2 Σεπτεμβρίου

Share:

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Β΄ Κορ. ιγ΄ 3-13

   3 Ἐπεὶ δοκιμὴν ζητεῖτε τοῦ ἐν ἐμοὶ λαλοῦντος Χριστοῦ, ὃς εἰς ὑμᾶς οὐκ ἀσθενεῖ, ἀλλὰ δυνατεῖ ἐν ὑμῖν. 4 καὶ γὰρ εἰ ἐσταυρώθη ἐξ ἀσθενείας, ἀλλὰ ζῇ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ· καὶ γὰρ ἡμεῖς ἀσθενοῦμεν ἐν αὐτῷ, ἀλλὰ ζησόμεθα σὺν αὐτῷ ἐκ δυνάμεως Θεοῦ εἰς ὑμᾶς. 5 Ἑαυτοὺς πειράζετε εἰ ἐστὲ ἐν τῇ πίστει, ἑαυτοὺς δοκιμάζετε. ἢ οὐκ ἐπιγινώσκετε ἑαυτοὺς ὅτι Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν ὑμῖν ἐστιν; εἰ μή τι ἀδόκιμοί ἐστε. 6 ἐλπίζω δὲ ὅτι γνώσεσθε ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἐσμὲν ἀδόκιμοι. 7 εὔχομαι δὲ πρὸς τὸν Θεὸν μὴ ποιῆσαι ὑμᾶς κακὸν μηδέν, οὐχ ἵνα ἡμεῖς δόκιμοι φανῶμεν, ἀλλ’ ἵνα ὑμεῖς τὸ καλὸν ποιῆτε, ἡμεῖς δὲ ὡς ἀδόκιμοι ὦμεν. 8 οὐ γὰρ δυνάμεθά τι κατὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. 9 χαίρομεν γὰρ ὅταν ἡμεῖς ἀσθενῶμεν, ὑμεῖς δὲ δυνατοὶ ἦτε· τοῦτο δὲ καὶ εὐχόμεθα, τὴν ὑμῶν κατάρτισιν. 10 Διὰ τοῦτο ταῦτα ἀπὼν γράφω, ἵνα παρὼν μὴ ἀποτόμως χρήσωμαι κατὰ τὴν ἐξουσίαν ἣν ἔδωκέ μοι ὁ Κύριος εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν. 11 Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, καταρτίζεσθε, παρακαλεῖσθε, τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε, καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ’ ὑμῶν. 12 Ἀσπάσασθε ἀλλήλους ἐν ἁγίῳ φιλήματι. ἀσπάζονται ὑμᾶς οἱ ἅγιοι πάντες. 13 Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.

 

Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ

   3 Θὰ κάμω χρῆσιν τῆς ἐξουσίας μου, ἀφοῦ ζητεῖτε νά λάβετε πεῖραν καὶ ἀπόδειξιν τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ δι’ ἐμοῦ καὶ ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς σᾶς δὲν ἐδείχθη ἀσθενής, ἀλλὰ μὲ τὰ ποικίλα θαύματα, ποὺ εἰργάσθη διὰ μέσου ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων του καὶ μὲ τὰ πολλὰ χαρίσματα ποὺ ἐλάβατε, δεικνύει τὴν δύναμίν του μεταξύ σας. 4 Δεικνύει δὲ τὴν δύναμίν του, διότι, καὶ ἐὰν ἐσταυρώθη λόγῳ τοῦ ὅτι ἡνώθη μὲ τὴν ἀσθενῆ ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ ἔπαθεν ὡς ἄνθρωπος, εἶναι ὅμως γεμᾶτος ζωήν, λόγω τοῦ ὅτι εἶναι Θεὸς καὶ ἔχει δύναμιν Θεοῦ. Ὅ,τι δὲ συνέβη μὲ τὸν Χριστόν, συμβαίνει καὶ μὲ ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους του. Διότι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἀσθενεῖς, ἐπειδὴ μένομεν ἐνωμένοι μὲ αὐτὸν καὶ εἴμεθα ξένοι πρὸς τὸν κόσμον, ποὺ μᾶς καταδιώκει. Ἀλλὰ θὰ ἀποδειχθῶμεν μεταξύ σας γεμᾶτοι ζωὴν μαζί του ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, ὅταν θὰ ἔλθωμεν καὶ θὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν ἀποστολικήν μας ἐξουσίαν. 5 Ἀντὶ νὰ ἐξετάζετε ἡμᾶς, ἐξετάζετε τοὺς ἑαυτούς σας, ἐὰν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν πίστιν· τοὺς ἑαυτούς σας νὰ δοκιμάζετε. Ἡ δὲν γνωρίζετε καλὰ τοὺς ἑαυτούς σας, ὥστε νὰ ἠξεύρετε ὅτι, ὅταν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν πίστιν, εἶναι ὁ Χριστὸς μέσα σᾶς; Ἐκτὸς ἐὰν δὲν ἐζήσατε μέσα σας τὸν Χριστὸν καὶ εἶσθε διὰ τοῦτο ἄξιοι ἀποδοκιμασίας. 6 Ἐλπίζω ὅμως, ὅτι θὰ μάθετε, ὅταν θὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν ἐξουσίαν μας, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἄξιοι ἀποδοκιμασίας. 7 Εὔχομαι δὲ εἰς τὸν Θεόν νὰ μὴ πράξετε σεῖς κανὲν κακόν. Ὄχι, δὲν θέλω νὰ φανῶμεν ἡμεῖς δόκιμοι ἀπόστολοι, ἔχοντες ἐξουσίαν καὶ δύναμιν νὰ τιμωρῶμεν τοὺς παρεκτρεπομένους. Ἀλλὰ θέλω νὰ κάμετε σεῖς τὸ καλόν, ἠμεῖς δὲ νὰ φαινώμεθα σὰν ἀδόκιμοι καὶ μὴ ἔχοντες ἐξουσίαν καὶ δύναμιν τιμωρητικήν. 8 Πράγματι δὲ θὰ φαινώμεθα σὰν ἀδόκιμοι, διότι δὲν ἔχομεν καμμίαν δύναμιν κατ’ ἐκείνων, ποὺ ζοῦν ζωὴν σύμφωνον πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ τὴν δύναμιν, ποὺ μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεός, τὴν χρησιμοποιοῦμεν ὑπὲρ τῆς ἀληθείας τιμωροῦντες τοὺς παρεκτρεπομένους ἀπὸ αὐτὴν καὶ διὰ τῆς ἐξουσίας μας παιδαγωγοῦντες εἰς μετάνοιαν τοὺς ἁμαρτάνοντας ἀδελφούς. 9 Διότι χαίρομεν, ὅταν ἡμεῖς νομιζώμεθα ἀσθενεῖς, σεῖς δὲ εἶσθε ἐνάρετοι καὶ δυνατοί, ὥστε ἡ ἰδική μας ἐξουσία νὰ μὴ ἔχῃ θέσιν διὰ σᾶς. Τοῦτο δὲ καὶ εὐχόμεθα, δηλαδὴ τὴν τελειοποίησίν σας. 10 Διὰ τοῦτο γράφω αὐτὰ τώρα ποὺ εἶμαι ἀπών, ὥστε ὅταν θὰ εἶμαι παρών, νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ἀπότομον τρόπον σύμφωνα μὲ τὴν ἐξουσίαν, ποὺ μοῦ ἔδωκεν ὁ Κύριος, διὰ νὰ οἰκοδομῶ καὶ ὄχι διὰ νὰ κατακρημνίζω. 11 Λοιπόν, ἀδελφοί, χαίρετε, ἐργάζεσθε πρὸς τελειοποίησίν σας, παρηγορεῖσθε, ἔχετε τὸ αὐτὸ φρόνημα, ζῆτε ἐν εἰρήνῃ. Καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης θὰ εἶναι μαζί σας. 12 Ἀνταλλάξετε μεταξύ σας ἐγκάρδιον χαιρετισμὸν μὲ φίλημα ἅγιον. Σᾶς χαιρετοῦν ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ τῶν μερῶν, εἷς τὰ ὁποῖα τώρα εὑρίσκομαι. 13 Ἡ χάρις ποὺ δίδεται ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ἡ ἀγάπη του Θεοῦ Πατρὸς καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰς δωρεὰς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴθε νὰ εἶναι μὲ ὅλους σας. Ἀμήν.

