ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Α΄Κορ. θ’ 19-27
19 Ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω· 20 καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω· 21 τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος Θεῷ, ἀλλ᾿ ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους· 22 ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω. 23 Τοῦτο δὲ ποιῶ διὰ τὸ εὐαγγέλιον, ἵνα συγκοινωνὸς αὐτοῦ γένωμαι. 24 οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἐν σταδίῳ τρέχοντες πάντες μὲν τρέχουσιν, εἷς δὲ λαμβάνει τὸ βραβεῖον; οὕτω τρέχετε, ἵνα καταλάβητε. 25 πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον. 26 ἐγὼ τοίνυν οὕτω τρέχω, ὡς οὐκ ἀδήλως, οὕτω πυκτεύω, ὡς οὐκ ἀέρα δέρων, 27 ἀλλ᾿ ὑποπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
19 Ἀλλὰ καὶ ὅλα μου σχεδὸν τὰ δικαιώματα τὰ ἐθυσίασα χάριν τοῦ εὐαγγελίου. Διότι, καίτοι ἤμην ἐλεύθερος ἀπὸ ὅλους, καὶ δὲν ἤμην ὑφιστάμενος εἰς κανένα ἄνθρωπον, ἐν τούτοις εἰς ὅλους ὑπεδούλωσα τὸν ἑαυτόν μου θεληματικῶς, διὰ νὰ κερδήσω τοὺς περισσοτέρους· 20 καὶ ἔγινα εἰς τοὺς Ἰουδαίους σὰν Ἰουδαῖος, διὰ νὰ κερδήσω Ἰουδαίους· εἰς ἐκείνους ποὺ εὑρίσκονται κάτω ἀπὸ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, ἔγινα σὰν νὰ ἤμην καὶ ἐγὼ ὑπὸ νόμον, διὰ νὰ κερδήσω τοὺς ὑπὸ νόμον. 21 Εἰς τοὺς ἐθνικούς, ποὺ δὲν εἶχαν ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι νόμον, διὰ νὰ κερδήσω αὐτοὺς ποὺ δὲν εἶχαν νόμον, ἔγινα σὰν ἄνομος μολονότι δὲν διέπραξα καμμίαν ἀνομίαν ἐνώπιν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ζῶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. 22 Ἔγινα εἰς τοὺς ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν γνῶσιν Χριστιανοὺς σὰν ἀσθενής, διὰ νὰ κερδήσω εἰς Χριστὸν τοὺς ἀσθενεῖς. Εἰς ὅλους ἔχω γίνει τὰ πάντα καὶ συγκατέβην πρὸς ὅλους τοὺς χαρακτῆρας, ὥστε μὲ κάθε τρόπον ἀνένοχον νὰ σώσω μερικούς. 23 Πράττω δὲ τοῦτο χάριν τοῦ Εὐαγγελίου, διὰ νὰ γίνω μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πιστοὺς σὰν ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ ἑγὼ συμμέτοχος εἰς τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα τοῦτο ὑπόσχεται. 24 Εἰς στάδιον ἀγώνων πνευματικῶν εὑρισκόμεθα. Δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ μέσα εἰς στάδιον λαμβάνουν μέρος εἰς τὸ ἀγώνισμα τοῦ δρόμου, ὅλοι μὲν τρέχουν, ἕνας δὲ λαμβάνει τὸ βραβεῖον; Νὰ τρέχετε λοιπὸν καὶ σεῖς καὶ νὰ ἀγωνίζεσθε ἔτσι προσεκτικὰ καὶ ἀκούραστα, διὰ νὰ κερδήσετε τὸ βραβεῖον. 