Ὁ «Νέος Ἀρχιμανδρίτης»: Ἐκκλησιολογικὴ ἔκπτωσις τῶν θεσμῶν

Share:

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτου, θεολόγου

   Καθὼς πλησιάζει ἡ τακτικὴ σύγκληση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ παρασκήνιο βρίθει ἀπὸ ἔντονες ζυμώσεις καὶ διαρροές. Στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος δὲν βρίσκονται μείζονα θεολογικὰ προβλήματα, οὔτε ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας σὲ μιὰ ραγδαῖα ἐκκοσμικευμένη κοινωνία, ἀλλὰ ὁ συνήθης, πλὴν νοσηρός, διαμοιρασμὸς ὀφφικίων καὶ προαγωγῶν. Ἡ φημολογία ποὺ κυκλοφορεῖ στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς διαδρόμους προαναγγέλλει ἕνα ἀκόμη καταιγισμὸ ἐκλογῶν βοηθῶν ἐπισκόπων — φῆμες μάλιστα κάνουν λόγο γιὰ διψήφιο ἀριθμὸ νέων τιτουλαρίων.

   Ὁ θεσμὸς τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων ἀποτελεῖ μιὰ θεολογικὴ καὶ κανονικὴ ἀνωμαλία, μιὰ σοβαρότατη ἐκκλησιολογικὴ ἀλλοίωση, ποὺ δὲν ἐξυπηρετεῖ καμία οὐσιαστικὴ ποιμαντικὴ ἀνάγκη στὶς ἡμέρες μας. Ἀντίθετα, λειτουργεῖ ἀποκλειστικὰ ὡς ὄχημα ἱκανοποίησης τῆς προσωπικῆς ματαιοδοξίας ἀρχιμανδριτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνυπομονοῦν νὰ φορέσουν στὸ κεφάλι τους τὴν ἀρχιερατικὴ μίτρα, μετατρέποντας τὸν τρίτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης σὲ ἐπαγγελματικὸ ἔπαθλο.

   Γιὰ νὰ κατανοηθεῖ τὸ μέγεθος τῆς στρέβλωσης, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐπιστρέψουμε στὶς αὐθεντικὲς ρίζες τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας. Στὴν πρώιμη Ἐκκλησία, ὅπως τὴν συνόψισε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατὴ κεφαλὴ τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ἡ ἔννοια τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὴν Τοπικὴ Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχει «ἀπόλυτος» ἢ «περιπλανώμενος» ἐπίσκοπος.

  Ὁ 6ος Κανόνας τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος (451 μ.Χ.) εἶναι κατηγορηματικὸς καὶ ἀνεπίδεκτος παρερμηνειῶν:

   «Μηδένα δὲ ἀπολύτως χειροτονεῖσθαι, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον, μήτε ὅλως τινὰ τῶν ἐν ἐκκλησιαστικῷ τά-γματι, εἰ μὴ ἰδικῶς ἐν ἐκκλησίᾳ πόλεως, ἢ κώμης, ἢ μαρτυρίῳ, ἢ μοναστηρίῳ, ὁ χειροτονούμενος ἐπικηρύττοιτο. Τοὺς δὲ ἀπολύτως χειροτονουμένους ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος ἄκυρον ἔχειν τὴν τοιαύτην χειροθεσίαν, καὶ μηδαμοῦ δύνασθαι ἐνεργεῖν, ἐφ᾿ ὕβρει τοῦ χειροτονήσαντος».

   Ἡ χειροτονία ἐπισκόπου χωρὶς ποίμνιο, χωρὶς συγκεκριμένη τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὴν κεφαλή, ἀποτελεῖ κανονικὸ παράπτωμα. Ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος δὲν ἔχει δικό του ποίμνιο, δὲν ἔχει ἐπισκοπικὴ ἕδρα, οὔτε μνημονεύεται ὡς ὁ κανονικὸς ποιμενάρχης τοῦ τόπου. Φέρει ἕνα ψευδώνυμο τίτλο μιᾶς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης ἐπισκοπῆς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Θράκης ἢ τῆς Πελοποννήσου — μιὰ ἱστορικὴ μνήμη ποὺ ἀντὶ νὰ ἐμπνέει δέος καὶ κατάνυξη, εὐτελίζεται ὡς διπλωματικὸ προσωπεῖο, γιὰ νὰ καλυφθεῖ ἡ ἔλλειψη πραγματικῆς δικαιοδοσίας.

  Ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἰσήχθη ὡς διοικητικὴ διευκόλυνση (ἰδίως στὴ Δύση καὶ ἀργότερα ἐκκοσμικευμένα στὴν Ἀνατολή), δημιουργώντας ἕνα πρωτοφανὲς παράδοξο: ἕνα ἀρχιερέα-ὑπάλληλο, ὑποτα-γμένο στὴν διοικητικὴ ἐξουσία ἑνὸς ἄλλου ἀρχιερέα. Ἕνα ἐπίσκοπο ἀπογυμνωμένο ἀπὸ τὴν εὐχαριστιακή του αὐθεντία, ποὺ λειτουργεῖ ἁπλῶς ὡς ἐκπρόσωπος, τελετάρχης ἢ γραφειοκράτης διεκπεραιωτὴς τοῦ κυριάρχου Μητροπολίτη.

  Ἡ σημερινὴ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση ἀποτελεῖ τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς μακρᾶς πορείας ἐκφυλισμοῦ τῶν ἐκκλησιαστικῶν βαθμῶν. Tὸ φαινόμενο ξεκίνησε δεκαετίες πρὶν μὲ τὴν πλήρη ἀλλοίωση τοῦ ὀφφικίου τοῦ Ἀρχιμανδρίτου.

  Ἱστορικὰ καὶ κανονικά, ὁ Ἀρχιμανδρίτης εἶναι ὁ ἐπικεφαλῆς μιᾶς μάνδρας, δηλαδὴ ὁ ἡγούμενος μιᾶς μοναστικῆς ἀδελφότητας. Ἦταν τίτλος ποὺ συνδεόταν ἄρρηκτα μὲ τὸν μοναχισμό, τὴν ἄσκηση, τὴν πνευματικὴ πατρότητα καὶ τὴν κοινοβιακὴ ζωή. Στὸν ἑλλαδικὸ ἐκκλησιαστικὸ χῶρο, ὡστόσο, καθιερώθηκε ἡ ἀπαράδεκτη συνήθεια νὰ ἀπονέμεται ὁ τίτλος τοῦ Ἀρχιμανδρίτου συλλήβδην σὲ κάθε ἄγαμο κληρικό, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ἔχει πατήσει ποτὲ τὸ πόδι του σὲ μοναστήρι.

  Ἡ ἀπονομὴ αὐτὴ δὲν βασίζεται στὴν πνευματικὴ πρόοδο ἢ τὴν ἡγουμενία, ἀλλὰ λειτουργεῖ ὡς «κοινωνικὸ παράσημο». Ὁ ἄγαμος κληρικός, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἐπέλεξε τὴν ἀγαμία, ἀπολαμβάνει ἄμεσα μιὰ τεχνητὴ ἀνωτερότητα ἔναντι τοῦ ἔγγαμου ἐφημερίου, ὁ ὁποῖος πολλὲς φορὲς σηκώνει τὸ πραγματικὸ βάρος τῆς ἐνορίας.

  Αὐτὸς ὁ πληθωρισμὸς ὁδήγησε ἀναπόφευκτα στὴν πλήρη ἀπαξίωση τοῦ τίτλου. Σήμερα, σχεδὸν κάθε ἄγαμος ἱερέας φέρει τὸ ὀφφίκιο τοῦ Ἀρχιμανδρίτου. Καὶ ὅπως συμβαίνει σὲ κάθε πληθωριστικὸ σύστημα, ὅταν ἕνας τίτλος διανέμεται ἀφειδῶς, χάνει τὴν ἀξία του. Οἱ ἄγαμοι κληρικοὶ δὲν μένουν πλέον ἱκανοποιημένοι μὲ τὸ νὰ ἀποκαλοῦνται ἀρχιμανδρίτες. Δὲν τοὺς ἀρκεῖ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο καὶ ὁ ἐπιστήθιος σταυρός. Tὸ κατεστημένο ἔπρεπε νὰ ἀνακαλύψει τὸ ἑπόμενο στάδιο ἐπιβράβευσης: ὁ Βοηθὸς Ἐπίσκοπος εἶναι πλέον ὁ νέος Ἀρχιμανδρίτης.

  Ἡ τάση αὐτὴ μετατρέπει τὴν ἱερωσύνη σὲ μιὰ καριερίστικη κλίμακα, ὅπου τὸ ἑπόμενο «λογικὸ βῆμα» μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια ὑπηρεσίας στὴν πρωτοσυγκελλία ἢ σὲ κάποιο γραφεῖο εἶναι ἡ ἐπισκοποποίηση. Ἡ εἴσοδος στὸν ἀρχιερατικὸ βαθμὸ δὲν ἀντιμετωπίζεται πλέον ὡς σταυρὸς μαρτυρίου καὶ θυσιαστικῆς διακονίας, ἀλλὰ ὡς ἡ φυσικὴ προαγωγὴ ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιωματούχου.