 

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ

Μρ. δ΄ 35-41

  35 Καὶ λέγει αὐτοῖς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὀψίας γενομένης· διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν. 36 καὶ ἀφέντες τὸν ὄχλον παραλαμβάνουσιν αὐτὸν ὡς ἦν ἐν τῷ πλοίῳ· καὶ ἄλλα δὲ πλοῖα ἦν μετ᾿ αὐτοῦ. 37 καὶ γίνεται λαῖλαψ ἀνέμου μεγάλη, τὰ δὲ κύματα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ πλοῖον, ὥστε ἤδη αὐτὸ βυθίζεσθαι. 38 καὶ ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων· καὶ διεγείρουσιν αὐτὸν καὶ λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἀπολλύμεθα; 39 καὶ διεγερθεὶς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ καὶ εἶπε τῇ θαλάσσῃ· σιώπα, πεφίμωσο. καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. 40 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί δειλοί ἐστε οὕτω; πῶς οὐκ ἔχετε πίστιν; 41 καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν καὶ ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους· τίς ἄρα οὗτός ἐστιν, ὅτι καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;

 

Ἑρμηνεία Π.Ν. Τρεμπέλα, Ἐκδόσεις Σωτήρ

   35 Καὶ ὅταν ἐβράδυασε κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν, ποὺ εἶπε τὰς παραβολὰς αὐτάς, λέγει εἰς αὐτούς· Ἂς περάσωμεν ἀπέναντι. 36 Καὶ ἀφοῦ ἀφῆκε τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ εἰς τὴν παραλίαν, τὸν παίρνουν μαζί των οἰ μαθηταί, ὅπως ἦτο ὁ Κύριος μέσα εἰς τὸ πλοῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἐδίδασκε τὰ πλήθη. Ἦσαν δὲ καὶ ἄλλα πλοιάρια, ποὺ ἔπλεαν μαζὶ μὲ τὸ πλοῖον τοῦ Κυρίου. 37 Καὶ γίνεται μεγάλη ἀνεμοζάλη, τὰ κύματα δὲ έκτυποῦσαν ἐπάνω εἰς τὸ πλοῖον, ὥστε ἐκινδύνευε πλέον αὐτὸ νὰ βυθισθῇ. 38 Καὶ ἐξηκολούθει αὐτὸς νὰ κοιμᾶται εἰς τὴν πρύμνην εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ θρανίου, ποὺ ἦτο ἐκεῖ. Καὶ τὸν ἐξύπνησαν καὶ τοῦ εἶπαν· Διδάσκαλε, δὲν σὲ μέλει ποὺ χανόμεθα; 39 Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη, ἐπέπληξε τὸν ἄνεμον καὶ εἶπεν εἰς τὴν θάλασσαν· Σώπα, βουβάθητι. Καὶ κατέπεσεν ὁ ἄνεμος καὶ ἔγινε μεγάλη γαλήνη εἰς τὴν θάλασσαν. 40 Καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· Διατὶ εἶσθε τόσον δειλοί, ὥστε νὰ τὰ χάνετε; Ἀφοῦ τόσα θαύματα μὲ εἶδατε νὰ κάνω, πῶς δὲν ἔχετε πίστιν ἀκλόνητον, ὥστε νὰ μὴ ἀνησυχῆτε, ὅταν μὲ ἔχετε πλησίον σας; 41 Καὶ ἐφοβήθησαν φόβον εὐλαβείας μεγάλον διὰ τὴν παρουσίαν καὶ ἐνέργειαν τῆς θείας δυνάμεως. Καὶ ἔλεγαν μεταξύ τους ὁ ἕνας εἰς τὸν ἄλλον· Ποῖος λοιπὸν νὰ εἶναι αὐτός; Εἶναι πολὺ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅ,τι τὸν ἐθεωρούσαμεν ἕως τώρα, διότι καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα τὸν ὑπακούουν.

