ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Α΄ Κορ. ιε΄ 58 – ις΄ 3
58 Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἑδραῖοι γίνεσθε, ἀμετακίνητοι, περισσεύοντες ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ Κυρίου πάντοτε, εἰδότες ὅτι ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ ἔστι κενὸς ἐν Κυρίῳ.
ις΄ 1 Περὶ δὲ τῆς λογίας τῆς εἰς τοὺς ἁγίους, ὥσπερ διέταξα ταῖς ἐκκλησίαις τῆς Γαλατίας οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιήσατε. 2 κατὰ μίαν σαββάτων ἕκαστος ὑμῶν παρ᾿ ἑαυτῷ τιθέτω θησαυρίζων ὅ,τι ἂν εὐοδῶται, ἵνα μὴ ὅταν ἔλθω τότε λογίαι γίνωνται. 3 ὅταν δὲ παραγένωμαι, οὓς ἐὰν δοκιμάσητε, δι᾿ ἐπιστολῶν τούτους πέμψω ἀπενεγκεῖν τὴν χάριν ὑμῶν εἰς Ἱερουσαλήμ.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
58 Ὥστε σύμφωνα μὲ τὰ ἀνωτέρω, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, στερεωθῆτε εἰς τὸ περὶ ἀναστάσεως δόγμα· γίνεσθε ἀμετακίνητοι, μὲ περισσὴν προθυμίαν ἐργαζόμενοι πάντοτε εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος ζητεῖ. Νὰ γνωρίζετε δέ, ὅτι ὁ κόπος σας δὲν εἶναι χωρὶς καρπὸν καὶ ὠφέλειαν καὶ περὶ τούτου ἐγγυᾶται ὁ σύνδεσμός σας καὶ ἡ ἕνωσίς σας μὲ τὸν Κύριον.
ις΄ 1 Διὰ τὴν συνεισφορὰν δὲ ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν (τῶν Ἱεροσολύμων), καθὼς ἐκανονισα εἷς τὰς Ἐκκλησίας τῆς Γαλατίας, ἔτσι κάμετε καὶ σεῖς. 2 Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, τὴν Κυριακὴν δηλαδή, ἕκαστος ἀπὸ σᾶς ἂς ξεχωρίζῃ εἰς τὸ σπίτι του κάποιο ποσὸν καὶ ἂς μαζεύῃ σιγᾷ – σιγᾷ θησαυρὸν μὲ ὅ,τι εὐκολύνεται, διὰ νὰ μὴ γίνωνται συνεισφοραὶ ὅταν ἔλθω. 3 Ὅταν δὲ ἔλθω εἰς Κόρινθον, ἐκείνους ποὺ θὰ ἐκλέξετε, αὐτοὺς μὲ συστατικὰς ἐπιστολάς μου θὰ στείλω διὰ νὰ μεταφέρουν τὸ δῶρον τῆς ἀγάπης σᾶς εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.
