Τοῦ κ. Διονυσίου Δρόσου,
Ὁμ. Καθηγητοῦ Ἠθικῆς καὶ Πολιτικῆς Φιλοσοφίας, Α.Π.Θ.
εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης
Ὅμηρος, Ἰλιάς, 12, στίχ. 243 (230-231, 243-244)
Ἕνας Γερμανὸς στρατηγὸς στὸ Ἀνατολικὸ Μέτωπο εἶχε πεῖ γιὰ τοὺς Σοβιετικοὺς πολεμιστὲς ποὺ ἀντιμετώπισε: «οἱ Ρῶσοι δὲν εἶναι ἄνθρωποι· εἶναι μηχανὲς ποὺ ἔχουν φτιαχτεῖ ἀπὸ χυτοσίδηρο». Οὕτως ἢ ἄλλως οἱ ναζιστὲς εἶχαν δυσκολία νὰ ἀναγνωρίσουν τὴν ἀνθρωπινότητα τῶν ἄλλων. Ἐδῶ ὁ ἀπανθρωποποιητικὸς λόγος ἐμφανίζεται ὑπὸ τὸ ἔνδυμα τοῦ ἔντρομου θαυμασμοῦ. Μετὰ τὴν ὀδυνηρὴ ἐμπειρία τῆς ἀναμέτρησης, τὴν θέση τῆς προκατάληψης τῶν ἀναλώσιμων «ὑπανθρώπων», καταλαμβάνει ἡ προκατάληψη περὶ «ὑπεράνθρωπων» δυνάμεων τοῦ ἐχθροῦ. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἕνα εἰλικρινὲς ἐγκώμιο γιὰ τὴν πολεμικὴ ἀρετὴ τῶν πολεμιστῶν κατὰ τοῦ φασισμοῦ, διατρέχει τὸν κίνδυνο νὰ προστρέξει σὲ τέτοιους ἀφορισμούς. Κάτι τέτοιο κάνουμε ἄλλωστε στὶς πανηγυρικὲς κενολογίες, ὅπου γῆς. Ἕνα ἀφήγημα ἐξιδανίκευσης τῆς θυσίας τοῦ λαοῦ, ἕνα ἀφήγημα τῶν ἀμέτρητων ἡρωικῶν πράξεων, τῆς τεράστιας ἀντοχῆς στοὺς πόνους καὶ τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου, μυθοποίησης καὶ λατρείας τῶν ἡρώων λειτουργεῖ εὐεργετικὰ στὸ ἐθνικὸ φρόνημα. Ἦταν δὲ φυσικὸ νὰ ἀναπτυχθεῖ σὲ μία χώρα, ὅπου δὲν ὑπάρχει οἰκογένεια χωρὶς μερίδιο θυσίας σὲ αὐτὸν τὸν ἀσύλληπτο ἀριθμὸ τῶν 26 ἑκ. νεκρῶν. Ὡστόσο ἂν μείνουμε σὲ μία τέτοια ἀφήγηση, κινδυνεύουμε νὰ μείνουμε ἐκτεθειμένοι στὴν ἀποδομητική, ἀναθεωρητικὴ ἰδεολογικὴ ἐπίθεση ποὺ δέχεται σήμερα ἡ ἱστορία τοῦ Β’ ΠΠ.
Ἡ ἀναθεωρητικὴ προσέγγιση τί κάνει; Κατακερματίζει τὸ ἱστορικὸ ὑλικὸ σὲ ἐξατομικευμένες περιπτωσιολογίες, ὥστε νὰ χαθεῖ ἡ μεγάλη εἰκόνα καὶ τὸ νόημα: Τί διακυβεύτηκε καὶ τί κερδήθηκε στὸν πόλεμο αὐτό. Ὁ Μεγάλος Πατριωτικὸς Πόλεμος εἶναι κάρφος ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς τῶν σημερινῶν ἐπεκτατικῶν δυνάμεων καὶ μεγάλη ἐπένδυση ἔχει γίνει καὶ γίνεται προκειμένου νὰ «ἀπομυθοποιηθεῖ». Νὰ καταγγελθεῖ ὡς μία ρωσικὴ μυθοπλασία. Νὰ μειωθεῖ ἡ ἀξία της. Νὰ ἐμφανιστεῖ ὁ ἀντιφασιστικὸς ἀγώνας τῶν λαῶν σὰν νὰ ἦταν ἕνας πόλεμος ποὺ ἔγινε ὑπὸ τὸν καταναγκασμὸ μίας ὁλοκληρωτικῆς ἰδεοληπτικῆς ἐξουσίας ἐναντίον μίας ἄλλης. Νὰ ἐξισωθεῖ ἐντέλει, ὁ ἀμυντικὸς πατριωτικὸς πόλεμος μὲ τὸν ἐπιθετικὸ ἐθνικιστικὸ-ρατσιστικὸ ἀποικιακὸ πόλεμο τοῦ Ἄξονα.