25 Καθένας δὲ ποὺ ἀγωνίζεται, ἐγκρατεύεται εἰς ὅλα, ἀκόμη καὶ εἰς τὴν τροφὴν καὶ εἰς τὸ ποτόν. Καὶ ἐκεῖνοι μὲν ἀγωνίζονται καὶ ἐγκρατεύονται διὰ νὰ λάβουν στέφανον, ποὺ φθείρεται, ἠμεῖς ὅμως ἀγωνιζόμεθα δι’ ἄφθαρτον στέφανον. 26 Μιμηθῆτε τὸ παράδειγμά μου.Ἐγὼ λοιπὸν τρέχω ἔτσι, ὥστε ξεύρω καλὰ τί ζητῶ, διὰ ποῖον σκοπὸν ἀγωνίζομαι καὶ μὲ ποῖον τρόπον θὰ τὸν ἐπιτύχω. Δὲν παρουσιάζομαι σὰν νὰ πυγμαχῶ γρονθοκοπῶν τὸν ἀέρα καὶ ἀγωνιζόμενος στὰ κούφια. 27 Ἄλλὰ ταλαιπωρῶ τὸ σῶμα μου καὶ τὸ μεταχειρίζομαι ὡς δοῦλον, διὰ νὰ μὴ .ἀποδοκιμασθῶ καὶ ἀποδειχθῶ ἀνάξιος τοῦ βραβείου ἐγὼ ὁ ἴδιος, ποὺ ἐκήρυξα εἰς ἄλλους καὶ μὲ τὴν ἰδικήν μου προτροπὴν καὶ διδασκαλίαν ἔλαβαν αὐτοὶ τὸ βραβεῖον.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Λκ. γ’ 1-18
1 Ἐν ἔτει δὲ πεντεκαιδεκάτῳ τῆς ἡγεμονίας Τιβερίου Καίσαρος, ἡγεμονεύοντος Ποντίου Πιλάτου τῆς Ἰουδαίας, καὶ τετραρχοῦντος τῆς Γαλιλαίας Ἡρῴδου, Φιλίππου δὲ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ τετραρχοῦντος τῆς Ἰτουραίας καὶ Τραχωνίτιδος χώρας, καὶ Λυσανίου τῆς Ἀβιληνῆς τετραρχοῦντος, 2 ἐπ᾿ ἀρχιερέως Ἄννα καὶ Καϊάφα, ἐγένετο ῥῆμα Θεοῦ ἐπὶ Ἰωάννην τὸν Ζαχαρίου υἱὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ, 3 καὶ ἦλθεν εἰς πᾶσαν τὴν περίχωρον τοῦ Ἰορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, 4 ὡς γέγραπται ἐν βίβλῳ λόγων Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ· 5 πᾶσα φάραγξ πληρωθήσεται καὶ πᾶν ὄρος καὶ βουνὸς ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται τὰ σκολιὰ εἰς εὐθεῖαν καὶ αἱ τραχεῖαι εἰς ὁδοὺς λείας, 6 καὶ ὄψεται πᾶσα σὰρξ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ. 7 Ἔλεγεν οὖν τοῖς ἐκπορευομένοις ὄχλοις βαπτισθῆναι ὑπ᾿ αὐτοῦ· γεννήματα ἐχιδνῶν, τίς ὑπέδειξεν ὑμῖν φυγεῖν ἀπὸ τῆς μελλούσης ὀργῆς; 8 ποιήσατε οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, καὶ μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ.,9 ἤδη δὲ καὶ ἡ ἀξίνη πρὸς τὴν ῥίζαν τῶν δένδρων κεῖται· πᾶν οὖν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται. 10 Καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν οἱ ὄχλοι λέγοντες· τί οὖν ποιήσομεν; 11 ἀποκριθεὶς δὲ λέγει αὐτοῖς· ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι, καὶ ὁ ἔχων βρώματα ὁμοίως ποιείτω. 