![]()
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Λκ. ε΄ 27-32
27 Καὶ μετὰ ταῦτα ἐξῆλθε καὶ ἐθεάσατο τελώνην ὀνόματι Λευΐν, καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. 28 καὶ καταλιπὼν ἅπαντα ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ. 29 καὶ ἐποίησε δοχὴν μεγάλην Λευΐς αὐτῷ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἦν ὄχλος τελωνῶν πολὺς καὶ ἄλλων οἳ ἦσαν μετ᾿ αὐτῶν κατακείμενοι. 30 καὶ ἐγόγγυζον οἱ γραμματεῖς αὐτῶν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγοντες· διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίετε καὶ πίνετε; 31 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτούς· οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ, ἀλλ᾿ οἱ κακῶς ἔχοντες· 32 οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
27 Καὶ ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ σπίτι, ποὺ ἐθεράπευσε τὸν παραλυτικόν, καὶ εἰς τὸν δρόμον παρετήρησε μὲ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον καὶ προσοχὴν κάποιον τελώνην, ποὺ ἐλέγετο Λευΐς, νὰ κάθεται εἰς τὴν τράπεζαν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων καὶ τοῦ εἶπεν· Ἀκολούθει με ὡς μόνιμος καὶ ἰσόβιος μαθητής μου. 28 Καὶ ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἀφῆκε τὰ πάντα, ἐσηκώθη καὶ τὸν ἠκολούθησε. 29 Καὶ ἔκαμεν εἰς τὸ σπίτι του μεγάλην ὑποδοχὴν ὁ Λευῒς εἰς τὸν Ἰησοῦν. Καὶ ἦτο πλῆθος πολὺ ἀπὸ τελώνας καὶ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μαζί των ἑξαπλωμένοι εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ φαγητοῦ καὶ συνέτρωγον. 30 Καὶ ἐμουρμούριζαν ἐναντίον του οἱ γραμματεῖς των καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἀπευθυνόμενοι πρὸς τοὺς μαθητάς του καὶ λέγοντες· Διατὶ τρώγετε καὶ πίνετε μὲ τοὺς τελώνας καὶ ἁμαρτωλοὺς καὶ ἔρχεσθε οὕτω εἰς στενὴν καὶ φιλικὴν σχέσιν μὲ αὐτούς; 31 Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπε· Δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἰατροῦ οἱ ὑγιεῖς, ἀλλ’ ὅσοι ἔχουν ἄσχημα εἰς τὴν ὑγείαν των. 32 Δὲν ἔχω ἔλθει εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ καλέσω ἐκείνους, ποὺ θεωροῦν τοὺς ἑαυτούς των δικαίους, ἀλλὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἦλθα νὰ καλέσω εἰς μετάνοιαν.
ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
Στίς 10 Ὀκτωβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Θεοφίλου τοῦ ὁμολογητοῦ. Ὁ ὅσιος γεννήθηκε στήν Τιβεριούπολη, ἡ ὁποία σήμερα ὀνομάζεται στά βουλγαρικά Στρούμιτζα. Οἱ γονεῖς του ἦταν πολύ εὐσεβεῖς καί πῆγαν τόν γυιό τους σέ ἕναν ἀσκητή, τόν ἅγιο πατέρα Στέφανο, γιά νά τόν εὐλογήσει. Ἀπό μικρός σπούδαζε τά ἱερά γράμματα καί ὅταν ἔγινε δεκατριῶν ἐτῶν, πῆγε στόν προαναφερθέντα ἅγιο Στέφανο μέ σκοπό νά ἀσκητεύσει κοντά του. Στήν ἐρώτησή τοῦ γέροντα, γιατί ἄφησε τούς γονεῖς του καί πῆγε νά τόν βρεῖ, ὁ νέος τοῦ ἀποκἀλυψε, ὅτι ἄκουσε τήν φωνή τοῦ ὅσίου Στεφάνου νά τόν καλεῖ νά ἀκολουθήσει τόν λόγο τοῦ Κυρίου “Ἆρον τόν Σταυρό σου καί ἀκολούθει μοι”. Ὁ ὅσιος τότε ἀφοῦ εὐχαρίστησε τόν Θεό, δέχθηκε τόν νέο καί ἐπί τρία χρόνια τόν κράτησε κοντά του γιά νά τόν διδάξει τήν μοναδική πολιτεία. Κατόπιν τόν ἔστειλε στήν Λαὐρα γιά να καρεῖ μοναχός. Πέρασαν κάποια χρόνια μετά ἀπό τήν κουρά του, ὅταν ἔφτασαν οἱ γονεῖς του στήν περιοχή ἀναζητῶντας τον. Μετά ἀπό πολλές παρακλήσεις καί μέ μεγάλη ἀπροθυμία, συγκατένευσε ὁ ἡγούμενος καί τούς τόν φανέρωσε. Μέ πολλή χαρά τόν ἐναγκαλίζονταν καί τόν κατασπάζονταν, γνώρισαν δέ ὅτι ὁ γυιός τους εἶχε γίνει κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Παρακάλεσαν τότε τόν ἡγούμενο νά ἐπιτρέψει νά πάρουν μαζί τόν γυιό τους, διότι ἐπιστρέφοντας θά ἔχτιζαν μοναστῆρι καί ἤθελαν νά κατοικεῖ σέ αὐτό καί τό παιδί τους. Στην ἀρχή ὁ ἡγούμενος δέν τό ἐπέτρεψε, μετά ὅμως παρακάλεσαν τόν Θεό νά τούς ἀπαντήσει, ἀγρυπνῶντας καί νηστεύοντας ἐπί τρεῖς ἡμέρες. ‘Ἀκούστηκε τότε ούράνια φωνή πού πρόσταζε νά ἀφήσουν τόν Θεόφιλο νά πάει μέ τούς γονεῖς του.
