Γράφει ὁ κ. Δημήτριος Β. Ἐμμανουήλ, Ἀναγνώστης
Μέρος β΄
Θέμα: Πιστεύω εἰς μίαν «πρότυπον ἐκκλησιαστικὴν πόλιν». Ἡ Ἀλεξανδρούπολις τοῦ Ἀλεξανδρουπόλεως Ἀνθίμου καὶ ἡ Ἀλεξάνδρεια τοῦ (κρυφὸ-Ἀρειανοῦ) ἐπισκόπου Γρηγορίου.
«Ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἐπανορθώση ταχέως τὰς ἰδικάς μας παραλείψεις καὶ δὲν ἀποδώση δικαιοσύνην εἰς τὴν Ἐκκλησίαν [κινδυνεύουν καὶ τὰ δύο· νὰ καταστραφοῦν μετ’ ὀλίγον οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες καὶ ἡ πίστις τῆς Ἐκκλησίας]» (Μέγας Ἀθανάσιος).
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, Χριστὸς Ἀνέστη.
Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἱδρύσεως ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἱδρύματος «Διεθνὲς παρατηρητήριον θρησκευτικοῦ φονταμεταλισμοῦ (=φανατισμοῦ)» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως, ἀναφερθήκαμε, στὸ Πιστεύω τῶν Οἰκουμενιστῶν «Εἰς μίαν πρότυπον ἐκκλησιαστικὴν πόλιν», δηλ. τὴν ἐργαλειοποίηση τῶν πολυπολιτισμικῶν – πολυθρησκευτικῶν πόλεων, τύπου Ἀλεξανδρούπολης μὲ σκοπὸ νὰ πλανήσουν ἐὰν εἶναι δυνατόν τούς «ἐκλεκτοὺς – ἐκλεγμένους» ἄρχοντες μὲ κοσμικὴ ἢ ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, ἐναντίον προσώπων, ἀλλὰ καὶ ὁμάδων (ποὺ στηρίζουν κάποιον ἀγωνιστὴ ἐπίσκοπο ἢ ἱερέα ἢ μοναχὸ ποὺ σαφῶς ἀγωνίζεται ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος).
Ἐπιπλέον ἀναφερθήκαμε στὸν διάδοχο τοῦ Λούθηρου, στὸν μεταρρυθμιστὴ Ἰωάννη Καλβῖνο (1538), ὁ ὁποῖος «Ὠργάνωσε [μίαν] νέαν Ἐκκλησίαν, ὥρισε τοὺς προϊσταμένους καὶ τοὺς κήρυκας καὶ [ἐν τέλει πέτυχε] νὰ μεταβάλη τὴν Γενεύην εἰς μίαν πρότυπον ἐκκλησιαστικὴν πόλιν·», καθὼς «εἶχε μὲ τὸ μέρος του καὶ τοὺς ἄρχοντας τῆς πόλεως», καὶ ΤΟΤΕ ἦταν ποὺ «ἤρχισε νὰ χρησιμοποιῆ τὴν κρατικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ ὑποχρεώση τοὺς κατοίκους νὰ συμμορφώσουν τὴν ζωὴν των σύμφωνα μὲ τὴν χριστιανικὴν διδασκαλίαν, ὅπως τὴν ἐδίδασκε αὐτός… [ΤΟΤΕ λοιπὸν] Ἐξετράπη… εἰς πολλάς ὑπερβολάς καὶ ἤθελε τὰ ὄργανα τῆς πολιτείας νὰ παρακολουθοῦν κατὰ τρόπον ἀστυνομικόν τούς πολίτας καὶ νὰ ἐξακριβώνουν κατὰ πόσον αὐτοὶ ἐζοῦσαν μίαν χριστιανικὴν ζωήν…» [1].
Ὁλοκληρώνοντας τὰ περὶ Καλβίνου τεχνάσματα προσθέτουμε σύντομα ὅ,τι σημειώνει ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου «ΟΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΙ» καὶ ἔχει σχέση μὲ τὸ περὶ «Ἐλευθερίας» κήρυγμα αὐτοῦ: «Ἠκουλούθησε δὲ μίαν τέτοιαν τακτικὴν ἐξαναγκασμοῦ καὶ βίας, διότι παραδέχετο ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἐλεύθερος, δὲν ἔχει ἐλευθερίαν βουλήσεως. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ποὺ ὁ Ἀδὰμ ἐξέκλινεν εἰς τὸ κακόν, ἔλειψε πλέον ἡ ἐλευθερία βουλήσεως ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος»! «Ὅλα αὐτὰ -παρατηρεῖ ὁ Ἰ. Θ. Κολιτσάρας- μαρτυροῦν τὴν ἐπιβολὴν σκληρᾶς δικτατορίας ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγε καὶ ξανὰ-ἔλεγεν ὁ Καλβῖνος, ὅτι πρέπει διὰ τῆς βίας νὰ ὑποχρεώσης τοὺς ἀνθρώπους νὰ δεχθοῦν τὸ καλόν. Ἔφτανε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀσχολεῖται καὶ μὲ τὴν οἰκιακὴν οἰκονομίαν καὶ τὰ ἄλλα ἔργα τοῦ σπιτιοῦ τῶν πολιτῶν. Ὡμιλοῦσεν ἀπὸ τοῦ βήματος «περὶ τῆς καθαριότητος τῶν βοηθητικῶν χώρων καὶ περὶ ἄλλων πραγμάτων (σ.σ. περὶ ἀνακύκλωσης καὶ πράσινης ἀνάπτυξης, περὶ τῆς ἀνάγκης ἀπολυμάνσεως τῶν ἱερῶν Ναῶν σὲ καιρὸ πανδημίας ), περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι καθόλου ἀξιοπρεπὲς νὰ ὁμιλῆ κανείς». Ἀποδεικνύεται πάντοτε ἀληθὲς τὸ λεγόμενον, ὅτι εἶναι μοιραῖον διὰ τοὺς δικτάτορας νὰ θέλουν νὰ κανονίζουν αὐτοὶ τὰ πάντα μέχρι καὶ τῶν τελευταίων λεπτομερειῶν…» (1/σ. 73).
