ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Α΄ Θεσ. β΄ 14-20
14 Ὑμεῖς γὰρ μιμηταὶ ἐγενήθητε, ἀδελφοί, τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ τῶν οὐσῶν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅτι τὰ αὐτὰ ἐπάθετε καὶ ὑμεῖς ὑπὸ τῶν ἰδίων συμφυλετῶν καθὼς καὶ αὐτοὶ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, 15 τῶν καὶ τὸν Κύριον ἀποκτεινάντων Ἰησοῦν καὶ τοὺς ἰδίους προφήτας, καὶ ἡμᾶς ἐκδιωξάντων, καὶ Θεῷ μὴ ἀρεσκόντων, καὶ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐναντίων, 16 κωλυόντων ἡμᾶς τοῖς ἔθνεσι λαλῆσαι ἵνα σωθῶσιν, εἰς τὸ ἀναπληρῶσαι αὐτῶν τὰς ἁμαρτίας πάντοτε. ἔφθασε δὲ ἐπ᾿ αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος. 17 Ἡμεῖς δέ, ἀδελφοί, ἀπορφανισθέντες ἀφ᾿ ὑμῶν πρὸς καιρὸν ὥρας, προσώπῳ οὐ καρδίᾳ, περισσοτέρως ἐσπουδάσαμεν τὸ πρόσωπον ὑμῶν ἰδεῖν ἐν πολλῇ ἐπιθυμίᾳ. 18 διὸ ἠθελήσαμεν ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, ἐγὼ μὲν Παῦλος καὶ ἅπαξ καὶ δίς, καὶ ἐνέκοψεν ἡμᾶς ὁ σατανᾶς. 19 τίς γὰρ ἡμῶν ἐλπὶς ἢ χαρὰ ἢ στέφανος καυχήσεως ἢ οὐχὶ καὶ ὑμεῖς ἔμπροσθεν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ αὐτοῦ παρουσίᾳ; 20 ὑμεῖς γάρ ἐστε ἡ δόξα ἡμῶν καὶ ἡ χαρά.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
14 Λέγω ὅτι τὸν ἐδέχθητε σὰν λόγον Θεοῦ, διότι σεῖς, ἀδελφοί, ἐγίνατε μιμηταὶ τῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι εἰς τὴν Ἰουδαίαν ἐνωμέναι μὲ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Καὶ ἐγίνατε μιμηταὶ ἐκείνων, διότι καὶ σεῖς ἐπάθατε τὰ ἴδια ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς σας, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ τοὺς ἀπιστήσαντας Ἰουδαίους, 15 οἱ ὁποῖοι καὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ τοὺς προφήτας των ἐθανάτωσαν, καὶ ἡμᾶς σκληρὰ κατεδίωξαν καὶ εἰς τὸν Θεόν δὲν ἀρέσκουν καὶ εἶναι ἐναντίοι πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀφοῦ καταπολεμοῦν τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου. 16 Αὐτοὶ μᾶς ἐμποδίζουν να λαλήσωμεν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ εἰς τοὺς ἐθνικοὺς διὰ να σωθοῦν καὶ αὐτοί. Πράττουν δὲ ταῦτα διὰ να γεμίσουν ἕως ἐπάνω τὸ μέτρον τῶν ἁμαρτιῶν των, πάντοτε καὶ εἰς κάθε ἐποχὴν ἁμαρτάνοντες. Ἔφθασεν ὅμως ἡ θεία ὀργὴ ἐπάνω των, διὰ να ἐπιφέρῃ τὸ τέλος καὶ τὴν καταστροφήν των. 17 Ἡμεῖς ὅμως, ἀδελφοί, ὅταν ἐχωρίσθημεν ἀπὸ σᾶς καὶ ἐμείναμεν σὰν ὀρφανὰ παιδιά, μακρὰν ἀπὸ σᾶς προσωρινὰ καὶ μὲ τὸ σῶμα μόνον, ὄχι ὅμως καὶ μὲ τὴν καρδίαν, εἰς μεγάλον βαθμὸν καὶ μὲ πολλὴν ἐπιθυμίαν ἐποθήσαμεν νὰ ἴδωμεν τὸ πρόσωπόν σας. 18 Δι’ αὐτὸ ἠθελήσαμεν νὰ ἔλθωμεν πρὸς σᾶς, ἐγὼ μὲν ὁ Παῦλος καὶ μίαν καὶ δύο φοράς, καὶ μᾶς ἠμπόδισεν ὁ σατανᾶς. 19 Ἠθελήσαμεν δὲ νὰ ἔλθωμεν εἰς συνάντησίν σας, διότι ποῖος ἄλλος εἶναι ἡ ἐλπίδα μας ἢ χαρά μας ἢ στέφανός μας, διὰ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ καυχώμεθα παρὰ καὶ σεῖς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐκηρύξαμεν; Διὰ σᾶς ἐλπίζομεν νὰ ἔβρωμεν ἔλεος καὶ δόξαν ἐνώπιόν του Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τὴν δυτέραν παρουσίαν του. 20 Καὶ ἐλπίζομεν αὐτὰ διὰ τότε, διότι καὶ τώρα σεῖς εἶσθε ἡ δόξα μας καὶ ἡ χαρά μας.
