Τὸ ἱστολόγιον “aktines. blogspot.com” τῆς 10ης Φεβρουαρίου 2025 σημειώνει σχετικῶς μὲ τὴν διδασκαλίαν τοῦ ὁσίου Γέροντος Ἐφραὶμ τοῦ Ἀριζονίτου διὰ τὴν ταπείνωσιν τὰ ἑξῆς:
«Διὰ τῆς ταπεινώσεως γίνεται ἡ συντομωτέρα ἐπαφὴ μὲ τὸ θεῖον … Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος, ἐπισκεφθείς τοὺς πατέρας τοῦ ὄρους τῆς Νιτρίας, ἠρώτησε τὸν Πρῶτον τοῦ Ὄρους: «Τί εὗρες, πάτερ, πλέον ἐν τῇ ὁδῷ ταύτῃ τῆς ἀσκήσεως;». Καὶ ἀπαντᾶ ὁ ὅσιος: «Τὸ μέμφεσθαι ἑαυτὸν πάντοτε». «Ὄντως, ἀπήντησεν ὁ Θεόφιλος, οὐκ ἔστιν ἄλλη συντομωτέρα ὁδὸς πρὸς τὸν Θεὸν ὡς αὕτη». … Διὰ τῆς ταπεινώσεως γίνεται ἡ συντομωτέρα ἐπαφὴ μὲ τὸ θεῖον, διότι λέγει ὁ Χριστός μας: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11,29). Ἡ ἀνάπαυσις τῆς ψυχῆς, εἶναι τὸ γνησιώτερον γνώρισμα τῆς ὑγιοῦς ψυχῆς. … Πνευματικὴ πρόοδος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰ μὴ ταπεινοφροσύνης κατάκτησις. … Ἡ ταπείνωσις εἶναι ἀρετὴ θαυμασία, πού εὐωδιάζει ἐκεῖνον πού τὴν ἔχει. Ὁ ἔχων ταπείνωσιν ἔχει καὶ ὑπακοήν, ἀγάπην, ὑπομονὴν καὶ κάθε ἀρετήν».
[Ἀπὸ τὸ βιβλίο ΠΑΤΡΙΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΑΙ Γέροντος Ἐφραίμ, Καθηγουμένου Ἱ. Μ. Φιλοθέου (Ἀριζονίτη). Ἔκδοσις Ἱ. Μ. Φιλοθέου, Ἅγιον Ὄρος, 1989. Ἐπιμέλεια ἀντιγραφῆς Φώτιος Μιχαήλ].
Προφανῶς ὁ Γέρων Ἐφραὶμ ὁμιλεῖ ἀπὸ τὴν πλουσίαν προσωπικήν του ἐμπειρίαν. Τὸ ἔχει ἐπιβεβαιώσει ἐμπειρικά. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἔχει θέσει τὴν ἀρετὴν τῆς ταπεινώσεως κατὰ τὴν πρώτην Κυριακήν τοῦ Τριωδίου, τὴν Κυριακήν τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου (Λουκ. 18, 9-14). Προφανῶς θέλει νὰ μᾶς τονίση, ὅτι χωρίς προσοχὴν εἰς τὸ βασικὸν αὐτὸ θέμα ἑκάστη μορφὴ πνευματικοῦ ἀγῶνος θὰ παραμένη χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ὄντως ὁ ἄνθρωπος ὁ ὑπερήφανος, ἐφόσον εἶναι στραμμένος πρὸς τὸν ἑαυτὸν του (σταθείς πρὸς ἑαυτὸν) δὲν ζῆ εἰς τὴν πραγματικότητα, ζῆ εἰς τὸν φανταστικὸν κόσμον τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἐὰν δὲν προσγειωθῆ εἰς τὴν πραγματικότητα τοῦ ἐλεεινοῦ ἑαυτοῦ του, δὲν ἔχει καμίαν ἐλπίδα νὰ ἀρχίση πνευματικὸν ἀγῶνα! Ὅπως βλέπομεν, ὁ φαρισαῖος ἐξωτερικως ὑπεβάλετο εἰς περιορισμούς, εἰς ἔργα εὐσεβείας, ὅπως νὰ νηστεύη δίς τῆς ἑβδομάδος, νὰ ἀποδίδη τὸ 10% τῶν ἐσόδων του, νὰ μὴ εἶναι κλέπτης, ἄδικος καὶ νὰ μὴ πίπτη εἰς μοιχείαν. Μάλιστα μέσα εἰς τὴν μανίαν αὐτοδικαιώσεώς του κατηγορεῖ τὸν τελώνην, χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζη. Τοιουτοτρόπως ὅλοι οἱ κόποι του πηγαίνουν χαμένοι, ἐπειδὴ τοῦ λείπει τὸ ἓν πολὺ βασικόν, ἡ ταπείνωσις, ἡ πραγματική, ρεαλιστικὴ θεώρησις τοῦ ἑαυτοῦ του.