Ἂν θέλουμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε αὐτὴ τὴ στρατηγική, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖ τὴν ἀντιρωσικὴ ἰδεοληψία τοῦ συγχρόνου μας «κόμματος τοῦ πολέμου», τί πρέπει νὰ κάνουμε;
Πρέπει νὰ δοῦμε τὴν τεράστια ἀντιφασιστικὴ προσπάθεια τῶν λαῶν, ὄχι ὡς μία ὑπεράνθρωπη, ἀγγελική, ἐξαγιασμένη διαδικασία. Ἀλλὰ νὰ τὴν δοῦμε στὴν ἀνθρώπινη μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ καὶ ψυχὴ διάστασή της. Καὶ νὰ ἀναδείξουμε τὴν ἀξία της καὶ γιὰ τὸν τότε πόλεμο καὶ γιὰ τὸν σημερινὸ κόσμο ποὺ βρίσκεται καὶ πάλι ἐνώπιον ἑνὸς νέου πολέμου. Καὶ τὴν ἀξία της αὐτή, πρέπει νὰ τὴν ἀναζητήσουμε στὸν ἀνθρώπινο, πολὺ ἀνθρώπινο χαρακτήρα της.
Τί κάνει τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἁπλό, καθημερινὸ ἄνθρωπο νὰ ὑπερβαίνει τὰ συνήθη ὅριά του καὶ νὰ προβαίνει σὲ πράξεις ἡρωισμοῦ; Τί τὸν κάνει νὰ κινητοποιεῖ δυνάμεις πού δὲν γνώριζε ὁ ἴδιος πρίν, πού συνήθως ὑπνώττουν μέσα του κατὰ τὴν πεζή του εἰρηνικὴ καθημερινότητα;
Ἡ ἱστορία μᾶς δείχνει πὼς αὐτὸ συμβαίνει, ὅταν οἱ ἄνθρωποι φτάνουν στὰ ἔσχατα τοῦ κινδύνου ἀφανισμοῦ τους. Μὰ καὶ πάλι. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: φτάνοντας σὲ τέτοιες ὁριακές, καταστάσεις, γιατί δὲν καταρρέουν, γιατί δὲν ἐγκαταλείπουν, ὅταν τὰ πάντα μοιάζουν χαμένα; Πολὺ λεπτὴ εἶναι ἡ γραμμὴ ποὺ χωρίζει τὶς δύο στάσεις. Καίριος καὶ ἀποφασιστικὸς εἶναι ἐδῶ ὁ ρόλος τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἡγεσίας. Ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἐξαρτηθεῖ, ἂν οἱ ἀδύναμοι καὶ ἀτελεῖς ἄνθρωποι ποὺ εἶναι οἱ πολίτες θὰ ἐκφυλιστοῦν σὲ διαλυμένο συρφετὸ ἀτόμων ἢ θὰ συγκροτηθοῦν σὲ μαχόμενη πολιτικὴ κοινότητα, σὲ συλλογικὴ δύναμη πολέμου. Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, θὰ πρέπει οἱ πολίτες νὰ βροῦν καὶ νὰ ἀγκαλιάσουν τὰ κοινὰ καὶ σπουδαῖα ποὺ τοὺς ἑνώνουν. Ἐκεῖνα ποὺ τοὺς κάνουν ἀνθρώπους καὶ ὄχι ἁπλῶς μεμονωμένους ἀτομικοὺς βιολογικοὺς ὀργανισμούς. Ἐκεῖνα ποὺ ἐκφράζουν τὴν οὐσία τους ὡς ὄντα πολιτικά, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ πανάρχαια κοινά: ἡ γλώσσα, τὸ χῶμα, ἡ οἰκογένεια, ἡ φιλία, ἡ πίστη, ὁ πολιτισμός, ἡ πατρίδα μὲ μία λέξη. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ πρέπει νὰ ἀνοίξει ἡ ἡγεσία.
Ὅταν λοιπὸν στὶς 3 Ἰουλίου 1941- μετὰ ἀπὸ 10ήμερη σιωπὴ – ὁ Στάλιν ἀπηύθυνε τὸ ἱστορικὸ διάγγελμά του πρὸς τοὺς πολίτες τῆς ΣΕ, αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκανε. Ἡ ἴδια ἡ ἐπιλογὴ τῶν λέξεων διαφέρει ἀπὸ τὸν τυπικὸ ξύλινο κομματικὸ λόγο: «Σύντροφοι! Πολίτες! Ἀδέλφια καὶ ἀδελφές! Μαχητὲς τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ μας! Σὲ σᾶς ἀπευθύνομαι, φίλοι μου!»