Πράγματι χτίστηκε τὀ μοναστῆρι, πέρασαν ἀρκετά χρόνια, ἀλλά ξέσπασε ἡ εἰκονομαχία καί νέα δεινά ἔπληξαν τήν ὀρθοδοξία. Ὁ αἱρετικός αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ἴσαυρος ἔμαθε γιά τόν ὅσιο Θεόφιλο καί τήν προσήλωσή του στά ὀρθόδοξα δόγματα. Πρόσταξε λοιπόν καί τόν ἔφεραν μπροστά του γιά νά τόν δικάσει. Πράγματι παραστάθηκε ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα καί ὁμολόγησε ὅτι πρέπει νά προσκυνοῦνται οἱ ἅγιες εἰκόνες. Ἀφοῦ τόν ἔδειραν, τόν πῆγαν στήν Νίκαια μαζί μέ τόν ἅγιο Λογγῖνο τόν στυλίτη. Βασανίστηκαν ἀνηλεῶς καί οἱ δύο, τόσο πού ἡ γῆ κοκκίνησε ἀπό τό αἷμα τους. Τότε ὁ ἄρχοντας τόν ρώτησε: ἄραγε ἐσύ καί οἱ ὁμόφρονές σου εἶστε ἀνόητοι ἤ ὁ βασιλιᾶς; Ὁ ὅσιος τότε πρότεινε νά διαλεχθοῦν περί τοῦ θέματος, βασιζόμενοι στίς ἁγίες γραφές καί πράγματι ὁ ἄρχοντας πείστηκε, ὅτι πρέπει νά προσκυνῶνται οἱ εἰκόνες καί ἄφησε ἐλεύθερο τόν ἅγιο Θεόφιλο. Ὁ ὅσιος ἀν καί στεναχωρήθηκε, διότι δέν ὁλοκλήρωσε τό μαρτύριό του, ἐπέστρεψε καί μετά ἀπό λίγο προγνώρισε τήν κοίμησή του. Ἀφού τακτοποίησε τίς ὑποθέσεις τῆς μονῆς καί ἀποχαιρέτησε τούς ἀδελφούς, ἀπῆλθε πρός τόν Κύριο.
Ἀπολυτίκιον
(Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.)
Θεοῦ φίλον γνήσιον τὸν ἀτραπὸν τὴν στενήν, ὁδεῦσαι ποθήσαντα ἐξ ηλικίας μικρᾶς, Θεόφιλον μέλψωμεν, οὗτος γὰρ τὰς εἰκόνας, τὰς ἁγίας στηρίζων, ἤνεγκε στεῤῥοψύχως, ἀνυποίστους βασάνους, καὶ πάντων πρεσβευτὴς πρὸς Θεόν, ἔνθερμος γέγονε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις φίλε γνήσιε ἀρετῆς, ὁ τῷ Ζωοδότῃ, παιδιόθεν προσκολληθείς, καὶ ὑπὲρ εἰκόνων, Θεόφιλε τῶν θείων, ὑπενεγκὼν γενναίως, πόνους ὡς ἄσαρκος.




