶ σύγχρονοι νὰ δεχθοῦν τὰ παραπάνω – καὶ φαντάζομαι μάλιστα ὅτι ἐὰν δὲν ἦταν ὁ Foucault ποὺ τὰ ὑποστηρίζει, θὰ ἀπορρίπτονταν πάραυτα καὶ μετὰ βδελυγμίας. Ἀλλὰ ἡ μαρτυρία τῶν κειμένων εἶναι συντριπτική. Τί ὅμως ἔχει συμβεῖ στὸ μεταξὺ ποὺ μᾶς ἔχει τόσο ἐξαγριώσει κατὰ τῆς προφανοῦς αὐτῆς μαρτυρίας;
Πηγή: Περιοδικὸν «Σύναξη», τ. 152 (2019) σ. 19-22.