Ὁ πόλεμός μας εἶναι πόλεμος πατριωτικὸς καὶ εἶναι συνέχεια τοῦ Ἀλεξάντρ Νιέβσκι καὶ τοῦ Κουτούζωφ. Ὁ Μεγάλος Πατριωτικὸς Πόλεμος εἶχε μόλις ἀρχίσει. Τὸ ἐπανέλαβε καὶ στὴν ὁμιλία του στὴν ΚΕ ποὺ ἔγινε 6 Νοεμβρίου στὸν ὑπόγειο σταθμὸ τοῦ Μετρό, «Μαγιακόβσκι» καὶ στὴν ὁμιλία του στὴν παρέλαση τῆς ἐπετείου τῆς Ὀκτωβριανῆς Ἐπανάστασης. Ἡ μοναδικὴ στὴν ἱστορία παρέλαση ποὺ δὲν ἦταν ἕνα ἀκόμα θέαμα δωρεὰν ἐπίδειξης δύναμης, ἀλλὰ ὅπου τὰ στρατεύματα ποὺ παρέλασαν, ἀμέσως μετὰ κατευθύνθηκαν στὸ μέτωπο. Ὁ πόλεμος λοιπὸν εἶναι ἕνας δίκαιος πόλεμος.
Διαφωτιστικὴ εἶναι ἡ ἀντιπαραβολὴ τῆς γλώσσας αὐτῆς μὲ ἐκείνην τοῦ ἀντίστοιχου διαγγέλματος τοῦ Χίτλερ: Παρουσίασε τὴν εἰσβολὴ ὡς προληπτικὴ ἐπίθεση, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση εἶχε συγκεντρώσει στρατεύματα στὰ σύνορα καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ ἐπιτεθεῖ στὴ Γερμανία. Κάτι μᾶς θυμίζει!
Οἱ ἐπιθετικοί, ἰμπεριαλιστικοὶ πόλεμοι ἐμψυχώνονται ἀπὸ ἰδεολογίες ὑπεροχῆς, ἐθνικιστικῆς, φυλετικῆς, πολιτισμικῆς. Μποροῦν νὰ διεξαχθοῦν καὶ ἀπὸ μισθοφορικὰ στρατεύματα. Οἱ ἀμυντικοὶ πόλεμοι ὅμως δὲν μποροῦν νὰ διεξαχθοῦν παρὰ μόνον ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς πολίτες τῆς χώρας. Σὲ συνθῆκες ἀμυντικοῦ πολέμου, καθίσταται κατεπείγουσα καὶ ἀποκτᾶ κρίσιμο χαρακτήρα ἡ παλλαϊκὴ κινητοποίηση.
Γιὰ ποιοὺς λόγους οἱ πολίτες μποροῦν νά φτάσουν σὲ πράξεις ἡρωϊσμοῦ καὶ αὐταπάρνησης, ὅπως αὐτὲς ποὺ τόσο συχνὰ καταγράφτηκαν στοὺς ἀγῶνες τῶν λαῶν κατὰ τοῦ Ναζισμοῦ/Φασισμοῦ καὶ κατὰ τοῦ ἰμπεριαλιστικοῦ μιλιταρισμοῦ, κατὰ τὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο; «Ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν», ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι μας. Προσφέρει κανεὶς τὸν ἑαυτό του, ὄχι γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν ἀνωτερότητά του, ἀλλὰ ὅταν διακυβεύονται τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια ποὺ ὁρίζουν τὴν ὕπαρξή του. Πού χωρὶς αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ ἀνθρωπιά.
Αὐτὸ εἴδαμε νὰ γίνεται στοὺς ἀγῶνες τῶν μεγάλων λαῶν τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης καὶ τῆς Κίνας κατὰ τῶν ξένων εἰσβολέων. Τὸ ἴδιο εἴδαμε καὶ σὲ ὅλους τούς λαοὺς ποὺ ἀντιστάθηκαν στὶς δυνάμεις τοῦ Ἄξονα. Αὐτὸ ζήσαμε καὶ στὴ δική μας πατρίδα, στὸ μεγάλο της ἀντιστασιακὸ κίνημα τοῦ ΕΑΜ καὶ τῶν ἄλλων μικρότερων ἀντιστασιακῶν ὀργανώσεων. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ διαφωνία τοῦ Μάο μὲ τὴν πλειοψηφίας ΚΚΚ, στὸ Jiangxi τὸ 1931: οἱ ἀπαλλοτριώσεις νὰ γίνονται μὲ καταβολὴ ἀποζημιώσεων, ὥστε νὰ κερδηθοῦν τὰ στρώματα τῶν ἀγροτῶν ἰδιοκτητῶν. Διότι τὸ ζήτημα ἦταν ὁ πατριωτικὸς ἀγώνας: «Σήμερα ὅλη ἡ Κίνα παλεύει κατὰ τῶν Ἰαπώνων ἐπιδρομέων… ὅλος ὁ λαὸς νὰ συσπειρωθεῖ σὲ ἕνα καὶ μοναδικὸ μπλόκ». Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο, τὰ 9/10 τῶν προσπαθειῶν τοῦ κόμματος ἦταν γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς ἀγρότες καὶ 1/10, γιὰ νὰ συλλέξει φόρους.
