12 Ὀκτωβρίου

Share:

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Φιλιπ. β΄ 12-16

12 Ὥστε, ἀγαπητοί μου, καθὼς πάντοτε ὑπηκούσατε, μὴ ὡς ἐν τῇ παρουσίᾳ μου μόνον, ἀλλὰ νῦν πολλῷ μᾶλλον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου, μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε· 13 ὁ Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας. 14 πάντα ποιεῖτε χωρὶς γογγυσμῶν καὶ διαλογισμῶν, 15 ἵνα γένησθε ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι, τέκνα Θεοῦ ἀμώμητα ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης, ἐν οἷς φαίνεσθε ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ, 16 λόγον ζωῆς ἐπέχοντες, εἰς καύχημα ἐμοὶ εἰς ἡμέραν Χριστοῦ, ὅτι οὐκ εἰς κενὸν ἔδραμον οὐδὲ εἰς κενὸν ἐκοπίασα.

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

   12 Ὥστε, ἀγαπητοί μου, τὸ συμπέρασμά μας ἀπὸ αὐτά, ποὺ σᾶς εἶπα, εἶναι τοῦτο: Νὰ μιμηθῆτε τὸν Χριστόν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἑαυτόν σας. Καθὼς δηλαδὴ πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν ὑπηκούσατε, ἔτσι καὶ τώρα, ὄχι μόνον ὅταν ἤμην παρὼν μεταξύ σας, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τώρα κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου, μὲ φόβον καὶ τρόμον νὰ ἐργάζεσθε διὰ νὰ φέρετε εἰς πέρας τὴν σωτηρίαν σας. 13 Λέγω μὲ φόβον καὶ μὲ τρόμον, διότι πρόκειται περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐργάζεται ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς καὶ ὄχι ἄνθρωπος εἶναι αὐτός, ποὺ ἀποτελεσματικῶς ἐργάζεται μέσα σας καὶ τὸ νὰ θέλετε καὶ τὸ νὰ ἐνεργῆτε διὰ νὰ πληρωθῇ ἡ ἀγαθή του θέλησις τοῦ νὰ σωθῆτε. Ὁ Θεός, χωρὶς νὰ ἐκμηδενίζῃ τὴν ἐλευθερίαν σας, δημιουργεῖ μέσα σας καὶ τὴν θέλησιν τὴν καλήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν προθυμίαν, ἀκόμη δὲ καὶ σᾶς ἐνισχύει νὰ ἐργασθῆτε τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας σας. 14 Ὅλα ὅσα ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας σας, κάμετέ τα χωρὶς γογγυσμούς, ὅτι τάχα ὁ Θεὸς σᾶς ἐπιβάλλει ὑπερβολικὰ ἡ ἀνυπόφορα καὶ θλιβερά, καὶ χωρὶς ἐσωτερικὰς ἀμφιβολίας καὶ ταλαντεύσεις περὶ τοῦ ἂν εἶναι ὀρθαὶ καὶ δίκαιοι αἱ ἐντολαὶ καὶ αἱ βουλαὶ τῆς θείας Προνοίας. 15 Κάμετ τα ὅλα μὲ προθυμίαν, διὰ νὰ γίνετε ἄμεμπτοι εἰς τὴν ἐξωτερικν σας συμπεριφορὰν καὶ εἰλικρινεῖς εἰς τὰ ἐσωτερικα σας ἐλατήρια καὶ διαθέσεις, τέκνα Θεοῦ ἐλεύθερα ἀπὸ κάθε ἠθικὴν λέραν ἐν μέσῳ μιᾶς γενεᾶς ἀνθρώπων στρεβλῶν καὶ διεστραμμένων, ὅπως εἶναι οἰ σύγχρονοί μας ἄνθρωποι. Ἀλλὰ σεῖς μεταξὺ αὐτῶν φαίνεσθε σὰν φωτεινὰ ἀστέρια μέσα εἰς κόσμον σκοτεινόν, 16 καὶ κρατεῖτε στερεὰ καὶ ἐφαρμόζετε τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου, ποὺ ἔχει ζωτικότητα καὶ μεταδίδει ζωήν. Καὶ θέλω νὰ γίνετε ἄμεμπτοι καὶ νὰ κρατῆτε τὸν λόγον τοῦ εὐαγγελίου, διὰ νὰ εἶσθε κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καύχημά μου, ποὺ θὰ μαρτυρῇ καὶ θὰ ἀποδεικνύῃ, ὅτι δὲν ἔτρεξα ἀνωφελῶς, οὔτε ἐκοπίασα μάταια, ἀλλ’ ἡ διδασκαλία μου καὶ οἰ κόποι μου ἔφεραν καρποὺς πλουσίους.