  Οἱ πληροφορίες γιὰ τὴν ἐπικείμενη συνεδρίαση τῆς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας καὶ τὴν μαζικὴ ἐκλογὴ διψήφιου ἀριθμοῦ βοηθῶν ἐπισκόπων συν­ιστοῦν πρόκληση γιὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Δημιουργεῖται εὐλόγως τὸ ἐρώτημα: ποία ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν δημιουργία μιᾶς στρατιᾶς τιτουλαρίων ἀρχιερέων σὲ μιὰ χώρα μὲ περιορισμένη γεωγραφικὴ ἔκταση καὶ δεδομένο πληθυσμό;

Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὠμή:

  • Ἱκανοποίηση Μητροπολιτικῶν Στρατοπέδων: Οἱ βοηθοὶ ἐπίσκοποι ἐκλέγονται συχνὰ ὡς ἀντάλλαγμα ἰσορροπιῶν ἐντὸς τῆς Ἱεραρχίας. Μητροπολίτες ζητοῦν βοηθοὺς, γιὰ νὰ ἰσχυροποιήσουν τὴν ἐπιρροή τους, νὰ ἐξασφαλίσουν ψήφους γιὰ τὸ μέλλον ἢ ἁπλῶς γιὰ λόγους προσωπικοῦ γοήτρου, θεωρώντας ὅτι ἕνας βοηθὸς τοὺς προσδίδει αἴγλη ἀνάλογη μὲ ἐκείνη ἑνὸς πατριάρχη.
  • Κολακεία τῆς Ἀτομικῆς Ματαιοδοξίας: Ἀρχιμανδρίτες ποὺ κινοῦνται στοὺς ἀρχιεπισκοπικοὺς καὶ μητροπολιτικοὺς διαδρόμους πιέζουν φορτικὰ γιὰ τὴν προαγωγή τους. Tὸ ὄνειρο δὲν εἶναι ἡ ποιμαντικὴ διακονία τῶν ἀπόρων, τῶν ἀσθενῶν ἢ τῶν νέων, ἀλλὰ ἡ εἴσοδος στὸ ἱερὸ βῆμα μὲ πατερίτσα, δικηροτρίκηρα, μανδύα καὶ κυρίως τὴν χρυσοποίκιλτη μίτρα.

  Ὁ θεσμὸς οὔτε τιμᾶται οὔτε τελειοποιεῖται. Ἡ μαζικὴ παραγωγὴ βοηθῶν ἐπισκόπων δὲν ἀποτελεῖ «τελείωση» τοῦ ἀξιώματος, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτη γελοιοποίησή του. Ὅταν μιὰ ἐκκλησιαστικὴ σύνοδος παράγει ἐπισκόπους, στερεῖ ἀπὸ τὸ ἀρχιερατικὸ λειτούργημα τὴν ἱερότητα καὶ τὸ βάρος του.

  «Τελείωση» στὴν ὀρθόδοξη θεολογία σημαίνει τὴν πρα-γμάτωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ τὴν διακονία τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Tὸ νὰ ἀπονέμεται ὁ ἐπισκοπικὸς βαθμὸς ὡς τιμητικὸς τίτλος χωρὶς ποίμνιο, χωρὶς εὐχαριστιακὴ κοινότητα, χωρὶς εὐθύνη τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τὴν ἐπιτομὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης. Ὁ ἐπίσκοπος παύει νὰ εἶναι ὁ «πατέρας» μιᾶς ἐπαρχίας καὶ μετατρέπεται σὲ ἕνα «βοηθὸ πολυτελείας», ἕνα ἐκκλησιαστικὸ ἀκόλουθο ποὺ ἀναλώνεται σὲ πανηγύρεις, μνημόσυνα καὶ δημόσιες σχέσεις.