Ἐπιστρέφοντας στὴν ΣΕ, ἡ πατριωτικὴ πανστρατιὰ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ εἰσβολέα συμφιλίωσε καὶ ἀξιοποίησε δύο διαφορετικὲς καὶ μέχρι τότε ἀντίθετες ρωσικὲς παραδόσεις. Τὸν παρτιζάνικο πόλεμο καὶ τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Προσφυῶς ἐπισημαίνει ἡ ἔκθεση τῆς CIA τοῦ 1949, ὅτι ἡ παρτιζάνικη ἀντίσταση δὲν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ 1812, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἐπανάσταση. Ἐπικεφαλῆς ἄλλωστε παρτιζάνικων σωμάτων εἶναι συχνὰ βετεράνοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὥστε ἡ φλόγα τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1917 εἶναι ἀκόμα ἐνεργὴ στὴν χαρακτηριστικὴ αὐτὴ μορφὴ πολέμου. Ὁ στρατὸς παρτιζάνικος καὶ τακτικὸς ἔχουν δίπλα στὴν στρατιωτικὴ διοίκηση καὶ τὸν πολιτικὸ ἐπίτροπο. Δὲν εἶναι ἕνας ἁπλῶς τεχνοκρατικὸς καὶ πολιτικὰ οὐδέτερος στρατός. Στὴν ἴδια ἐπαναστατικὴ παράδοση ἐντάσσεται καὶ ἡ τεράστια συμμετοχὴ καὶ συμβολὴ τῶν γυναικῶν. Ὄχι μόνον στὶς παραδοσιακὰ «γυναικεῖες» ὑπηρεσίες τῆς περίθαλψης καὶ νοσηλείας τραυματιῶν, ἀλλὰ καὶ στὰ μάχιμα τμήματα τῆς πρώτης γραμμῆς καὶ τῆς ἀντίστασης. Ἐκπληκτικὲς ἐλεύθερες σκοπεύτριες καὶ ἄριστες πιλότοι τῆς ἀεροπορίας. Καὶ ἡρωίδες τοῦ ἀντιστασιακοῦ ἀγώνα, ὅπως ἡ ἐμβληματικὴ Ζόγια Κοσμοντεμιάνσκαγια.
Ἡ παρτιζάνικη ἀντίσταση κηρύχθηκε ἤδη ἀπὸ τὸ πρῶτο διάγγελμα τοῦ Στάλιν.
Σὲ ἔκθεση τοῦ Νοεμβρίου 1943, τὸ ἐπιτελεῖο τῆς ὁμάδας στρατιῶν τοῦ κέντρου ὑπολόγιζε πὼς θὰ χρειάζονταν 210 τάγματα τῶν 350 ἀνδρῶν ἕκαστο, δηλ. 73,000 ἄνδρες γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν σιδηροδρομικῶν καὶ ὁδικῶν δικτύων μόνον. Ἦταν ἀδύνατον νὰ διατεθοῦν τόσες δυνάμεις. Ἄλλωστε αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ μόνοι στόχοι τῶν παρτιζάνων.
Ἐπίσης δὲν μποροῦσαν νὰ διατεθοῦν οἱ ἀπαραίτητες ἀεροπορικὲς δυνάμεις, ὥστε νὰ διακοπεῖ ὁ ἀπὸ ἀέρος ἀνεφοδιασμός. Οἱ Γερμανοὶ ἐπίσης ἐκτιμοῦσαν ὅτι τεράστια ἦταν ἡ ζημιὰ στὴν οἰκονομία τῶν κατεχόμενων περιοχῶν. Ὑπολόγιζαν πὼς ἡ παρτιζάνικη δραστηριότητα στέρησε ἀπὸ τοὺς κατακτητὲς τὴν ἐργασία 1,595,000 ἱκανῶν πρὸς ἐργασία ἀνθρώπων. Τὸ πόσο ἐπιζήμια ἦταν ἡ δράση τῶν παρτιζάνων φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀμοιβὴ τῶν 3,000 ρουβλίων ποὺ ἔταζαν οἱ Γερμανοὶ σὲ ὅποιον ἔδινε πληροφορίες. 3,000 ρούβλια τὴν περίοδο 41-44 ἰσοδυναμοῦσαν μὲ μισθοὺς ἑνὸς ἔτους γιὰ ἕνα μέσο ἐργάτη.