 

 

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΝΗΣΤΕΥΤΗΣ

   Στίς 2 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Νηστευτή. Ὁ ἅγιος ἔζησε στούς χρόνους τῶν βασιλέων Ἰουστίνου, Τιβερίου καί Μαυρικίου. Γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη κι ἔγινε χαράκτης. Ἦταν εὐσεβής, ἐλεήμων, φιλόξενος καί πολὐ θεοσεβής. Κάποτε δέχθηκε ἕναν μοναχό ὀνόματι Εὐσέβιο ἀπό τήν Παλαιστίνη, ὁ ὁποῖος περπατώντας στή δεξιά μεριά τοῦ ἁγίου, ἄκουσε φωνή πού τοῦ ἔλεγε “δέν σοῦ εἶναι συγχωρημένο νά περπατᾶς στή δεξιά μεριά τοῦ μεγάλου Ἰωάννου”, προμηνύοντας τό μέγα ἀξίωμα τῆς ἀρχιερωσύνης πού ἐπρόκειτο νά λάβει ὁ Ἰωάννης. Χειροτονήθηκε άναγνώστης, διάκονος καί μετά πρεσβύτερος. Ὅταν ἦταν ἀκόμη διάκονος, πῆγε ἕνα μεσημέρι στόν Ναό τοῦ ἁγίου Λαυρεντίου κι ἐκεῖ βρῆκε ἕναν ἐρημίτη, τόν ὁποῖο κανείς δέν γνώριζε. Αὐτός ὁ ἐρημίτης λοιπόν ἔδειχνε στόν ἅγιο Ἰωάννη τά σκαλοπάτια πού ἀνέβαιναν πίσω ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα πρός τό ἱερό σύνθρονο, ὅπου κάθονται οἱ ἀρχιερεῖς καί καθώς τοῦ τά ἔδειχνε, φάνηκαν μυριάδες ἁγίων, ντυμένοι μέ λευκές, λαμπρές στολές, ἀκουγόταν δέ μία γλυκύτατη καί παναρμόνιος μελωδία. Αὐτή ἡ ὁπτασία ἦταν σημεῖο τῆς λαμπρότητας πού ἐπρόκειτο νά λάβει ὁ ἅγιος.

   Εἶχε τό διακόνημα νά μοιράζει τά χρήματα, σέ ὅσους εἴχαν ἀνάγκη, στήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Κάποτε ἐπιστρέφοντας στήν Πόλη τοῦ ἔμεινε μόνο ἕνα σακκί μέ χρήματα, ἀπό τό ὁποῖο μοίραζε ἀφειδῶς ἐλεημοσύνη. Ὅσο περισσότερο ἔδινε χρήματα τόσο γέμιζε καί τό σακκί. Ὅταν ἔφτασε ὁ ἅγιος σέ μιά ἀγορά πού ὀνομαζόταν Βοῦς, βρέθηκε κάποιος φθονερός ἄνθρωπος πού ἀναφώνησε· Κύριε ἐλέησον, ἔως πότε δέν θά ἀδειάζει αὐτό τό βαλάντιο! Ἀμέσως ἄδειασε τό σακκί κι ὁ ἅγιος κοιτώντας αὐστηρά τόν ἄνθρωπο αὐτόν εἶπε, ὁ Θεός νά σέ συγχωρήσει ἀδελφέ, διότι ἐάν δέν ἐκστόμιζες τόν φθονερό αύτόν λόγο, θά γέμιζε γιά πολλή ὧρα ἀκόμη τό σακκί. Ἀναγκάσθηκε παρά τήν θέλησή του νά χειροτονηθεῖ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μετά ἀπό ἕνα φοβερό ὅραμα πού εἶδε. Πλῆθος Ἀγγέλων τοῦ εἶπε, ὅτι ἐάν δέν δεχθεῖ, θά δοκιμάσει τιμωρίες.