![]()
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Λκ. ιβ’ 2-12
2 Οὐδὲν δὲ συγκεκαλυμμένον ἐστὶν ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται· 3 ἀνθ᾿ ὧν ὅσα ἐν τῇ σκοτίᾳ εἴπατε, ἐν τῷ φωτὶ ἀκουσθήσεται, καὶ ὃ πρὸς τὸ οὖς ἐλαλήσατε ἐν τοῖς ταμείοις, κηρυχθήσεται ἐπὶ τῶν δωμάτων. 4 Λέγω δὲ ὑμῖν τοῖς φίλοις μου· μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα, καὶ μετὰ ταῦτα μὴ ἐχόντων περισσότερόν τι ποιῆσαι. 5 ὑποδείξω δὲ ὑμῖν τίνα φοβηθῆτε· φοβήθητε τὸν μετὰ τὸ ἀποκτεῖναι ἔχοντα ἐξουσίαν ἐμβαλεῖν εἰς τὴν γέενναν· ναί, λέγω ὑμῖν, τοῦτον φοβήθητε. 6 οὐχὶ πέντε στρουθία πωλεῖται ἀσσαρίων δύο; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἐπιλελησμένον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· 7 ἀλλὰ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι ἠρίθμηνται. μὴ οὖν φοβεῖσθε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε. 8 Λέγω δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ· 9 ὁ δὲ ἀρνησάμενός με ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. 10 καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι οὐκ ἀφεθήσεται. 11 ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε· 12 τὸ γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπέλα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
2 Ἀλλ’ ἡ ὑποκρισία των αὐτὴ δὲν θὰ μείνῃ διὰ παντὸς σκεπασμένη. Τίποτε δὲν ὑπάρχει, ὁσονδήποτε καλὰ καὶ ἂν εἶναι σκεπασμένον, ποὺ νὰ μὴ ξεσκεπασθῇ εἰς τὸ τέλος καὶ φανερωθῇ, καὶ δὲν ὑπάρχει κρυφό, ποὺ δὲν θὰ γίνῃ γνωστόν. 3 Διότι δὲ ὁλα θὰ φανερωθοῦν, δι’ αὐτό, ὅσα καὶ σεῖς ἠρχίσατε νὰ λέγετε μυστικά, ἰδιαιτέρως ἀνακοινοῦντες τὰς ἀληθείας τοῦ εὐαγγελίου εἰς ἐμπίστους ἀκροατάς, θὰ ἀκουσθοῦν εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος. Καὶ ἐκεῖνο, ποὺ ὡμιλήσατε εἰς τὸ αὐτὶ μέσα εἰς τὰ ἰδιαίτερά σας δωμάτια, θὰ κηρυχθῇ ἐπάνω ἀπὸ τίς ταράτσες, ὥστε νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ ὅλους καὶ νὰ κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον μετὰ πάσης δημοσιότητος. 4 Λέγω δὲ εἰς σᾶς τοὺς φίλους μου· θὰ ἀντιμετωπίσετε κινδύνους καὶ διωγμούς. Μὴ παρασυρθῆτε εἱς ὑποκρισίαν διὰ νὰ ἀσφαλισθῆτε ἀπὸ αὐτούς. Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ θανατώνουν τὸ σῶμα καὶ ὕστερα δὲν ἠμποροῦν νὰ κάμουν τίποτε περισσότερον. 5 Θὰ σᾶς ὑποδείξω δὲ ἐγώ, ποῖον νὰ φοβηθῆτε. Νὰ φοβηθῆτε ἐκεῖνον, ποὺ ἀφοῦ σᾶς θανατώσῃ καὶ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν πρόσκαιρον καὶ ἐπίγειον ζωήν, ἔχει ἐξουσίαν νὰ σᾶς ρίψῃ καὶ εἰς τὸ αἰώνιον πῦρ τῆς κολάσεως. Ναί, σᾶς λέγω, αὐτὸν πρέπει νὰ φοβηθῆτε. 