12 ἦλθον δὲ καὶ τελῶναι βαπτισθῆναι, καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν· διδάσκαλε, τί ποιήσομεν;1 3 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· μηδὲν πλέον παρὰ τὸ διατεταγμένον ὑμῖν πράσσετε. 14 ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν καὶ στρατευόμενοι λέγοντες· καὶ ἡμεῖς τί ποιήσομεν; καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· μηδένα συκοφαντήσητε μηδὲ διασείσητε, καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις ὑμῶν. 15 Προσδοκῶντος δὲ τοῦ λαοῦ καὶ διαλογιζομένων πάντων ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν περὶ τοῦ Ἰωάννου, μήποτε αὐτὸς εἴη ὁ Χριστός, 16 ἀπεκρίνατο ὁ Ἰωάννης ἅπασι λέγων· ἐγὼ μὲν ὕδατι βαπτίζω ὑμᾶς· ἔρχεται δὲ ὁ ἰσχυρότερός μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ· αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί. 17 οὗ τὸ πτύον ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ καὶ διακαθαριεῖ τὴν ἅλωνα αὐτοῦ, καὶ συνάξει τὸν σῖτον εἰς τὴν ἀποθήκην αὐτοῦ, τὸ δὲ ἄχυρον κατακαύσει πυρὶ ἀσβέστῳ. 18 πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἕτερα παρακαλῶν εὐηγγελίζετο τὸν λαόν.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
1 Κατὰ δὲ τὸ δέκατον πέμπτον ἔτος τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Τιβερίου Καίσαρος, ὅταν ἦτο ἡγεμὼν εἰς τὴν Ἰουδαῖαν ὁ Πόντιος Πιλᾶτος, καὶ τετράρχης εἰς τὴν Γαλιλαῖαν ὁ Ἡρῴδης Ἀντίπας, ὁ δὲ Φίλιππος ὁ ἀδελφός του ἦτο τετράρχης τῆς Ἰτουραίας καὶ τῆς Τραχωνίτιδος χώρας, καὶ ὁ Λυσανίας ἦτο τετράρχης τῆς Ἀβιληνῆς, 2 ἐπὶ τῶν ἀρχιερέων Ἄννα καὶ Καϊάφα ἦλθε διαταγὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἰωάννην τὸν υἱὸν τοῦ Ζαχαρίου εἰς τὴν ἔρημον, ὅπου ἔμενεν οὗτος. 3 Καὶ κατόπιν τῆς θείας ταύτης κλήσεως ἦλθεν ὁ Ἰωάννης εἰς ὅλα τὰ περίχωρα τοῦ Ἰορδάνου καὶ μὲ τὸ κήρυγμά του προέτρεπε τὸν λαὸν νὰ βαπτισθῇ βάπτισμα συνοδευόμενον μὲ μετάνοιαν πρὸς τὸν σκοπόν, τοῦ νὰ ἐπιτύχουν οἰ βαπτιζόμενοι τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν των, τὴν ὁποίαν θὰ τοὺς ἐξησφάλιζεν ὁ μετ’ ὀλίγον ἐρχόμενος Μεσσίας. 4 Καὶ ἦλθεν ὁ Ἰωάννης νὰ κάμῃ ἕνα τέτοιο κήρυγμα σύμφωνα μὲ ὅσα ἔχουν γραφῆ εἰς τὸ βιβλίον, ποὺ περιέχει τοὺς θεοπνεύστους λόγους τοῦ προφήτουἩσαΐου, ὁ ὁποῖος εἶπε· Φωνὴ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κράζει εἰς τὴν ἔρημον καὶ λέγει· Ἐτοιμάσατε τὸν δρόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἔλθῃ πρὸς σᾶς ὁ Κύριος· κάμετε ἴσιους καὶ ὁμαλοὺς τοὺς δρόμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ περάσῃ, καθαρίζοντες μὲ τὴν μετάνοιαν τὸ ἐσωτερικόν σας διὰ νὰ δεχθῇ τὸν Κύριον· 5 κάθε χαράδρα καὶ λαγκάδι θὰ γεμίσῃ καὶ θὰ σκεπασθοῦν τὰ χάσματά του καὶ κάθε μεγάλο βουνὸν καὶ κάθε μικρὸς λόφος θὰ χαμηλώσῃ, ὥστε τὸ ἔδαφος νὰ γίνῃ παντοῦ ὁμαλόν. Καὶ ἔτσι τὰ στραβὰ καὶ ἀνώμαλα θὰ ἰσάξουν καὶ θὰ εὐθυγραμμισθοῦν καὶ οἱ πετρώδεις δρόμοι θὰ γίνουν ὁμαλοὶ καὶ μαλακοί. Κάθε δηλαδὴ ἔλλειψις εὐλαβείας καὶ εἰλικρινείας καὶ ἀρετῆς, ποὺ γεννᾷ ἠθικὸν χάσμα εἰς τὰς ψυχάς, καὶ κάθε ἐγωϊσμὸς καὶ ἀλαζονεία, ποὺ σὰν ἄλλο βουνὸν ὑψώνεται εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, καὶ κάθε ἀνωμαλία καὶ τραχύτης καὶ δυστροπία, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας, πρέπει νὰ ἑξαλειφθοῦν καὶ νὰ γίνουν αἱ ψυχαὶ σὰν ἄλλοι δρόμοι καὶ πλατεῖαι ὁμαλαὶ καὶ ἰσοπεδωμέναι διὰ νὰ γίνῃ μέσα εἰς αὐτὰς ἡ ὑποδοχὴ τοῦ μεγάλου βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἔρχεται, 6 καὶ τότε, ὅταν συντελεσθῇ ἡ ἠθικὴ αὐτὴ προπαρασκευή, κάθε καλοδιάθετος ἄνθρωπος, μολονότι φέρει τὴν ἀδύνατον σάρκα, θὰ ἴδῃ καὶ θὰ ἀπολαύσῃ τὸ μέσον τῆς σωτηρίας, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ ᾠκονόμησεν ὁ Θεός. 7 Ἔλεγε λοιπὸν ὁ Ἰωάννης εἰς τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ ἔβγαιναν διὰ νὰ βαπτισθοῦν ὑπ’ αὐτοῦ· Ἀπόγονοι τῶν φαρμακερῶν ὀχιῶν, ποὺ ἔχετε τὴν κακίαν κληρονομικήν, διότι καὶ οἱ πρόγονοί σας ἦσαν γεμᾶτοι ἀπὸ τὸ δηλητήριον τῆς πονηρίας καὶ μοχθηρίας, ποῖος σᾶς συνεβούλευσε καὶ σᾶς ἐδείξε τὸν δρόμον νὰ φύγετε καὶ νὰ σωθῆτε ἀπὸ τὴν ὀργήν, ποὺ πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ξεσπάσῃ; 8 Μόνον τὸ βάπτισμα δὲν σᾶς ὠφελεῖ. Ἐὰν λοιπὸν θέλετε νὰ σωθῆτε ἀπὸ τὴν ὀργήν, κάμετε ἔργα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα εἶναι καρποὶ ἄξιοι τῆς ἀληθοῦς μετανοίας, καὶ δείξατε μὲ πράξεις ἐναρέτους τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιάν σας καὶ μὴν ἀρχίσετε νὰ λέγετε μέσα σας· Πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· διότι σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν ἀπὸ τὸ πλέον ἀκατάλληλον ὑλικόν, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς λίθους αὐτοὺς νὰ ἀναστήσῃ ἀπογόνους εἰς τὸν Ἀβραάμ. 9 Τώρα δὲ καὶ ὁ πέλεκυς τῆς θείας κρίσεως καὶ ὀργῆς εὑρίσκεται κοντὰ εἰς τὴν ρίζαν τῶν δένδρων, ἕτοιμος νὰ κόψῃ σύρριζα κάθε ἄνθρωπον, ποὺ ὁμοιάζει πρὸς ἄκαρπον δένδρον. Κάθε δένδρον, ποὺ δὲν κάνει καρπὸν καλόν, κόπτεται ἀπὸ τὸ βάθος του καὶ ρίπτεται εἰς τὸ πῦρ. Αὐτὸ θὰ πάθῃ καὶ κάθε ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἔχει καρπὸν ἀρετῆς. 