Στὶς 9 Μαΐου 1943, ὁ στρατηγὸς διοικητὴς τῶν δυνάμεων ἀσφαλείας τῆς ὁμάδας τῶν γερμανικῶν στρατιῶν τοῦ κεντρικοῦ μετώπου, σὲ ἔκθεσή του, περιγράφει μὲ ὀξυδέρκεια τὴν κατάσταση. Ἐκτιμᾶ ὅτι πρόκειται, ὅσον ἀφορᾶ, τὴν κατακτημένη ἐνδοχώρα, γιὰ πολιτικὸ πόλεμο. Ἀγώνας γιὰ νὰ κερδηθεῖ ὁ πληθυσμός. Ἡ μάχη αὐτὴ χάθηκε γιὰ τοὺς Γερμανούς. Πρόδωσαν τὶς ἐλπίδες ποὺ εἶχαν ἐπενδύσει σὲ αὐτοὺς μεγάλα κομμάτια τοῦ πληθυσμοῦ, κυρίως στὴν Δ. Οὐκρανία. Οἱ χωρικοὶ βρέθηκαν ἐν μέσῳ δύο πεινασμένων στρατῶν (τῶν εἰσβολέων καὶ τῶν παρτιζάνων) καὶ ἡ βίαιη καὶ ἀπαξιωτικὴ συμπεριφορὰ τῶν Γερμανῶν, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς νίκες τοῦ Κόκκινου Στρατοῦ στὴν πρόοδο τοῦ χρόνου, τοὺς ἔστρεψαν μᾶλλον πρὸς τὴν ἀντίσταση.
Οἱ Γερμανοὶ ποτὲ δὲν ἀντιμετώπισαν τὴν παρτιζάνικη πρόκληση ἀποτελεσματικά. Καὶ λόγω τῆς ἔλλειψης δυνάμεων στὰ μετόπισθεν, ἀλλὰ καὶ λόγῳ ἀπροθυμίας νὰ κάνουν παραχωρήσεις στοὺς τοπικοὺς πληθυσμοὺς, ὥστε νὰ κερδίσουν τὴν συναίνεση καὶ τὴ συνεργασία τους.
Σὲ γερμανικὴ ἀναφορὰ τοῦ 1943 ἀναφέρεται ὅτι τὸ ἀντάρτικο θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς «πολὺ σημαντικὴ καὶ καλὰ πειθαρχημένη μέθοδος μάχης τοῦ Κόκκινου Στρατοῦ».
Ἡ ρωσικὴ παράδοση ἀντάρτικου δὲν ἀνάγεται στὸ 1812, ἀλλὰ στὸν ἐμφύλιο πόλεμο τοῦ 1917, ὅπου τὸ ἀντάρτικο ἔπαιξε πολὺ σημαντικὸ ρόλο.
Συμμετοχὴ παλαίμαχων τοῦ ἐμφυλίου καὶ τῆς ἐπανάστασης. Μακρούζωφ (Κριμαία), Κόβπακ, Κορένεβ., Βερσίγκορα, Σουβάρωφ. Νέοι: Ροῦντνεφ (16 ἐτῶν) Συμμετεῖχαν πάρα πολλοὶ ἀπὸ 14 ἐτῶν.
Ἔχει ἐνδιαφέρον ὅτι ἡ Ἔκθεση τῆς CIA καταλήγει στὴ διαπίστωση ὅτι οἱ Γερμανοὶ δὲν κατόρθωσαν νὰ μετατρέψουν τὴ δυσαρέσκεια μέρους τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ὁρισμένων ἐθνοτήτων πρὸς τὸ καθεστὼς σὲ ἐμφύλιο πόλεμο. Κατὰ λέξη γράφει ἡ ἀναφορά: «Εἶναι δύσκολο, μὲ βάση τὴν γερμανικὴ ἐμπειρία, νὰ διανοηθεῖ κανεὶς ὁποιαδήποτε ἄλλη δυνατότητα [πέραν τοῦ ἐμφυλίου πολέμου- ΔΔ] γιὰ μία ἐπιτυχῆ ἐκστρατεία ἐπὶ ρωσικοῦ ἐδάφους» (36).
Αὐτὸ ἀκριβῶς στόχευε καὶ αὐτὸ πέτυχε ἡ πολιτικὴ τοῦ ΜΠΠ: τὴν ἀποτροπὴ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου καὶ τὴν ἑνότητα τοῦ πατριωτικοῦ μετώπου ἔναντι τοῦ εἰσβολέα.
Ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν στράτευσή της στὸν ἀγώνα, ἐδῶ χρειάστηκε μία ἀνατροπὴ καὶ ὑπέρβαση τῆς μέχρι τότε πολιτικῆς τῶν Μπολσεβίκων. Οἱ ναοὶ ἄνοιξαν, ἡ Ἐκκλησία κλήθηκε νὰ ὑποστηρίξει τὸν ἀγώνα κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, παρουσιάζοντας τὸν πόλεμο ὡς ἱερὸ καθῆκον. Τὸ 1943, ὁ Στάλιν ἐπέτρεψε τὴν ἐκλογὴ Πατριάρχη τῆς Μόσχας, κίνηση ποὺ σήμανε τὴν ἐπίσημη ἀναγνώριση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Πατριάρχης Σέργιος (1887-1944), ποὺ ἦταν Πατριάρχης τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ 1943, διαδραμάτισε καθοριστικὸ ρόλο στὴ συνεργασία μὲ τὴν κυβέρνηση Στάλιν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου.
Πέραν τῶν ἱερατικῶν της δραστηριοτήτων, ἡ Ἐκκλησία συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὸν πατριωτικὸ πόλεμο, βοηθώντας στὴν περίθαλψη τραυματιῶν, τὴν σίτιση πληγέντων, ἀλλὰ καὶ παρέχοντας πληροφόρηση, τροφοδοσία καὶ ἐνίσχυση στὰ παρτιζάνικα δίκτυα. Σημαντικὲς μορφὲς τοῦ ἀγώνα καὶ ἥρωες τοῦ πατριωτικοῦ πολέμου ἀναδείχθηκαν μέσα ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν ἱερέων καὶ τῶν μοναχῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν.
Ὁ ἱερέας Νικολάι Κουζνέτσοφ τοῦ Ντόν, ἡ μοναχὴ Μαρίνα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μιχαὴλ τοῦ πολιορκημένου Λένινγκραντ. Ὁ Ἱερέας Βασίλι Ρουμπτσὸφ ἱερέας ποὺ συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὴν περιοχὴ τοῦ Καλίνινγκραντ (ἀσφαλῶς ὄχι τὸ Konigsberg, ἀλλὰ ἡ πόλη Κορολυὸφ κοντὰ στὴ Μόσχα, ποὺ ὀνομάστηκε ἔτσι τὸ 1938 καὶ ἐπανῆλθε στὸ παλαιό της ὄνομα τὸ 1996).
Ὁ Ρουμπτσὸφ ὑπηρέτησε ἐπίσης ὡς ἀξιωματικὸς ἐπικοινωνίας μεταξὺ τῶν παρτιζάνων καὶ τοῦ Κόκκινου Στρατοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλέξιος τῆς Κριμαίας ἔγινε θρύλος λόγῳ τῆς δράσης του κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πολιορκίας τῆς Σεβαστούπολης ἀπὸ τοὺς Γερμανούς.
Ὁ Λουκᾶς Βόϊνο-Γιασένιετσκυ, μετέπειτα γνωστὸς ὡς Ἅγιος Λουκᾶς τῆς Κριμαίας, ὡς ἱεράρχης καὶ γιατρός, προσέφερε πνευματικὴ καὶ ψυχικὴ στήριξη στοὺς στρατιῶτες τοῦ Κόκκινου Στρατοῦ. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου, πέρα ἀπὸ τὶς πνευματικές του εὐθύνες, ἀνέλαβε ἐνεργὸ ρόλο στὴν περίθαλψη τραυματιῶν καὶ στὴν ὀργάνωση ἰατρικῶν ὑποδομῶν στὶς περιοχὲς ποὺ εἶχαν καταληφθεῖ ἀπὸ τοὺς Γερμανούς. Ἡ ἰατρικὴ του γνώση καὶ ἡ ἀποφασιστικότητά του νὰ φροντίσει τοὺς τραυματίες, ἀκόμα καὶ κάτω ἀπὸ δύσκολες συνθῆκες, τὸν ἔκαναν νὰ ξεχωρίσει.
Ὁ Μοναχὸς Σέργιος, ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Σαρὰφσκ στὴν περιοχὴ τῆς Μόσχας.
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξιος τῆς Ρωσίας ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀγαπητοὺς κληρικοὺς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου καὶ τῆς Σοβιετικῆς ἐποχῆς, κυρίως λόγῳ τῆς θρησκευτικῆς του σταθερότητας καὶ τοῦ πατριωτικοῦ του ἔργου. Ὁ Μητροπολίτης Δημήτριος τῆς Σαμάρας. Ὁ Μοναχὸς Ἰωάννης τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἁγιοκατετάγησαν, ἐν μέρει καὶ λόγῳ τῆς πατριωτικῆς τους προσφορᾶς.