Ο ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ [ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ] ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ
Ἔχοντας κατὰ νοῦ ὅτι· Ἡ ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, προωθεῖ ἔντεχνα τὸν διαθρησκειακὸ διάλογο μέσῳ «Ἐκκλησιαστικῶν Ἱδρυμάτων» της, συμπληρώνουμε ὅ,τι εὔκολα μπορεῖ νὰ διαπιστώσει κάθε καλοπροαίρετος ἀναγνώστης· μέσα ἀπὸ μία δεύτερη ἀνάγνωση τοῦ ἐπ’ Ἐκκλησίᾳ κηρύγματος ἑνὸς λόγιου Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος τιμώντας τὰ Ἐλευθέρια τῆς πόλεως Πτολεμαΐδας (15 Ὀκτωβρίου 2024) μεταξὺ ἄλλων εἶπε: (Φωνὴ ἐπισκόπου Περιστερίου Γρηγορίου)
«Ἡ κοινωνία τῆς Πτολεμαΐδας εἶναι μία κοινωνία ποὺ ἔχει πάρα πολλὲς προελεύσεις… Σ’ αὐτὸν τὸν λαό, σ’ αὐτὸ τὸ ἀμάλγαμα (=κρᾶμα), σ’ αὐτὴν τὴν ὄμορφη κοινωνία διαφορετικῶν προελεύσεων, ἐγὼ γνώρισα ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικὰ μὲ βοήθησαν νὰ ἔχω μία ἐνατένιση ποικίλη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ δέχομαι τὴν ποικιλία καὶ τὴν διαφορετικότητα. Αὐτὸ τὸ τονίζω, γιατί ἦταν ἀπὸ τὰ πρῶτα χαρακτηριστικὰ, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησα σ’ αὐτὸ τὸ κοινωνικὸ σχολεῖο ποὺ λέγεται Πτολεμαΐδα, ἡ πόλη τῆς Πτολεμαΐδας», «Ἐμεῖς ἐδῶ στὴν πόλη τῆς Πτολεμαΐδας ἔχουμε τὴν εὐλογία νὰ εἶναι διαφορετικῶν προελεύσεων ἄνθρωποι καὶ νὰ συμβιοῦν μαζὶ στὴν ἴδια πόλη. Καὶ θὰ τολμήσω», εἶπε, «νὰ πῶ μία λέξη, ἕνα χαρακτηρισμὸ θεολογικό. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ χαρακτηριστικό τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωποι διαφορετικοί. Διαφορετικῶν καταγωγῶν, διαφορετικῶν χρωμάτων, διαφορετικῶν κοινωνικῶν πεποιθήσεων, ὅ,τι διαφορετικότητα στηρίζεται. Ἐκεῖ, θὰ μᾶς ἔχει ὁ Θεὸς στὴν ἀγκαλιά Του…» [2].
Ἀδελφοί, φοβερὸ τὸ ἐπ’ Ἐκκλησίᾳ διαθρησκειακὸ παραλήρημα αὐτοῦ…
Ἰδοὺ μία ἀκόμη πονηρὴ – διαθρησκειακοῦ τύπου ἐνέργεια δύο ἄλλων μεταρρυθμιστῶν (=νέας γενιᾶς) ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ πρώην Πρωτοσύγκελλου Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ νῦν Ἐπισκόπου Φλωρίνης Εἰρηναίου Λαφτῆ καὶ τοῦ Περιστερίου Γρηγορίου Παπαθωμᾶ.