10 Καὶ τὸν ἠρώτων τὰ πλήθη καὶ τοῦ ἔλεγαν· Τί λοιπὸν πρέπει νὰ κάμωμεν, διὰ νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν ὀργήν; 11 Ἀπεκρίθη δὲ καὶ τοὺς εἶπεν· Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει δύο ὑποκάμισα, ἂς τὰ μοιρασθῇ μὲ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τροφάς, ἂς κάμῃ καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιο καὶ ἂς τὰς μοιρασθῇ μὲ ἐκεῖνον ποὺ πεινᾷ. 12 ἮλΘαν δὲ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τελῶναι νὰ βαπτισθοῦν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, τί νὰ κάμωμεν; 13 Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπε· Μὴν εἰσπράττετε τίποτε παραπάνω ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ σᾶς ἔχει διαταχθῇ ἀπὸ τὸν νόμον νὰ εἰσπράττετε. 14 Τὸν ἠρώτων δὲ καὶ στρατιωτικοὶ καὶ ἔλεγαν· Καὶ ἡμεῖς τί νὰ κάμωμεν; Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· μὴ κατηγορήσετε ψευδῶς κανένα καὶ μὴ ἐκβιάσετε διὰ τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀπειλῆς διὰ νὰ ἀποσπάσετε χρήματα ἐξ αὐτοῦ· καὶ νὰ ἀρκῆσθε εἰς τὸν μισθόν, ποὺ σᾶς δίδει τὸ δημόσιον. 15 Ἐνῷ δὲ ὁ λαὸς ἐπερίμενε τὸν Μεσσίαν καὶ ἐσυλλογίζοντο ὅλοι μέσα εἰς τὰς διανοίας των διὰ τὸν Ἰωάννην, μήπως ἦτο αὐτὸς ὁ Χριστός, 16 ἀπεκρίθη ὁ Ἰωάννης εἰς ὅλους καὶ εἶπεν· Ἐγὼ μὲν σᾶς βαπτίζω μὲ ἁπλὸν καὶ κοινὸν νερόν, Ἔρχεται ὅμως ἐκεῖνος, ποὺ λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του καὶ τῆς θείας φύσεώς του εἶναι δυνατώτερος ἀπὸ ἐμέ, τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι ἐγὼ ἄξιος νὰ λύσω οὔτε τὸ λωρίον τῶν ὑποδημάτων του. Αὐτὸς θὰ σᾶς βαπτίσῃ μὲ Πνεῦμα Ἅγιον καὶ μὲ τὸ καθαρτικὸν πῦρ τῆς χάριτος. 17 Κρατεῖ εἰς τὴν χεῖρα φτυάρι καὶ λιχνίζει. Ἡ δικαία του κρίσις δηλαδὴ εἶναι ἕτοιμος νὰ λειτουργήσῃ. Καὶ θὰ καθαρίσῃ τελείως τὸ ἁλώνιόν του, ἤτοι τὸν κόσμον ὁλόκληρον. Καὶ θὰ συνάξῃ τὸν σῖτον του εἰς τὴν ἀποθήκην, δηλαδὴ τοὺς ἐναρέτους εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, τὸ δὲ ἄχυρον, ἤτοι τοὺς ἀμετανοήτους, θὰ κατακαύσῃ μὲ φωτιά, ποὺ δὲν σβήνει ποτέ. 18 Πολλὰ λοιπὸν καὶ ἄλλα ἔλεγε προτρέπων καὶ παρηγόρων τὸν λαόν, ποὺ εὑρίσκετο εἰς ἀθλιότητα πνευματικήν, καὶ ἐκήρυττε πρὸς αὐτὸν τὴν χαροποιὸν εἴδησιν, ὅτι ἔρχεται μετ’ ὀλίγον ὁ Σωτήρ.