6 Τοὺς ἀνθρώπους μὴ τοὺς λογαριάζετε. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη σᾶς θανατώσουν, μὴ νομίσετε, ὅτι ὁ Θεὸς σᾶς ἐγκατέλιπε καὶ δι’ αὐτὸ θανατώνεσθε. Ὄχι. Πέντε σπουργίτια δὲν πωλοῦνται δύο ἀσσάρια, δηλαδὴ εἴκοσι λεπτά; Καὶ ὅμως οὔτε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ξεχασμένον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. 7 Ὅσον δὲ διὰ σᾶς, μάθετε, ὅτι ἀκόμη καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας ὅλαι ἔχουν ἀριθμηθῆ. Καὶ ἠξεύρει ὁ Θεὸς καὶ τὰ πλέον ἀσήμαντα καὶ ἐλάχιστα, ποὺ ἡμπορεῖ νὰ σᾶς συμβοῦν. Ἀφοῦ λοιπὸν παρακολουθεῖ ὁ Θεὸς ὅσα σᾶς συμβαίνουν, μὴ φοβεῖσθε. Εἶσθε σεῖς ἀσυγκρίτως ἀνώτεροι ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια. 8 Διὰ δὲ τοὺς διωγμοὺς καὶ τοὺς κινδύνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται νὰ ἐκτεθῆτε διὰ τὴν πρὸς ἐμὲ πίστιν σας, σᾶς λέγω· καθέναν, ὁ ὁποῖος θὰ μὲ ὁμολογήσῃ ὡς Σωτῆρα του καὶ Θεόν του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ κατατρέχουν τὴν πίστιν μου, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεάνθρωπος Μεσσίας θὰ τὸν ὁμολογήσῃ καὶ θὰ τὸν συστήσῃ ὡς λάτριν του καὶ ὡς πιστόν του ἀκόλουθον ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως. 9 Ἐκεῖνον δέ, ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ ἐξ ὁλόκληρου καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ. 10 Ὑπάρχει ἐν τούτοις καὶ ἄλλη πολὺ βαρυτέρα ἁμαρτία ἀπὸ τὴν ἄρνησιν τοῦ ὀνόματός μου. Καθένας, ποὺ θὰ εἴπῃ λόγον ἐναντίον τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σκανδαλιζόμενος ἀπὸ τὸ ἀσθενὲς φαινόμενον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς του, ἐνδέχεται νὰ μετανοήσῃ καὶ νὰ συγχωρηθῇ. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ θὰ εἴπῃ βλάσφημον λόγον κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, συκοφαντῶν ἐθελοκάκως τὰς φανερὰς ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος, δὲν θὰ συγχωρηθῇ. Αὐτὸς ἔχει πλέον πωρωθῆ καὶ δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ μετανοήσῃ. 11 Ἀλλὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον οἱ διῶκται τοῦ εὐαγγελίου μου καὶ τῶν ὀπαδῶν μου διατρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ βλασφημήσουν καὶ νὰ μείνουν δι’ αὐτὸ ἀσυγχώρητοι, διὰ σᾶς θὰ εἶναι διδάσκαλος καὶ ὁδηγὸς καὶ προστάτης. Ὅταν δηλαδὴ σᾶς ὁδηγήσουν πρὸς δίκην ἐμπρὸς εἰς τὰς συναγωγὰς καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ εἰς τὰς ἐξουσίας, μὴ ζαλισθῆτε ἀπὸ τὴν ταραχώδη φροντίδα περὶ τοῦ πῶς ἢ τί θὰ ἀπολογηθῆτε ἢ τί θὰ εἴπετε. 12 Διότι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα θὰ σᾶς διδάξῃ κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν ἐκεῖνα, ποὺ πρέπει νὰ εἴπετε, ὥστε ὅχι μόνον τοὺς ἑαυτούς σας πειστικῶς νὰ ὑπερασπίσετε, ἀλλὰ καὶ τὴν σωτηριώδη ἀλήθειαν νὰ διακηρύξετε.