Μπορεῖ ὁ νῦν νεορθόδοξος ἐπίσκοπος τῆς Ἀλεξανδρουπόλεως νὰ πέτυχε (μετὰ ἀπὸ τὴν ἔγκριση τοῦ σχετικοῦ αἰτήματός του, πρὸς τὴν Ἱερὰ ἡμῶν Σύνοδο νὰ συσταθεῖ τὸ ἐν λόγῳ Παρατηρητήριο) νὰ μεταβάλει φανερὰ τὴν Ἀλεξανδρούπολη εἰς μίαν πανθρησκειακὴ πόλη ὀργανωμένη κατὰ τὸ πρότυπο μᾶλλον τῆς «Ἀβραμαϊκῆς» θρησκείας, ἀλλ’ ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἀγνοοῦμε τὸν μεγάλο κίνδυνο πού διατρέχει ἡ πόλη μας, πού εἶναι, Ἡ ἀντιγραφή τοῦ μοντέλου τῆς πολυπολιτισμικῆς Ἀλεξανδρούπολης τοῦ Ἀλεξανδρουπόλεως… Ποῦ; Εἰς τὴν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου Ἐπαρχία (Ἐορδαίας), στὴν Μητρόπολη τοῦ Καντιώτη, εἰς τὴν πόλη τῆς Πτολεμαΐδας!
Α΄. Μετάβασις ἀπὸ τὴν Γενεύην τοῦ Ἰωάννου Καλβίνου εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν τοῦ Ἀρείου (325) καὶ εἰδικότερα τοῦ κρυφὸ-Ἀρειανοῦ ἐπισκόπου Γρηγορίου (339)
Ἂς ἀκούσουμε τώρα τί λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὴν «Ἐγκύκλιο ἐπιστολή» του γιὰ μία ἄλλη «πρότυπον ἐκκλησιαστικὴν πόλιν», αὐτὴν τῆς Ἀλεξάνδρειας, τί λέγει περὶ αἱρετικῶν «Παρατηρητῶν» (ἐνν. πολιτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν), καὶ ἐπιπλέον τόσο γιὰ τοὺς δύο (2) μεγάλους κινδύνους τῆς Ἐκκλησίας (γιὰ τὴν καταστροφὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων ἀλλὰ καὶ τῆς Πίστης τῆς Ἐκκλησίας), ὅσο καὶ περὶ ΒΙΑΣ, περὶ ἐξύβρισης τοῦ ἱερατείου καὶ περὶ διωγμοῦ (ἐνν. τῶν εὐσεβῶν ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς, τὸν ὁποῖο ὁ Ἅγιος, θεωροῦσε ὡς τὸ «μεγαλύτερον δεινόν»…) [3].
1. Η ΣΤΡΟΦΗ (ΑΡΓΑ Ή ΓΡΗΓΟΡΑ ΟΛΩΝ) ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑΝ
Στὴν «Εἰσαγωγὴ» τῆς ἐπιστολῆς βρίσκουμε ἐν συντομίᾳ τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τοῦ διωγμοῦ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ἀπὸ τοὺς φανατικοὺς ὀπαδοὺς τῆς αἵρεσης τοῦ Ἀρείου μὲ τὴ βοήθεια τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας. «Ἐπεδίωξαν – λέγει – πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἀπομακρύνουν τὸν ὀρθόδοξον ἡγέτην… [Ὅμως] Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς προσπαθείας νὰ παρασύρουν τὴν [τότε Ὀρθόδοξη] Ρώμην εἰς τὸν κατὰ τοῦ Ἀθανασίου ἀγώνα ἐστράφησαν εἰς τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν.. Ἐπέτυχαν νὰ σταλῆ ἔπαρχος Αἰγύπτου ὁ Καππαδόκης Φιλάγριος καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐξέλεξαν τὸν συμπατριώτην του Γρηγόριον ὡς ἐπίσκοπον Ἀλεξανδρείας εἰς σύνοδον συνελθοῦσαν εἰς Ἀντιόχειαν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 339. Ὁ Φιλάγριος ἀνέλαβε, συναινοῦντος τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Ἀνατολῆς Κωνσταντίου νὰ ἐπιβάλη τὸν νέον ἀρειανὸν ἐπίσκοπον, ὁ ὁποῖος ἐγκατεστάθη τὴν 22αν Μαρτίου τοῦ 339, ἀφοῦ τέσσαρας ἡμέρας πρότερον ἠναγκάσθη ὁ Ἀθανάσιος νὰ ἐγκαταλείψη τὴν πόλιν, κρυπτόμενος εἰς τὰ πέριξ μέχρι τῆς ἀναχωρήσεώς του διὰ Ρώμην.» [3/σ. 15].
2. Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥΣ
[Ὁ μέγας κίνδυνος νὰ ἐπεκταθῆ ὁ διωγμός, ἀργὰ ἢ γρήγορα πρὸς ὅλους τούς «ἀληθινοὺς» Ἐπισκόπους]
«Εἰς τὰ συμβάντα κατὰ τὴν προετοιμασίαν τῆς εἰσόδου τοῦ Γρηγορίου εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν ἀναφέρεται ἡ Ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐξαπέλυσεν ὁ Ἀθανάσιος πρὸς τοὺς ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐπισκόπους εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσή του… ἡ Ἐπιστολὴ αὐτὴ ἀντιπροσωπεύει τὸ φρόνημα τοῦ μεγάλου ἀγωνιστοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας κατ’ ἄριστον τρόπον».