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Λκ. ζ’ 36-50

36 Ἠρώτα δέ τις αὐτὸν τῶν Φαρισαίων ἵνα φάγῃ μετ᾿ αὐτοῦ· καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη. 37 καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ πόλει ἥτις ἦν ἁμαρτωλός, καὶ ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου 38 καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ τοῖς δάκρυσι καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσε, καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἤλειφε τῷ μύρῳ. 39 ἰδὼν δὲ ὁ Φαρισαῖος ὁ καλέσας αὐτὸν εἶπεν ἐν ἑαυτῷ λέγων· οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκεν ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι. 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Σίμων, ἔχω σοί τι εἰπεῖν, ὁ δέ φησι· διδάσκαλε, εἰπέ. 41 δύο χρεωφειλέται ἦσαν δανειστῇ τινι. ὁ εἷς ὤφειλε δηνάρια πεντακόσια, ὁ δὲ ἕτερος πεντήκοντα. 42 μὴ ἐχόντων δὲ αὐτῶν ἀποδοῦναι, ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο· τίς οὖν αὐτῶν, εἰπέ, πλεῖον αὐτὸν ἀγαπήσει; 43 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπεν· ὑπολαμβάνω ὅτι ᾧ τὸ πλεῖον ἐχαρίσατο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ὀρθῶς ἔκρινας. 44 καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γυναῖκα τῷ Σίμωνι ἔφη· βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου εἰς τὴν οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς πόδας μου οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέ μου τοὺς πόδας καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμαξε. 45 φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ ἀφ᾿ ἧς εἰσῆλθεν οὐ διέλιπε καταφιλοῦσά μου τοὺς πόδας. 46 ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας· αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψέ μου τοὺς πόδας. 47 οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ. 48 εἶπε δὲ αὐτῇ· ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι. 49καὶ ἤρξαντο οἱ συνανακείμενοι λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν; 50 εἶπε δὲ πρὸς τὴν γυναῖκα· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