Ἡ πρακτικὴ αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα ἐσωτερικὸ θεολογικὸ πρόβλημα γιὰ εἰδικούς, ἀλλὰ ἔχει ἄμεσες καὶ καταστροφικὲς ἐπιπτώσεις στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας:

  • Θεσμικὴ διαβάθμιση καὶ παπικὴ πυραμίδα: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι εἶναι ἴσοι κατὰ τὴ χάρη τῆς ἀρχιερωσύνης. Ὡστόσο, ἡ δημιουργία μιᾶς κάστας «βοηθῶν» εἰσάγει μιὰ de facto διαβάθμιση. Ὑπάρχουν οἱ «πλήρεις» ἐπίσκοποι (οἱ κυρίαρχοι Μητροπολίτες μὲ δικαίωμα ψήφου στὴ Σύνοδο) καὶ οἱ «μειωμένοι» ἐπίσκοποι (οἱ βοηθοί, ποὺ δὲν ἔχουν ψῆφο καὶ ἐξαρτῶνται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν διάθεση τοῦ προϊσταμένου τους). Αὐτὴ ἡ ἱεραρχικὴ πυραμίδα παραπέμπει ἄμεσα στὴν δυτική, παπικὴ ἀντίληψη περὶ διοίκησης καὶ ἀπέχει ἀπὸ τὴν συνοδικότητα τῆς Ἀνατολῆς.
  • Πικρία καὶ ἀπαξίωση τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου: Ὁ ἔγγαμος ἱερέας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ραχοκοκκαλιὰ τῆς ἑλληνικῆς ἐνορίας, βλέπει νεαροὺς ἄγαμους κληρικοὺς χωρὶς ποιμαντικὴ ἐμπειρία νὰ προβιβάζονται ἀστραπιαῖα. Ἀρχικὰ γίνονται ἀρχιμανδρίτες τὴν ἡμέρα τῆς χειροτονίας τους καὶ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἐπίσκοποι, ἀπαιτώντας τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ὑποταγὴ κληρικῶν ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πατέρες τους. Αὐτὸ καλλιεργεῖ αἰσθήματα πικρίας, ἀδικίας καὶ ἀπαξίωσης στὸν ὑπόλοιπο κλῆρο.
  • Σκανδαλισμὸς τοῦ λαοῦ: Ὁ λαὸς παρακολουθεῖ μὲ ἀπογοήτευση μιὰ Ἐκκλησία ποὺ δείχνει νὰ ἀσχολεῖται πρωτίστως μὲ τὶς στολές, τὰ ὀφφίκια καὶ τὶς θέσεις ἐξουσίας. Σὲ καιροὺς βαθιᾶς κοινωνικῆς καὶ πνευματικῆς κρίσης, ἡ εἰκόνα δεκάδων νέων ἐπισκόπων ποὺ περιφέρονται χωρὶς συγκεκριμένο ἔργο ἐπιβεβαιώνει τὴν κατηγορία περὶ ναρκισσισμοῦ καὶ ἐσωστρέφειας τῆς ἱεραρχίας.

Ἡ ἐπικείμενη σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας βρίσκεται μπροστά σὲ μιὰ κρίσιμη εὐθύνη. Ἐὰν ἐπιβεβαιωθοῦν οἱ φῆμες γιὰ τὴν μαζικὴ ἐκλογὴ διψήφιου ἀριθμοῦ βοηθῶν ἐπισκόπων, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐπισφραγίσει γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν ὑποταγή της στὸν ἐκκλησιαστικὸ καταναλωτισμὸ τίτλων.

Ἡ θεολογικὴ συνείδηση ἐπιτάσσει τὴν ἄμεση ἀναστολὴ καὶ κατάργηση τοῦ θεσμοῦ τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων. Ἐὰν μιὰ Μητρόπολη εἶναι πράγματι τόσο μεγάλη ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ διοικηθεῖ ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπο, ἡ κανονικὴ λύση δὲν εἶναι ὁ διορισμὸς ὑποτακτικῶν ἀρχιερέων, ἀλλὰ ὁ τεμαχισμός της σὲ μικρότερες, ζωντανὲς ἐπισκοπές, ὥστε ὁ ἐπίσκοπος νὰ βρίσκεται σὲ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὸ ποίμνιό του.

Ὅσο ὅμως ἡ Ἱεραρχία ἐπιλέγει νὰ διατηρεῖ ὑδροκέφαλες μητροπόλεις καὶ νὰ διανέμει ἐπισκοπικοὺς τίτλους ὡς φιλοδωρήματα σὲ ἀρχιμανδρίτες, τόσο ὁ θεσμὸς τοῦ ἐπισκόπου θὰ ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὴν θεολογική του αἴγλη. Ἡ μίτρα στὸ κεφάλι δὲν χαρίζει ἁγιότητα, οὔτε θεραπεύει τὴν ἔλλειψη ποιμαντικοῦ ζήλου. Tὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνει εἶναι νὰ καθιστᾶ ὁρατὴ σὲ ὅλους τὴ ματαιοδοξία μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας ποὺ ξέχασε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦλθε, γιὰ νὰ διακονηθεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ διακονήσει.

  Next Article

Ἐνοριακά κενά