Ἀδελφοί, ἡ «Ἐγκύκλιος Ἐπιστολὴ» πρὸς τοὺς «ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐπισκόπους» εἶχε ὡς κύριο σκοπὸ νὰ ἀφυπνίσει τοὺς σκοποὺς, ὥστε νὰ ἀναλάβουν δράση «κατὰ τῶν ἀδικούντων» πρὶν εἶναι ΑΡΓΑ. Γιατί; Γιατί κινδύνευαν καὶ ἐκεῖνοι, ἀργὰ ἢ γρήγορα νὰ πάθουν τὰ ἴδια…! Τὸ πάθημα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὁ διωγμὸς δηλαδὴ ἑνὸς ἀληθινοῦ Ἐπισκόπου καὶ ἡ ἀντικατάστασή του (μὲ Συνοδικὸ ἀλλὰ καὶ αὐτοκρατορικὸ «διάταγμα») ἀπὸ ἄλλον ἐπίσκοπο… γίνεται μάθημα γιὰ ὅλους ἐμᾶς! καὶ καλὸ εἶναι νὰ διδαχθοῦν ἀπ’ αὐτὸ κυρίως οἱ ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐπίσκοποι ποὺ σιωποῦν τὰ περὶ τῶν ἁπανταχοῦ τῆς οἰκουμένης οἰκουμενιστικῶν συμβάντων ποὺ σκοπὸ ἔχουν νὰ προετοιμάσουν τὴν τῶν θρησκειῶν ἕνωση καὶ μᾶλλον τὴν εἴσοδο τοῦ Ἀντίχριστου «εἰς τὴν πόλιν τὴν Ἁγίαν»…
(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν «Εἰσαγωγὴ») «Οἱ ἐπίσκοποι – παραλῆπται καλοῦνται νὰ δείξουν ἐνδιαφέρον διὰ τὰ συμβάντα εἰς Ἀλεξάνδρειαν, διότι ἀφοροῦν εἰς τό σύνολον τῆς Ἐκκλησίας·»,
Καὶ ἐντός τῆς Ἐγκυκλίου, ὁ Μέγας Πατὴρ ἡμῶν Ἀθανάσιος σημειώνει: «Τοὺς κατὰ τόπον συλλειτουργούς, ἀγαπητοὺς κυρίους, χαιρετίζει ὁ Ἀθανάσιος ἐν Κυρίῳ. Εἶναι ἀφόρητα ὅσα δεινὰ ἐπάθαμε καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφερθοῦν, ὅπως ἀξίζει· …Κινηθῆτε, λοιπόν, καὶ σεῖς, σᾶς παρακαλῶ, ὡς νὰ ὑπέστητε τὴν ἀδικίαν καὶ σεῖς καὶ ὄχι μόνον ἡμεῖς· (ἐνν. τὸν ἄδικο διωγμό του ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς Ἀλεξάνδρειας τόσο μὲ τὴν πρώτη ἀποστολὴ τοῦ φανερῶς Ἀρειανοῦ ψευδεπισκόπου Πιστοῦ, ὅσο καὶ μὲ τὴ δεύτερη ἀντικατάστασή του ἀπὸ τὸν λυκοποιμένα, κρυφὸ-Ἀρειανὸ ἐπίσκοπο Γρηγόριο)». Καὶ συνεχίζει: «Ἕκαστος [λοιπὸν] ἂς βοηθήση ὡς νὰ ἔχη πάθει αὐτὸς ὁ ἴδιος, διὰ νὰ μὴ καταστραφοῦν μετ’ ὀλίγον οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες καὶ ἡ πίστις τῆς Ἐκκλησίας. Διότι κινδυνεύουν καὶ τὰ δύο, ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἐπανορθώση ταχέως τὰς ἰδικάς μας παραλείψεις καὶ δὲν ἀποδώση δικαιοσύνην εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Ἄλλωστε οἱ κανόνες καὶ τὸ τυπικὸν δὲν ἐδόθησαν τώρα εἰς τὰς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ παραδόθησαν ἀπὸ τοὺς πατέρες μας καλῶς καὶ βεβαίως. Οὔτε ἤρχισε τώρα ἡ πίστις, ἀλλ’ ἔχει φτάσει ἀπὸ τὸν Κύριον διὰ τῶν μαθητῶν του εἰς ἡμᾶς (σ.σ. καὶ ὄχι νὰ λέμε ἀνοησίες ὅτι δῆθεν τὸ Εὐαγγέλιο τὸ ἔκαμε ὁ λαός, ἐννοεῖται ὡς «ἀμάγαλμα-κρᾶμα» διαφόρων θρησκειῶν!). Διά νὰ μὴ ἀπολεσθοῦν, λοιπόν, εἰς τὰς ἡμέρας μας ὅσα ἐτηρήθησαν ἀπὸ τὰς Ἐκκλησίας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι σήμερον καὶ διὰ νὰ μὴ ζητηθοῦν ἀπὸ μᾶς ὅσα μᾶς ἐνεπιστεύθησαν, κινηθῆτε, ἀδελφοί, διότι εἴσασθε «Διαχειρισταὶ τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ (Α΄ Κορ. 4,1) καὶ βλέπετε νὰ τὰ ἁρπάζουν ἄλλοι (σ.σ. ἐννοεῖ τοὺς ἐπισκόπους ποὺ ἐμπορεύονται – ἐξαγοράζουν τὴν τοῦ ἐπισκόπου θέση, ποὺ ὁμοιάζει μὲ «παρατηρητήριο», σύμφωνα μὲ τὰ ὅσα διδάσκει ὁ π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης περὶ δεσποτικοῦ θρόνου.)». Καὶ τώρα τὸ ἕνα καὶ φοβερὸ-ἀφυπνιστικὸ ἐρώτημα τοῦ Πατρὸς πρὸς Ἐπισκόπους… ἕνα ἀληθινὰ «ἐπίκαιρο» ἐρώτημα, ἴσως καὶ «Προφητικό». Ὁ νοῶν νοείτω!