  36 Τὸν παρεκάλει δὲ κάποιος ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους νὰ φάγῃ μαζί του. Καὶ ἀφοῦ ἐμβῆκεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Φαρισαίου, ἐξηπλώθη πλησίον τῆς τραπέζης, ὅπως τότε ἐσυνηθίζετο. 37 Καὶ ἰδοὺ μία γυναῖκα, ποὺ ἔζη εἰς τὴν πόλιν, ἡ ὁποία ἦτο ἁμαρτωλή, ὅταν ἐπληροφορήθη ὅτι εἶναι καθισμένος καὶ τρώγει εἰς τὸν οἶκον τοῦ Φαρισαίου, ἔφερεν ἀγγεῖον ἀπὸ ἀλάβαστρον γεμᾶτον ἀπὸ μῦρον 38 καὶ ἀφοῦ ἐστάθη πλησίον τῶν ποδῶν του, ὀπίσω ἀπὸ τὴν τράπεζαν, ὅπως ἦτο ἑξαπλωμένος ὁ Κύριος, σκεπτομένη τὰς ἁμαρτίας της ἐξέσπασεν εἰς κλαυθμούς. Καὶ ἤρχισε νὰ βρέχει τοὺς πόδας του μὲ τὰ ἄφθονα δάκρυά της καὶ τοὺς ἐσπόγγιζε μὲ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς της. Συγχρόνως δὲ ἐφιλοῦσε μὲ εὐλαβῆ πόθον τοὺς πόδας του καὶ τοὺς ἔλειφε μὲ τὸ μύρον. 39 Ὅταν δὲ εἶδεν αὐτὸ ὁ Φαρισαῖος, ποὺ τὸν ἐκάλεσεν εἰς τὸ γεῦμα, ἐσκέφθη μέσα του καὶ εἶπεν· Αὐτός, ἐὰν ἦτο προφήτης, θὰ ἐγνώριζε διὰ τοῦ διορατικοῦ πνεύματος, ποὺ ἔχουν οἱ προφῆται, ποία εἶναι καὶ ποίαν διαγωγὴν καὶ ποῖον βίον διεφθαρμένον ἔχει ἡ γυναῖκα αὐτή, ποὺ τὸν ἐγγίζει· θὰ ἐγνώριζε δηλαδὴ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλή. 40 Καὶ τότε ὁ Ἰησοῦς ἀπαντῶν εἰς τοὺς ἀποκρύφους αὐτοὺς διαλογισμοὺς τοῦ Φαρισαίου τοῦ εἶπε· Σίμων, ἔχω κάτι νὰ σοῦ εἴπω. Αὐτὸς δὲ εἶπε· Διδάσκαλε, εἰπέ. 41 Ἦσαν εἰς κάποιον δανειστὴν δύο χρεωφειλέται. Ὁ ἕνας ἐχρεώστει πεντακόσια δηνάρια, ὁ ἄλλος πεντήκοντα. 42 Ἐπειδὴ δὲ αὐτοὶ δὲν εἶχαν νὰ δώσουν πάλιν τὰ δανεικά, ὁ δανειστὴς ἐχάρισε τὸ χρέος καὶ εἰς τοὺς δύο. Εἰπέ μου λοιπὸν τώρα, ποῖος ἐξ αὐτῶν θὰ ἀγαπήσῃ τοῦτον περισσότερον; 43 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Σίμων καὶ εἶπε· Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ὁ δανειστὴς ἐχάρισε τὸ περισσότερον χρέος, αὐτὸς καὶ θὰ ἀγαπήσῃ περισσότερον. Ὁ Ἰησοῦς δὲ τοῦ εἶπε τότε· Ὀρθῶς ἔκρινας. 44 Καὶ ἀφοῦ ἔστρεψε πρὸς τὴν γυναῖκα, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Βλέπεις αὐτὴν τὴν γυναῖκα; Ἐμβῆκα εἰς τὸν οἶκον σου καὶ δέν μοῦ ἔρριψες νερὸ διὰ νὰ πλύνω τοὺς πόδας μου· αὐτὴ ὅμως ὄχι μὲ κοινὸν νερό, ἀλλὰ μὲ αὐτὰ τὰ δάκρυά της μοῦ ἔβρεξε τοὺς πόδας καὶ μοῦ τοὺς ἐσπόγγισε μὲ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς της. 45 Σὺ δέν μοῦ ἔδωκες φίλημα οὔτε εἰς τὸ πρόσωπον. Αὐτὴ ὅμως, ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ἐμβῆκε, δὲν ἔπαυσε μὲ πολλὴν ταπείνωσιν νὰ μοῦ καταφιλῇ τοὺς πόδας. 46 Σὺ δὲν μοῦ ἤλειψες τὴν κεφαλὴν μὲ ἀπλοῦν ἔλαιον, ποὺ εἶναι τόσον ἐθηνόν. Αὐτὴ ὅμως μὲ πανάκριβον μύρον μοῦ ἤλειψεν ὄχι τὴν κεφαλήν, ἀλλὰ τοὺς πόδας. 47 Ἕνεκα δὲ τούτου, σὲ βεβαιῶ καὶ μάθε το, εἶναι συγχωρημέναι αἱ πολλαί της ἁμαρτίαι, διότι ἠγάπησε πολύ. Ἐζήτησε τὴν ἄφεσιν τοῦ χρέους τῶν ἁμαρτιῶν της, γεμᾶτη εὐγνωμοσύνην καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς ἐμέ, ποὺ θὰ τὴν συνεχώρουν. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ νομίζει, ὅτι δὲν χρεωστεῖ πολλά, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδέαν του ἀφίνεται ὀλίγον χρέος, ὀλίγον ἀγαπᾷ, ὅπως συμβαίνει μὲ σέ. Ἡ γυναῖκα δηλαδὴ αὐτὴ μὲ ἠγάπησεν ὡς σωτῆρα της πολὺ περισσότερον ἀπὸ σέ, ποὺ δὲν αἰσθάνεσαι τόσον τὴν ἀνάγκην νὰ σὲ σώσω. 48 Εἶπε δὲ πρὸς αὐτήν· Εἶναι συγχωρημέναι αἱ ἁμαρτίαι σου. 49 Καὶ ἤρχισαν αὐτοί, ποὺ ἐκάθηντο μαζὶ εἰς τὸ τραπέζι, νὰ λέγουν μέσα τους· Ποῖος εἶναι αὐτός, ὁ ὁποῖος καὶ ἁμαρτίας ἀκόμη τολμᾷ νὰ συγχωρῇ; 50 Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς τὴν γυναῖκα· Οἱ ὁμοτράπεζοί μου δὲν ἔχουν τὴν πίστιν τὴν ἰδικήν σου. Σὺ ἦλθες εἰς ἐμὲ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ λάβῃς τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν σου. Ἡ πίστις σου αὐτὴ σὲ ἔσωσε. Πήγαινε μὲ τὴν συνείδησιν ἤρεμον καὶ μὲ τὴν καρδίαν γεμᾶτην εἰρήνην. Καὶ πρόσεξε νὰ μὴ χάσῃς ποτὲ τὴν εἰρήνην αὐτήν.