Ὁ συνολικὸς ἀπολογισμὸς τῆς συμβολῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἕνα θέμα ποὺ ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἱστορικῆς μελέτης. Ἐκεῖνο ποὺ θέλω νὰ ἐπισημάνω ἐδῶ δὲν εἶναι αὐτό, ἀλλὰ ἡ πολιτικὴ βούληση γιὰ τὴν συγκρότηση τοῦ εὐρύτερου δυνατοῦ μετώπου.
Ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον, νὰ φωτίσουμε ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τὴ σημασία αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα. Οἱ σύγχρονοί μας ἀναθεωρητὲς τῆς ἱστορίας μᾶς ὑποδεικνύουν, παρὰ τὶς προθέσεις τους, τὴ μεγάλη ἀξία ποὺ εἶχε ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ γραμμὴ τοῦ παλλαϊκοῦ, πατριωτικοῦ μετώπου. Εὔκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ ἁλιεύσει στὴν ἀναθεωρητικὴ φιλολογία τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, ὅσον ἀφορᾶ τὶς αἰτίες τῆς ἀποτυχίας τοῦ Hitler νὰ καταβάλει καὶ νὰ κατακτήσει τὴν Ρωσία καὶ τὶς ἄλλες Δημοκρατίες τῆς ΣΕ. Πέρα ἀπὸ τὰ ἐπιμέρους σφάλματα στρατηγικῆς καὶ τακτικῆς, ἀναδεικνύονται δύο λόγοι ποὺ ἔχουν πολιτικὸ καὶ ἰδεολογικὸ χαρακτήρα.
Οἱ φυλετικὲς θεωρίες τοῦ ναζισμοῦ, τὸν ἐμπόδισαν νὰ ἀξιοποιήσει τὶς λεγόμενες «Ἀνατολικὲς Λεγεῶνες» [Ostlegionen], ποὺ σχηματίστηκαν ἀπὸ ἐθνότητες τῆς ΣΕ μὲ τουρκικὲς ρίζες. Ὁ σχηματισμὸς τους ἦταν μία πολιτικὴ προσέγγισης τῆς Τουρκίας, διπλωμάτες τῆς ὁποίας εἶχαν προτείνει αὐτὴ τὴν «Παντουρκικὴ» κίνηση, ὡς ὅρο γιὰ εἴσοδο τῆς Τουρκίας στὸν πόλεμο, ὑπὲρ τῆς Γερμανίας. Σχηματίστηκαν σώματα συνολικῆς δύναμης 175.000. Ὑπῆρχε ὅμως σοβαρὸ ἔλλειμμα στὴ δυνατότητα τῶν Γερμανῶν νὰ ἐκπαιδεύσουν ἕναν τόσο ξένο πολιτισμικὰ πληθυσμό. Ὁ Χίτλερ γιὰ λόγους φυλετικοὺς δὲν ἐνθάρρυνε αὐτὴ τὴ γραμμή. Διέταξε τὸν περιορισμὸ τῶν σωμάτων αὐτῶν σὲ ἐπίπεδο ὄχι μεγαλύτερο τοῦ τάγματος καὶ ἐπιφορτισμένου κυρίως μὲ βοηθητικὲς ὑπηρεσίες. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ ἄλλες ἐθνότητες, μὲ μόνη ἐξαίρεση τοὺς φυλετικὰ συγγενεῖς – ἀλλὰ περιορισμένους-πληθυσμοὺς τῶν Βαλτικῶν χωρῶν. Ἔτσι, ἐπισημαίνουν οἱ ἀναθεωρητὲς ἱστορικοί, ὁ Hitler δὲν ἀξιοποίησε τὸ μάθημα ποὺ παρέδωσε σχετικὰ μέ τὴ Ρωσία ὁ μεγάλος θεωρητικός τοῦ πολέμου Clausewitz. Ὁ Clausewitz ἔχοντας πολεμήσει στὸ πλευρὸ τῶν Ρώσων ἐναντίον τοῦ Ναπολέοντα, καὶ εἰδικὰ στὴ μάχη τοῦ Μποροντίν, εἶχε καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Ρωσία δὲν καταλαμβάνεται παρὰ μόνον καταστρέφοντάς την ἐκ τῶν ἔσω, ὑποκινώντας ἐμφύλιο πόλεμο. Αὐτὸ λέει πολλὰ γιὰ τὴν σημερινὴ πολιτικὴ ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ δυτικὸ «κόμμα τοῦ πολέμου».