«…Ἆραγε, ἂν ἐκάθησθε σεῖς εἰς τὴν ἐπισκοπικὴν καθέδραν κατὰ μίαν ἐκκλησιαστικὴν σύναξιν καὶ αἰφνιδίως, χωρὶς κάποιαν κατηγορίαν, ἤρχετο κάποιος ὡς διάδοχός σας βάσει ἑνὸς διατάγματος καὶ ἐγίνοντο ὅλα αὐτὰ ἐναντίον καθενὸς ἀπό σᾶς, δὲν θὰ εἴχατε ἀγανακτήσει; Δὲν θὰ εἴχατε τὴν ἀξίωσιν νὰ λάβετε ἐκδίκησιν; [«Ἐκδίκησιν»=συνοδικὴ ἀποκατάσταση τῆς ἀδικίας μέσῳ δίκης καὶ καταδίκης τοῦ αἱρετικοῦ ψευδεπισκόπου, ἐννοεῖται ἀπὸ Ὀρθοδόξους Ἀρχιερεῖς].
Δι’ αὐτὸ εἶναι δίκαιον νὰ ἀγανακτήσετε, διότι, ἂν αὐτὰ ἀντιμετωπισθοῦν διὰ σιωπῆς θὰ ἐπεκταθῆ κατ’ ὀλίγον αὐτὸ τὸ κακὸν καὶ εἰς ἑκάστην τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν καὶ θὰ καταντήση τὸ διδασκαλεῖον μας τοῦ λοιποῦ ἐμπόριον καὶ ἀγοραῖον (=κατώτερης ποιότητας)» [3/σ. 209].
Δηλαδή, ἀδελφοί, αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ προσέξουν οἱ καλοί μας ἐπίσκοποι εἶναι τὸ νὰ μὴ τύχει καὶ σιωπήσουν π.χ. εἰς τὴν κατὰ τοῦ Τυχικοῦ ἀδικία, μὴ τύχει καὶ ἀφήσουν αὐτὸν ἀβοήθητο. Διότι τότε, δύο πράγματα ἔχουν νὰ δείξουν, πρῶτον· «τὸν θεσμὸν τοῦ ἐπισκόπου ὡς ἐμπόρευμα» (σ. 197), ὅτι δηλαδὴ ὑπάρχουν μισθωτοὶ ποιμένες ποὺ δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει ὁ μέγας τοῦ διαχριστιανικοῦ-διαθρησκειακοῦ οἰκουμενισμοῦ κίνδυνος τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ὁ διωγμὸς καὶ ὁ τῶν προβάτων «σπαραγμὸς» (=διαμαρτυρία – πρόσκληση εἰς βοήθειαν λόγῳ καταπάτησης τῶν ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς Ἁγίας Πίστεως ἡμῶν ὑπὸ τῶν νεοαρειανῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων μας). Καὶ δεύτερον· τὸ ὅτι οἱ ὑπηρεσίες τους εἶναι «ἀγοραῖες», δηλ. κατώτερες τῶν περιστάσεων καθὼς κρίνονται (=οἱ σιωπῶντες) ὡς προδότες καὶ λογικὰ ἀνίκανοι-ἀνάξιοι νὰ προφυλάξουν τὰ λογικὰ πρόβατα ἀπὸ τοὺς λύκους (κακοὺς κοσμικοὺς ἄρχοντες) καὶ τοὺς λυκοποιμένες (τύπου ἐπισκόπου Γρηγορίου Ἀλεξανδρινοῦ).
(Φωνὴ Μεγάλου Ἀθανασίου) «Ἔτσι ἔγινε, λοιπόν, ἡ περίφημος ἐγκατάστασις τοῦ Γρηγορίου ἀπὸ τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ τοιούτου εἴδους ἦτο ἡ ἀρχή της. Πόσας δὲ παρανομίας προεκάλεσεν ἡ εἴσοδός του εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν καὶ πόσων κακῶν ἔγινε πρόξενος, δύνασθε νὰ τὸ μάθετε ἀπὸ τὰ γραφόμενα καὶ νὰ ἐρωτήσετε ὅσους παρευρίσκοντο εἰς τὴν πόλιν καὶ νὰ μάθετε. Πράγματι, οἱ πιστοὶ δυσανασχέτησαν καὶ συνεκεντρώθησαν εἰς τοὺς ναοὺς λόγῳ αὐτῆς τῆς μεγάλης καινοτομίας μὲ τὸν σκοπὸν νὰ μὴ ἀναμιχθῆ ἡ ἀρειανικὴ ἀσέβεια μὲ τὴν πίστιν τῆς Ἐκκλησίας.» (σ. 199), «… ὁ [δὲ] περίφημος Γρηγόριος ἀκολουθῶν τὴν διαγωγὴν τοῦ Καϊάφα ἐφέρετο ὡς μεθυσμένος μαζὶ μὲ τὸν Πιλᾶτον, δηλ. τὸν ἔπαρχον, κατὰ τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν·» [3/σ.203].