 

 

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΑΓΙΟΣ  ΣΥΜΕΩΝ  Ο  ΝΕΟΣ  ΘΕΟΛΟΓΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου Καθηγητού

   Η ορθόδοξη θεολογία μας δεν είναι θεωρητικό σχήμα και δεν υπάρχει για να ικανοποιεί τη διάνοιά μας, αλλά είναι βίωμα, τρόπος ζωής, μέθεξη της Θεότητας και κατά χάριν θέωση. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά της με τη δυτική και γενικά τη θεολογία των αιρετικών, η οποία ικανοποιεί διανοητικά σχήματα, δίνει την ψευδαίσθηση της δήθεν πληρότητας της αλήθειας και γι’ αυτό οδηγεί από κακοδοξία σε κακοδοξία και από αίρεση σε αίρεση. Αντίθετα η προσέγγιση της θεολογίας της Εκκλησίας μας ως εκκλησιαστικό βίωμα, ως κατά φύσιν τρόπο υπάρξεως, δε διδάσκει απλά την αλήθεια, αλλά την μεταποιεί σε μεταμόρφωση των πιστών, μέχρι του σημείου να έχουν θεοπτία, ζωντανή αίσθηση των ακτίστων ενεργειών του Θεού στην καθημερινή τους ζωή. Το γεγονός αυτό το βίωσαν οι άγιοι της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς που αξιώθηκε να δει το άκτιστο φως του Θεού με τα σωματικά του μάτια, είναι και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ένας από τους μεγαλυτέρους Πατέρες και Θεολόγους της Εκκλησίας μας. Γεννήθηκε το 957 στη μικρασιατική πόλη Γαλάτεια της Παφλαγονίας και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Οι ευγενείς γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σοβαρή παιδεία, διότι τον προόριζαν για υψηλά κρατικά αξιώματα. Σε ηλικία έξι χρονών τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη να σπουδάσει. Αναδεικνύεται σύντομα μια σημαίνουσα προσωπικότητα της Βασιλεύουσας. Με τη βοήθεια ενός θείου του ευγενούς ορίζεται ως σπαθαροκουβιλάριος, με τη δυνατότητα να αναχθεί συγκλητικός. Ασκεί τα καθήκοντά του με επιτυχία, αλλά και ταπείνωση. Δεν τον συνεπαίρνει η λαμπρότητα της κοσμικής εξουσίας και δε σκόπευε να περάσει όλη του τη ζωή ανάμεσα στους μωροφιλόδοξους ευγενείς της εξουσίας. Η γνωριμία του και η πνευματική σχέση του με τον στουδίτη άγιο Συμεών τον Ευλαβή, του αλλάζει τη ζωή.