Τὸ δεύτερο συμπέρασμα τῶν ἀναθεωρητῶν εἶναι ἐπίσης πολὺ ἐνδιαφέρον. Κατ’ αὐτοὺς λοιπόν, ἕνας σημαντικὸς λόγος τῆς ἀποτυχίας τῆς ἐκστρατείας Μπαρμπαρόσα, εἶναι ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Hitler νὰ μὴ θέσει ὁλόκληρο τὸ παραγωγικὸ δυναμικό πού εἶχε ὑπὸ τὸν ἔλεγχό του, στὴν ὑπηρεσία τοῦ πολέμου, ἀλλὰ νὰ ἀφιερώσει μεγάλο μέρος του στὴν εὐημερία τοῦ γερμανικοῦ λαοῦ. Ἀντίθετα, οἱ σοβιετικοί, οἱ ὁποῖοι στεροῦνταν τὰ πάντα, ἐργαζόμενοι – κατὰ τὶς ἴδιες πηγὲς πάντα- ὑπὸ συνθῆκες «δουλείας», ἀξιοποίησαν πολεμικὰ ὁλόκληρο σχεδὸν τὸ παραγωγικό τους δυναμικό.
Καὶ τὸ δεύτερο συμπέρασμα, διατυπωμένο, ὅπως καὶ τὸ πρῶτο ἤδη ἀπὸ τὴν πρὸ προηγούμενη δεκαετία, δηλώνει πολλὰ γιὰ τὴν κατανόηση τῆς σημερινῆς κατάστασης. Σήμερα εἶναι ἀσύγκριτα περισσότερο ἀνεπτυγμένες καὶ ἐκλεπτυσμένες οἱ δυνατότητες «ἀπροκατάληπτης» προσέγγισης τῶν πλέον ἑτερόκλητων ἐθνοτήτων καὶ ὑποδαύλισης τῶν ἐθνικισμῶν τους. Σήμερα ἐπίσης ἀκούγεται ἡ πολεμικὴ κραυγὴ «ἐξοπλιστεῖτε, ἐξοπλιστεῖτε, ἐξοπλιστεῖτε», κόψτε τὶς συντάξεις, τὴν περίθαλψη, τὴν παιδεία καὶ ὅλα τὰ «περιττὰ» καὶ ἐξοπλιστεῖτε!
Δείχνει ὅμως ἐπίσης, πόσο σημαντικὴ εἶναι ἡ πατριωτικὴ συστράτευση γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση μιλιταριστικῶν ἐπιβουλῶν καὶ συναφῶν ἐγχειρημάτων ἐσωτερικῆς διάσπασης. Ζοῦμε σὲ μία ἐποχὴ ὅπου ἀρχίζουμε νὰ συνερχόμαστε ἀπὸ τὴν ἀπονεύρωση ποὺ εἶχε προκαλέσει ἡ καταρρέουσα σήμερα «παγκοσμιοποίηση», οὐσιαστικὰ δηλαδὴ ἡ παγκόσμια ἡγεμονία μίας δύναμης. Σὲ ἕνα κόσμο πολὺ-πολικό, ἡ φιλοπατρία θὰ ἀνακτήσει τὴν ἀξία της. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἐθνικισμό, δὲν διαιρεῖ τοὺς λαούς, ἀλλὰ εἶναι προϋπόθεση τῆς ἀλληλο-ἀναγνώρισης καὶ τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ. Συνεπῶς καὶ τῆς συνεννόησης σὲ ὑπερεθνικὸ ἐπίπεδο. Εἶναι δὲ καὶ αὐτὸ μία πολιτικὴ παρακαταθήκη τοῦ Μεγάλου Πατριωτικοῦ Πολέμου. Οἱ λαοὶ ποὺ θέλουν νὰ ἐπιβιώσουν θὰ πρέπει νὰ ἀποσπασθοῦν ἀπὸ τὸν ἰσοπεδωτικὸ χυλὸ τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ νὰ ξανακτίσουν τὴν ἱστορική τους μνήμη καὶ συνείδηση.
Ἕνας καλὸς φίλος εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴν ἀνατολικὴ Οὐκρανία μετὰ τὸ 2014, ὅταν οἱ ναζὶ ἔκαναν ἐθνοκάθαρση. Σὲ ἕνα χωριό, μία ναζιστικὴ οὐκρανικὴ ὁμάδα προσπάθησε νὰ γκρεμίσει τὸ ἄγαλμα τοῦ Λένιν. Σχηματίσθηκε μία ἁλυσίδα ἀπὸ ἄοπλες γυναῖκες ποὺ τὸ προστάτευσαν. Σὲ ἕνα διάλειμμα τοῦ ἐπεισοδίου, ὁ φίλος μου ρώτησε τὴν ἐπικεφαλῆς δασκάλα «σίγουρα θὰ εἶστε ἀπὸ κομμουνιστικὴ οἰκογένεια». Ἡ ἀπάντησή της ἔχει σημασία, διότι συνδέει τὸν ΠΜΠ μὲ τὸ σήμερα: «Οὔτε ἐγὼ οὔτε κανεὶς στὴν οἰκογένειά μου δὲν ἦταν κομμουνιστής. Ὅμως αὐτὸ τὸ ἄγαλμα εἶναι ἡ ἱστορία μας· ἡ πατρίδα μας».