Β΄. ΦΩΝΗ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ:
«Ἐσχεδίαζαν δὲ νὰ ἐπεκτείνουν τὴν μανίαν τοῦ ὄχλου ταχέως καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ μὲ συλλάβουν καὶ νὰ μὲ φονεύσουν… ἐδραπέτευσα ἐκ μέσου τοῦ πλήθους, ἀφοῦ ἐνεθυμήθην τοὺς λόγους τοῦ Σωτῆρος· «Ἐὰν σᾶς καταδιώκουν εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν, φύγετε εἰς τὴν ἄλλην» (Ματθ. 10,30).
Ἀγαπητοί, σύμφωνα μὲ τὸν ὁλιστικὸ λόγο τοῦ Διευθυντῆ τοῦ ἐν λόγῳ Διεθνοῦς Παρατηρητηρίου κ. Χ. Σταμούλη, Ἡ ἐπιδίωξη τῆς «ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ μὲ τὸ σύνολο τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτείας, καὶ ὁ ἀπὸ κοινοῦ σχεδιασμὸς μίας νέας πορείας…», ἀποσκοπεῖ [δῆθεν] στὸ νὰ ἀναδείξει «Τὰ πολύτιμα ἀγαθὰ τοῦ σεβασμοῦ, τῆς ἀποδοχῆς, τῆς πρόσληψης καὶ τῆς ἀλληλοσυμπλήρωσης καὶ ὡς ἐκ τούτου ὅλων ἐκείνων τῶν πραγματικοτήτων πού ἀποδεικνύουν ὅτι αὐτὰ πού μᾶς ἑνώνουν εἶναι περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ πού μᾶς χωρίζουν» [4].
Ἱκανὰ σχόλια – ἀπαντήσεις στὰ λεχθέντα τοῦ κ. Σταμούλη βρίσκουμε καὶ πάλι στὴν εἰσαγωγὴ περὶ τῆς «Ἐγκυκλίου ἐπιστολῆς» τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου (ἡ ὁποία συντάχθηκε ἀκριβῶς 14 χρόνια μετὰ τὴν ἐν Α΄ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο). Ἐν σχέσει μὲ τὴν ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ὀρθοδόξων μετὰ τῶν «θρησκευτικῶν κοινοτήτων», ἀλλὰ καὶ μετὰ τῶν ἀρχόντων τῆς πολιτείας διαβάζουμε (καὶ ταυτόχρονα ἀναγάγουμε τὸ «χτὲς» στὸ «Σήμερα»):
«Ἡ ἐπάνοδος τοῦ Μ. Ἀθανασίου εἰς Ἀλεξάνδρειαν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μ. Κωνσταντίνου δὲν ἤρεσεν, ὡς ἦτο φυσικόν, εἰς τοὺς Ἀρειανούς. Ἐπεδίωξαν, λοιπόν, πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἀπομακρύνουν τὸν ὀρθόδοξον ἡγέτην…Τὸ διάταγμα περὶ ἀποστολῆς τοῦ Γρηγορίου ὡς ἐπισκόπου ἀρχικῶς κατέπληξε τοὺς ὀρθοδόξους τῆς Ἀλεξανδρείας ἐν συνεχείᾳ δὲ τοὺς ὑπεχρέωσε νὰ λάβουν μέτρα πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ὀρθοδόξων ἐκκλησιῶν. Ὁ ἔπαρχος Φιλάργιος ὅμως ἀπέστειλε κατὰ τῶν ἐγκλεισθέντων εἰς τοὺς ναοὺς ὀρθοδόξων ΑΤΑΚΤΟΝ ΠΛΗΘΟΣ ΕΘΝΙΚΩΝ, ΙΟΥΔΑΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ἐπιτρέψας εἰς αὐτοὺς τὴν λεηλασίαν. …Οἱ Ἀρειανοὶ συνέχισαν ὅμως τὰς ταραχάς, ἕως ὅτου κατέλαβαν ὅλας τὰς ἐκκλησίας τῆς πόλεως. …Εἰς τὰ πλαίσια τῆς ὅλης ἐπιχειρήσεως ἐφρόντισαν νὰ ἐκδοθῆ ὑπὸ τῶν ΕΘΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΕΙΑΝΩΝ (σ.σ. δηλ. ἀπὸ κοινοῦ) ψήφισμα πρὸς τὸν Κωνστάντιον, στρεφόμενον κατὰ τοῦ Ἀθανασίου. Ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν ὀρθοδόξων τῆς Ἀλεξάνδρειας εἶναι οἰκτρά. Ὁ Γρηγόριος προσπαθεῖ παντὶ τρόπῳ νὰ ἐπιβάλη τὸν ἀρειανισμόν, ἀκολουθῶν τὰς ὁδηγίας τοῦ Εὐσεβίου. Πρόκειται περὶ τῆς γνωστῆς εἰς πάντας ἀρειανικῆς τακτικῆς, ὁμοίας πρὸς τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπιδειχθεῖσαν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα εἰρηνεύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπαιτεῖται, λοιπόν, ἐπαγρύπνησις καὶ ἐνεργὸς ἀντίστασις τῶν ἐπισκόπων, διὰ νὰ μὴ ἁλωθῆ ἡ Ἐκκλησία ὑπὸ τῶν Ἀρειανῶν (=Οἰκουμενιστῶν)…» (σ. 15).