   Μετά το θάνατο του Νικηφόρου Φωκά το 969, εγκαταλείπει τη θέση του και αποσύρεται στην ονομαστή Μονή για να ζήσει κοντά στον πνευματικό του. Εκείνος δε συμφωνεί, διότι ήταν μόνο 14 ετών, και τον συμβουλεύει να γυρίσει ξανά στη θέση του. Σε ηλικία 20 ετών δέχτηκε μια ιδιαίτερη ευλογία από το Θεό. Μια νύχτα ενώ προσευχόταν θερμά, γέμισε το δωμάτιό του από ένα εκτυφλωτικό και ανεξήγητο φως. Ο Συμεών έπεσε σε έκσταση και είχε την αίσθηση ότι είχε ανυψωθεί στον ουρανό. Μια ανεξήγητη χαρά γέμισε την ψυχή του για τη θεία οπτασία. Έτρεξε αμέσως στον πνευματικό του στον οποίο δηγήθηκε την οπτασία και τον παρακάλεσε να τον δεχτεί κοντά του. Εκείνος και πάλι αρνήθηκε, προφανώς, από θεία έμπνευση για να σμιλευτεί ακόμα η θέληση του μαθητή του. Σε ηλικία 26 ετών επαναλήφτηκε η θαυμαστή οπτασία. Εκείνο τον καιρό του είχε ανατεθεί μια υπηρεσιακή αποστολή στην πατρίδα του. Πριν αναχωρήσει ανακοίνωσε στον πνευματικό του και τη νέα οπτασία. Εκείνος του αποκάλυψε ότι ήταν σε ηλικία που μπορούσε να γίνει μοναχός. Η χαρά του υπήρξε απρόσμενη. Πραγματοποίησε το ταξίδι του και με την ευκαιρία, ανακοίνωσε στους γονείς του την πρόθεσή του να ακολουθήσει το μοναχικό βίο. Εκείνοι αντέδρασαν βίαια και προσπάθησαν να τον μεταπείσουν, διότι έβλεπαν τη λαμπρή καριέρα που απλωνόταν μπροστά του. Εκείνος παραμένει αμετάπειστος. Αποσύρθηκε στη Μονή του Στουδίου, όπου εκάρη μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα του πνευματικού του, Συμεών. Αλλά δεν άργησαν οι πειρασμοί. Η υπακοή του στον πνευματικό του κίνησε το φθόνο των συμμοναστών του, διότι έπρεπε να υπακούει μόνο στο ηγούμενο Πέτρο. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να φύγει και να εγκατασταθεί. Τότε ήταν που είδε και τρίτη κατά σειράν θεία οπτασία. Εγκαταστάθηκε στην παρακείμενη Μονή του Αγίου Μάμαντα του Ξηροκέρκου, όπου ηγούμενος ήταν ο ευλαβής Αντώνιος. Ήρθε ο πατέρας του με αρκετούς συγκλητικούς για να τον μεταπείσουν να γυρίσει στον κόσμο. Εκείνος αρνείται και πάλι, ενώ ταυτόχρονα βλέπει και τέταρτη θεία οπτασία. Ήταν 29 ετών, όταν ο ηγούμενος κοιμήθηκε. Ύστερα από απαίτηση της αδελφότητας της Μονής και τη σύμφωνη γνώμη του Πατριάρχη Νικολάου Β΄ του Χρυσοβέργη, εκλέχτηκε ηγούμενος της Μονής. Κατά τη διάρκεια της χειροτονίας του σε πρεσβύτερο είδε και πέμπτη θεία οπτασία. Ως ηγούμενος της Μονής του Αγίου Μάμαντα ο Συμεών κλήθηκε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα, από οικοδομικές εργασίες της Μονής ως και αυτή την πνευματική καλλιέργεια της αδελφότητας. Ως νηπτικός μοναχός και μυστικός θεολόγος ομιλούσε για «θείο έρωτα» και για έλλαμψη του «θείου φωτός».