![]()
ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
O ΟΣΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΕΚ ΣΙΚΕΛΙΑΣ
Στίς 6 Νοεμβρίου ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Λουκᾶ, τοῦ ἐκ Σικελίας. Ὁ ἅγιος Λουκᾶς καταγόταν ἀπό τήν πόλη Ταυρομενία τῆς Σικελίας, εἶχε μεγάλη ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί τοῦ ἄρεσε νά συχνάζη στήν ἐκκλησία καί νά κάνη πράξη τούς λόγους τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν ἦταν δεκαοκτώ χρόνων, ἐπειδή οἱ γονεῖς του ἤθελαν νά τόν νυμφεύσουν, ἀναχώρησε ἀπό τήν πατρική του οἰκία καί πῆγε σέ ἐρημικό τόπο, ὅπου συναναστρεφόταν μέ τά θηρία καί παρέμεινε ἐπί σαράντα ἡμέρες νηστικός· γιά τόν λόγο αὐτό ἀξιώθηκε ἀγγελικῆς ἐπισκέψεως. Κατόπιν πῆγε σέ μοναστήρι, ὅπου ἐκάρη μοναχός. Ἀπό τότε ἐνέτεινε τούς πνευματικούς του ἀγῶνες, ἔτρωγε κάθε τρεῖς ἤ τέσσερεις ἡμέρες, μόνον ψωμί καί ἔπινε μόνον νερό, χωρίς νά ἀπολαμβάνη καμία σωματική ἀνάπαυση. Μετά πῆγε στό βουνό τῆς Αἴτνας, ὅπου τρεφόταν μόνον μέ χόρτα, κοιμόταν λίγο καί εἶχε μόνο ἕνα ἔνδυμα, ἦταν δέ ξυπόλυτος καί εἶχε βάλει κανόνα νά μή ἐξέρχεται ἀπό τό κελλί του χωρίς νά ἔχη διαβάσει ὅλο τό ψαλτήρι. Ἔτσι, ὁ Κύριος τόν στόλισε πλούσια μέ τήν χάρη του καί ἀξιώθηκε νά ἑρμηνεύη δυσνόητα χωρία τῆς Γραφῆς. Ἦταν τέτοια ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ, πού κάποιοι ἔλεγαν «Πόθεν οὗτος οἶδε γράμματα μή μεμαθηκώς;». Μετά ἀναχώρησε ἀπό ἐκεῖ καί πῆγε στό Βυζάντιο, ὅπου συνάντησε σπουδαίους μοναχούς. Στήν συνέχεια πῆγε σέ ἕνα χωριό στήν περιοχή τῆς Κορίνθου, ὅπου παρέμεινε γιά ἑπτά μῆνες, κοιμήθηκε μέ εἰρηνικό τρόπο καί ἀξιώθηκε τῆς οὐρανίου μακαριότητος.