(Φωνὴ Μεγάλου Ἀθανασίου) «Τότε ὁ Φιλάγριος… ἔπεισε τοὺς δήμους τῶν ἐθνικῶν, τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς ἀτάκτους μὲ ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐτήρησε μετὰ ταῦτα, τοὺς ἐξαγρίωσε καὶ τοὺς ἐξαπέλυσε κατὰ στίφη μὲ ξίφη καὶ ρόπαλα κατὰ τῶν πιστῶν εἰς τοὺς ναούς. Τὸ τί συνέβη ἐν συνεχείᾳ δὲν εἶναι δυνατὸν ἁπλῶς νὰ εἴπω· διότι οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἱστορηθοῦν ἀξίως, οὔτε νὰ μνημονευθοῦν χωρὶς δάκρυα καὶ θρήνους ἔστω καὶ ὀλίγα·» (σ. 199), «Εἰς δὲ τὸ ἅγιον βαπτιστήριον-ὁποῖον τόλμημα, ἀλλοίμονον!-οἱ φονεῖς τοῦ Κυρίου Ἰουδαῖοι καὶ οἱ ἄθεοι ἐθνικοὶ εἰσήρχοντο ἄνευ προφυλάξεων καὶ ἔπρατταν καὶ ἔλεγαν τόσον αἰσχρὰ πράγματα γυμνοί, ὥστε νὰ ἐντρέπεται κανεὶς νὰ τὰ πεῖ. Ὡρισμένοι ἀσεβεῖς ἄνδρες μάλιστα, μιμούμενοι τὴν πικράν ἐποχὴν τῶν διωγμῶν, συνελάμβαναν παρθένους καὶ ἐγκρατεῖς γυναῖκας, τὰς ἔσυρον διὰ τῆς βίας καὶ τὰς ἐξεβίαζαν νὰ βλασφημήσουν καὶ ν’ ἀπαρνηθοῦν τὸν Κύριον, ἂν δὲ δὲν τὸν ἀπηρνοῦντο τὰς κατέκοπταν καὶ τὰς κατεπάτουν» [3/σ. 201].
Καὶ μετὰ μιλοῦν γιὰ «θρησκευτικὸ φανατισμό», ποιοί; Τὸ ΑΤΑΚΤΟΝ ΠΛΗΘΟΣ ΕΘΝΙΚΩΝ, ΙΟΥΔΑΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, οἱ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ δηλ. τοῦ κ. Σταμούλη…!
1. (ΦΩΝΗ ΣΤΑΜΟΥΛΗ)
«Αὐτὰ πού μᾶς ἑνώνουν (Χριστιανούς, Μωαμεθανοὺς καὶ Ἰουδαίους) εἶναι περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ πού μᾶς χωρίζουν»
Ἀδελφοί, ἔχοντας κατὰ νοῦ τὴν ἀπάντηση τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὸ ἂν οἱ Ἰουδαῖοι εἶχαν πατέρα τους τὸν Ἀβραάμ… ἂς μὴ παραλείψουμε νὰ σημειώσουμε τὰ ὅσα λέγει ὁ νεοφανής «Ἀθανάσιος», ὁ ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης πρὸς καθαίρεση τῶν Σταμουλίων φιλοαρειανικῶν ἐπιχειρημάτων-μεταπατερικῶν δογμάτων, ὅτι δῆθεν «αὐτὰ πού μᾶς ἑνώνουν εἶναι περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ πού μᾶς χωρίζουν».
(Φωνὴ πατρὸς Αὐγουστίνου) «Ἀλλά, τί ἀκούω; Ἕνα ἄλλο παραμύθι. Θὰ ἔλθουν ἡμέρες, καὶ ἦλθαν αὐτὲς οἱ μέρες, ποὺ θὰ ποῦνε· εὐτυχισμένοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν αὐτιά, γιὰ νὰ ἀκοῦνε καὶ μάτια γιὰ νὰ βλέπουν. Θὰ ἀκούσωμε τέτοια πράγματα στὴ γῆ, ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ προτιμοῦσε νὰ μὴ ἔχει αὐτιά. Ἄκουσα τὶς ἡμέρες αὐτὲς νὰ λένε· Μὰ γιατί τόσο πολὺ ἐπιμένετε. Καλὰ καὶ προτεστάντες καὶ φράγκοι ἀπὸ τὰ 1000 πράγματα στὰ 990 συμφωνᾶτε, στὰ 10 δὲν συμφωνᾶτε· γιατί εἶστε τόσο σκληροί, γιατί βλέπετε αὐτὰ ποὺ δὲν συμφωνοῦμε καὶ δὲν βλέπετε αὐτὰ πού συμφωνοῦμε; Ἂς παραβλέψουμε αὐτὰ ποὺ δὲν συμφωνοῦμε καὶ ἂς ἑνωθοῦμε, γιὰ νὰ γίνουμε μία ἀδελφότης καὶ «μία ποίμνη καὶ εἷς ποιμήν».