   Οι μοναχοί επειδή δεν τον καταλάβαιναν τον θεώρησαν αιρετικό και του κήρυξαν τον πόλεμο. Μερικοί κατέφυγαν στον Πατριάρχη για να καθαιρεθεί. Εκείνος τον κήρυξε αθώο. Παρέμεινε στη θέση του ηγουμένου για 25 χρόνια. Το 1013, σε ηλικία 57 ετών, αφού παρέδωσε την ηγουμενία στον μαθητή του Αρσένιο αποσύρθηκε σε κοντινό ησυχαστήριο και επιδόθηκε στην άσκηση και το συγγραφικό έργο. Όμως ο μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος κατόρθωσε να πείσει τον Πατριάρχη να τον στείλει εξορία, στην περιοχή της Χρυσούπολης, επειδή θεωρούσε τον πνευματικό του πατέρα Συμεών, άγιο. Εγκαταστάθηκε σε κάποιο ερημοκκλήσι της Αγίας Μαρίνας, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 1037 σε ηλικία 80 ετών, αφού είχε προβλέψει τον θάνατό του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Οκτωβρίου. Ο άγιος Συμεών έλαβε τον τίτλο του νέου θεολόγου, διότι ανήκει στους μεγάλους διδασκάλους της Εκκλησίας μας. Ανήκει στους μυστικούς θεολόγους, ο οποίος καλλιέργησε και βίωσε τη μυστική θεολογία, ως θεοπτία. Τα έργα του « Ύμνοι Θείων Ερώτων», «Κατηχήσεις» και «Πρακτικά και Θεολογικά Κεφάλαια», αποτέλεσαν τη βάση της μετέπειτα μυστικής θεολογίας και της πνευματικής ζωής των πιστών.

Ἀπολυτίκιον

(Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.)

   Θείαν ἔλλαμψιν, Συμεὼν Πάτερ, εἰσδεξάμενος, ἐν τῇ ψυχῇ σου, φωστὴρ ἐν κόσμῳ ἐδείχθης λαμπρότατος, διασκεδάζων αὐτοῦ τὴν σκοτόμαιναν, καὶ πάντας πείθων ζητεῖν, ἣν ἀπώλεσαν, χάριν Πνεύματος. Αὐτὸ ἐκτενῶς ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Μεγαλυνάριον

   Ἄπασαν τήν αἴσθησιν ὑπερβάς, ἐκ τῶν ὑπέρ φύσιν, θεαμάτων τάς δωρεάς, θεολόγῳ γλώσσῃ, ὧ Συμεών πορθμεύεις, καλλιγραφῶν τόν τρόπον τόν τῆς θεώσεως.

Previous Article

13 Ὀκτωβρίου

Next Article

11 Ὀκτωβρίου