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΡΩΜΑΝΟΣ
Στίς 5 Ἰανουαρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ἁγίου νέου ὁσιομάρτυρος Ρωμανοῦ. Ὁ ἅγιος Ρωμανός καταγόταν ἀπό τό Καρπενήσι, ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς, ἐπειδή ὅμως ἦταν ἀγράμματοι ἔμεινε καί αὐτός ἀμόρφωτος καί γνώριζε μόνο ὅτι ἦταν Χριστιανός. Κάποτε ἐπισκέφθηκε τούς Ἁγίους Τόπους· εὑρισκόμενος στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα ὅταν ἄκουσε στό κήρυγμα τῶν Πατέρων γιά τά οὐράνια ἀγαθά πού ἀπολαμβάνουν οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες πόθησε καί αὐτός νά μαρτυρήση γιά τόν Χριστό. Ὅταν ὅμως τό ἀποκάλυψε στόν Πατριάρχη αὐτός τόν ἐμπόδισε λόγω τῶν διωγμῶν πού θά ἐπακολουθοῦσαν. Ἔχοντας μεγάλο πόθο νά μαρτυρήση πῆγε στήν Θεσσαλονίκη, ὅπου ὁμολόγησε μέ παρρησία στόν δικαστή ὅτι ἦταν Χριστιανός. Ἔτσι τόν ὑπέβαλαν σέ φρικτά βασανιστήρια, ὅταν ὅμως ἐπρόκειτο νά τόν θανατώσουν οἱ Ἀγαρηνοί προτίμησαν νά τόν δώσουν σέ ἕνα καπετάνιο, γιά νά τραβᾶ κουπί στό καράβι του. Μετά ἀπό καιρό κάποιοι Χριστιανοί τόν ἐξαγόρασαν καί τόν ἔστειλαν στό Ἅγιο Ὄρος, στόν ὅσιο Ἀκάκιο στά Καυσοκαλύβια. Ἀπό ἐκεῖ, μετά ἀπό θεία ἀποκάλυψη ὁ Ρωμανός μέ τίς εὐχές τῶν πατέρων, ἀναχώρησε γιά τά Ἱεροσόλυμα ἀλλά καί πάλι τόν ἀπέτρεψαν νά μαρτυρήση, ἔτσι πῆγε στήν Πόλη, ὅπου ὁμολόγησε δημόσια τήν πίστη του στόν Βεζύρη. Αὐτός τόν ὑπέβαλε σέ βασανιστήρια· μή μπορώντας νά τόν μεταπείσουν ὁ Βεζύρης πρόσταξε νά τόν θανατώσουν. Ἦταν δέ τόση ἡ χαρά του γιά τό μαρτύριο, ὥστε ἔτρεχε σάν νά πήγαινε σέ γάμο. Στίς 5 Ἰανουαρίου τοῦ 1694 οἱ Τοῦρκοι ἔκοψαν τήν τιμία κεφαλή τοῦ ἀοιδίμου Ρωμανοῦ, ὁ ὁποῖος ἀξιώθηκε τῆς οὐρανίου μακαριότητος. Τό δέ ἅγιο λείψανό του φωτιζόταν θείᾳ χάριτι τρεῖς ὁλόκληρες νύκτες καί ἔτσι τό ἔβλεπαν ὅλοι καί θαύμαζαν.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Σθένει Χάριτος τῆς Παναγίας, ῥώμην ὤνησας τὴν πανολβίαν καὶ ῥωμαλέως ἠγωνίσω, Μακάριε· ὅθεν Χριστὸν ὡς Θεὸν ὡμολόγησας καὶ μαρτυρίῳ τὴν πίστιν ἐτράνωσας, ῾Ρωμανὲ ἔνδοξε, ᾿Ασπροπύργου τὸ σέμνωμα. Σωτῆρα Θεὸν ἱκέτευε δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Μεγαλυνάριον
Ρώμην ἐνεδύσω ἐξ οὐρανοῦ καὶ τῇ πανοπλίᾳ τοῦ Παντάνακτος ᾿Ιησοῦ ἐχθρῶν τὰς μεθοδείας καί τῶν ὑπεναντίων κατῄσχυνας γενναίως, ῾Ρωμανὲ ἔνδοξε.