Ὁ λογισμὸς αὐτός, ἀδελφοί μου, σᾶς ἐξομολογοῦμαι δημοσίᾳ, καὶ ἐμένα στὴν ἀρχὴ μὲ συνεκλόνισε. Προχθὲς ὅμως ἐδιάβασα τὸν Μέγα Ἀθανάσιο καὶ δίδει ἀπάντησι στὸ ἐπιχείρημα αὐτό, ποὺ ἠκούετο, καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀρειανισμοῦ. Διότι ἔλεγαν εἰς τὸν Μέγα Ἀθανάσιο·
-Μὰ συμφωνοῦμε· καὶ τὴν βάπτισι παραδεχόμεθα, καὶ τὰ μυστήρια παραδεχόμεθα, καὶ τὰ πάντα παραδεχόμεθα. Ἂς ἑνωθοῦμε λοιπόν, καὶ νὰ παραβλέψωμε τὰ σημεῖα τῆς διαφορᾶς. Τί ἀπαντᾶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος; Ἀκοῦστε τὸ παράδειγμά του καὶ θαυμάστε τὴν σοφία τοῦ ἀνδρός.
-Ἀκοῦστε, λέει, τὴν πονηριὰ ποὺ μᾶς κάνουν. Εἶνε, σὰν νὰ ὑποθέσουμε, ὅτι ἔχεις ἄνθρωπο στὸ σπίτι σου καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ πέση ἄρρωστος στὸ κρεβάτι καὶ νὰ ἔχη πόνο ἐδῶ στὰ στήθη καὶ νὰ πονάη καὶ νὰ βογγάη. Τὰ μάτια του εἶνε ἐν τάξει. Τ’ αὐτιὰ του εἶνε ἐν τάξει, ἡ καρδιὰ του εἶνε ἐν τάξει, τὰ πόδια του εἶνε ἐν τάξει, τὰ χέρια του εἶνε ἐντάξει, ἀλλὰ ἔχει ἕνα πόνο ἐδῶ στὰ στήθη. Καλεῖ τὸν γιατρὸ καὶ ὁ γιατρὸς κάθεται κοντὰ στὸν ἄρρωστο καὶ λέει· Τί ὡραῖα μάτια ἔχει αὐτὸς ὁ ἄρρωστος! Τί ὡραῖα χέρια καὶ πόδια ἔχει ὁ ἄρρωστος! Τί γερὴ καρδιὰ ἔχει αὐτὸς ὁ ἄρρωστος! Μά, χριστιανέ μου, δὲν σὲ καλέσαμε γιὰ τὰ γερὰ μέρη τοῦ σώματος. Ἐδῶ τί γίνεται· αὐτὸς ὁ πόνος μπορεῖς νὰ μᾶς πῆς ποῦ ὀφείλεται; Ἄ, λέει (ὁ μέγας Ἀθανάσιος).Ἔτσι κάνουν καὶ αὐτοί, παραβλέπουν τὶς πληγές. Ἀλλά, ἄνθρωπε, ἕνα σπυράκι βγάζεις, καὶ τρέχεις καὶ φοβᾶσαι, μήπως τὸ σπυράκι αὐτὸ μία μέρα σὲ διαλύση καὶ σὲ ὁδηγήση στὸν θάνατο. Ἕνα σπυράκι, ἕνα σφάλμα, μία παρεκτροπή ἀπό τήν πίστι, εἶναι μεγάλο πρᾶγμα.
Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέξωμε, λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, νὰ κρατήσωμεν ἀκεραίαν τὴν πίστιν ἡμῶν.» [5].
(Συνεχίζεται)
Σημειώσεις:
[1] «ΟΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΙ», ΙΩΑΝΝΟΥ Θ. ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ, Ἔκδοσις Δευτέρα, ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ Η «ΖΩΗ», Σελ. 55-80 [2] youtube.com [3]ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, «Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΡΓΑ 9», ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ’’ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (1976) [4] «Ὁ Ἄνθιμος Ἀλεξανδρουπόλεως, τὸ “Διεθνὲς Παρατηρητήριο Θρησκευτικοῦ Φονταμενταλισμοῦ”, οἱ Ἑβραῖοι καὶ ἄλλα.» sitostheou.wordpress.com [5] “ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ”, Φλώρινα 2007, Ἐκδόσεις: Ἀνδρονίκη Π. Καπλάνογλου, Σελ. 50-51