   Μιά φορά διασχίζοντας ἕναν τόπο πού λεγόταν Ἕβδομος, εἶδε τήν θάλασσα τρικυμισμένη, τήν σταύρωσε καί προσευχόμενος τήν ἡρέμησε. Ἕναν τυφλό τόν γιάτρεψε κοινωνώντας τόν τά Ἄχραντα Μυστήρια. Κάποτε στήν Κωνσταντινούπολη ἔπεσε φοβερή ἐπιδημία καί οἱ ἄνθρωποι πέθαιναν κατά ἑκατοντάδες. Ὁ ἅγιος ἔδωσε δύο κοφφίνια σἐ ἕναν ὑπηρέτη του, τό ἕνα ἦταν ἄδειο καί τό ἄλλο γεμάτο ἀπό μικρές πέτρες. Τοῦ εἶπε νά σταθεῖ στόν δρόμο πού ὀνομαζόταν Βοῦς, καί νά ρίχνει στό ἄδειο κοφφίνι μία πέτρα γιά κάθε νεκρό. Πράγματι στό τέλος τῆς πρώτης ἡμέρας ὁ ὑπηρέτης μέτρησε τριακόσιους εἰκοσιτρεῖς νεκρούς. Τήν ἑπομένη ἔκανε τό ἴδιο καί εἶδε ὅτι πέθαναν λιγότεροι. Μέ τήν προσευχή τοῦ ἁγίου σέ ἑπτά ἡμέρες σταμάτησε ἐντελῶς ἡ ἐπιδημία. Ὁ ἅγιος ἦταν τόσο ἀσκητικός καί ἐγκρατῆς, ὥστε ἐπί ἕξι μῆνες δέν ἤπιε καθόλου νερό. Ἡ μοναδική του τροφή ἦταν ἕνα μαρούλι καί λίγο πεπόνι ἤ σταφύλι ἤ σῦκα καθ’ ὅλον τόν χρόνο τῆς πατριαρχείας του. Κοιμόταν ἐλάχιστα κι ἔτσι πολεμοῦσε τά πάθη, μέ νηστεία, ἀγρυπνία καί πολλή προσευχή. Μέ αὐτήν ματαίωνε τούς πολέμους τῶν ἐχθρῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί προστάτευε τό ποίμνιό του ἀπό ὁρατοῦς καί ἀοράτους ἐχθρούς.

   Κάποια Παρασκευή εἶπαν στόν ἅγιο, ὅτι τήν ἑπομένη ἐπρόκειτο νά γίνουν ἱπποδρομίες καί θέατρο, ἧταν ὅμως τό Σάββατο τῆς Πεντηκοστῆς κι ὁ ἅγιος παρεκάλεσε τόν Θεό νά δείξει κάποιο σημεῖο γιά νά ἐμποδισθοῦν αὐτά τά θεάματα. Πράγματι ἐνῶ ὁ οὐρανός ἦταν ἀνέφελος, σηκώθηκε ἀνεμοστρόβιλος κι ἄρχισε νά βρέχει μέ τέτοια σφοδρότητα, ὥστε ἔφυγαν ὅλοι ἀπό τόν ἱππόδρομο, νομίζοντας ὅτι ἔφτασε ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου. Ἰάτρευσε πολλούς ἀσθενεῖς καί πολλές στεῖρες γυναῖκες ἀπέκτησαν παιδιά μέ τήν προσευχή του. Ἐκοιμήθη τό 595 μετά ἀπό δεκατρισήμισυ ἔτη θεοφιλοῦς πατριαρχείας. Τό ἅγιο λεἰψανό του τέθηκε πρός προσκύνηση. Τότε προσῆλθε ἕνας ἔνδοξος ἔπαρχος, ὁ Νεῖλος καί ὅταν τό ἀσπάσθηκε, τότε ὦ τοῦ θαύματος! τό ἅγιο λείψανο σηκώθηκε ἀμέσως καί ἀσπασθηκε μέ τή σειρά του τόν ἔπαρχο, σάν νά ἦταν ζωντανό. Ὅλος ὁ λαός δόξασε τόν Θεό καί τούς ἁγίους Του.

 

Ἀπολυτίκιον

(Ἦχος πλ. δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.)


 Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἰωάννη Ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

 

Μεγαλυνάριον


Ἔχων τήν νηστείαν οἷαν τροφήν, τήν ψυχήν ἐτράφης τοῖς τοῦ Πνεύματος δωρεᾶς· ὅθεν διατρέφεις, τῆς χάριτος τοῖς λόγοις, παμμάκαρ Ἰωάννη πιστῶν τό πλήρωμα.

Previous Article

3 Σεπτεμβρίου

Next Article

1η Σεπτεμβρίου