ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Ἑβρ. ζ΄ 26 – η΄2
26 Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος, 27 ὃς οὐκ ἔχει καθ᾿ ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας. 28 ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον.
η΄ 1 Κεφάλαιον δὲ ἐπὶ τοῖς λεγομένοις, τοιοῦτον ἔχομεν ἀρχιερέα, ὃς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς οὐρανοῖς, 2 τῶν ἁγίων λειτουργὸς καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, ἣν ἔπηξεν ὁ Κύριος, καὶ οὐκ ἄνθρωπος.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπελα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
26 Ἀντικατεστάθη λοιπὸν ἡ Λευϊτικὴ ἱερωσύνη. Διότι τέτοιος, μὲ τέτοια προσόντα μᾶς ἐχρειάζετο Ἀρχιερεύς, εὐσεβὴς καὶ ἅγιος, ἀπηλλαγμένος ἀπὸ κακίαν καὶ πονηρίαν, ἀμόλυντος, χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς. Καὶ ὅσον μὲν ἔζη εἰς τὴν γῆν, ἦτο χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς λόγῳ τῆς ἀπολύτου ἀναμαρτησίας του. Τώρα δὲ καὶ διότι ἀνυψώθη παραπάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ κάθεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ. 27 Αὐτὸς ὁ νέος Ἀρχιερεὺς δὲν ἔχει ἀνάγκην, ὅπως οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ νόμου, νὰ προσφέρῃ κάθε ἡμέραν θυσίας προτήτερα διὰ τὰς ἰδικάς του καὶ ἔπειτα διὰ τοῦ λαοῦ τὰς ἁμαρτίας. Δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προσφέρῃ θυσίας διὰ τὸν ἑαυτόν του, διότι ὑπῆρξεν ἀναμάρτητος. Δὲν ἔχει ἀνάγκην κάθε ἡμέραν νὰ προσφέρῃ θυσίας ὑπέρ του λαοῦ, διότι τοῦτο, ἤτοι τὴν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ θυσίαν τὴν ἔκαμε μίαν φορὰν γιὰ πάντα, θυσιάσας τὸν ἑαυτόν του. 28 Διαφέρει δὲ τόσον πολὺ ὁ Ἀρχιερεύς μας ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς του νόμου, διότι ὁ νόμος ἐγκαθιστᾷ ὡς ἀρχιερεῖς ἀνθρώπους, ποὺ ἔχουν ἠθικὴν ἀσθένειαν καὶ εἶναι θνητοί. Ὁ λόγος ὅμως καὶ ἡ ἔνορκος ὑπόσχεσις, ποὺ ἐδόθη ὕστερα ἀπὸ τὸν νόμον καὶ συνεπῶς ἀντικατέστησεν αὐτόν, ἐγκαθιστᾷ Ἀρχιερέα τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη κατὰ τὸν ἐπίγειον βίον του ἀναμάρτητος καὶ τέλειος καὶ μένει τέτοιος εἰς τὸν αἰῶνα.
η΄ 1 Τὸ σπουδαιότερον δὲ ἀπὸ ὅσα εἴπομεν εἶναι τοῦτο, ὅτι ἔχομεν τέτοιον Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος ἐκάθησεν εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τῆς θείας μεγαλειότητος εἰς τοὺς οὐρανούς, 2 καὶ ἔγινε λειτουργὸς τῶν Ἁγίων, ποὺ εὑρίσκονται εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀληθινῆς, τὴν ὁποίαν κατεσκεύασεν ὁ Κύριος καὶ ὄχι ἄνθρωπος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Ἰω. ι’ 9-16
9 Ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει. 10 ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν. 11 ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων· 12 ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. 13 ὁ δἑ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων. 14 ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν, 15 καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων. 16 καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.
Ἑρμηνεία Π. Ν. Τρεμπελα – Ἐκδόσεις Σωτήρ
9 Ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα. Δι’ ἐμοῦ καὶ μόνον ἐὰν ἔμβῃ κανείς, θὰ σωθῇ. Καὶ θὰ εἰσέλθῃ ὡς τὸ πρόβατον εἰς τὴν μάνδραν πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ ἀσφάλειαν ἐν καιρῷ νυκτὸς καὶ θὰ ἐξέλθῃ κατὰ τὴν πρωΐαν ἐκ τῆς μάνδρας πρὸς βοσχὴν καὶ θὰ εὔρὴ τροφήν. Δι’ ἐμοῦ μὲ ἄλλας λέξεις πᾶσα ψυχὴ θὰ ἀσφαλισθῇ ἀπὸ κάθε πνευματικὸν κίνδυνον, θὰ τραφῇ ἀφθόνως διὰ τῆς σωτηριώδους ἀληθείας καὶ θὰ κατακτήσῃ τὴν αἰώνιον ζωήν. 10 Ὁ κλέπτῃς δὲν ἔρχεται παρὰ διὰ νὰ κλέψῃ καὶ διὰ νὰ σφάξῃ καὶ διὰ νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν πλήρη καταστροφὴν τὰ πρόβατα. Αὐτὸ κάνουν οἱ αὐθαιρέτως καταλαβόντες τὰ πρῶτα ἀξιώματα εἰς τὴν συναγωγὴν τοῦ Ἰσραήλ. Ἀντιθέτως ἐγὼ ἦλθον διὰ νὰ ἔχουν τὰ πρόβατα ζωὴν καὶ διὰ νὰ ἔχουν ἐν ἀφθονίᾳ τροφὴν πνευματικὴν καὶ πᾶν ἀγαθόν. 11 Ἐγὼ εἶμαι ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς καὶ στοργικός, ποὺ πονῷ καὶ ἐνδιαφέρομαι εἰλικρινῶς διὰ τὰ πρόβατα. Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς παραδίδει τὴν ζωήν του διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ κάθε κίνδυνον ἀπὸ τὰ πρόβατά του καὶ διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν ζωὴν αὐτῶν. 12 Ὁ μισθωτὸς δὲ ὑπηρέτης, ποὺ δὲν εἶναι ποιμήν, καὶ δὲν εἶναι τὰ πρόβατα ἰδικά του, βλέπει τὸν λύκον νὰ ἔρχεται, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχει οὔτε στοργὴν διὰ τὰ πρόβατα, οὔτε αὐταπάρνησιν, ἀφίνει ἀνυπεράσπιστα τὰ πρόβατα καὶ φεύγει διὰ νὰ μὴ ἐκθέσῃ εἰς τὸν παραμικρὸν κίνδυνον τὴν ζωήν του. Καὶ ἐλεύθερος τότε ὁ λύκος ἁρπάζει καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα. Τέτοιοι μισθωτοὶ εἶσθε καὶ σεῖς, οἱ σημερινοὶ λειτουργοῖ τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ νομοδιδάσκαλοι, ποὺ μόνον διὰ τὰ πρόσκαιρα ὀφέλῃ ἔχετε προσκολληθῇ εἰς τὸ ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιβουλεύεται ὡς ἄλλος λύκος ὁ διάβολος, καθὼς καὶ ὅλοι ὅσοι γίνονται ὄργανά του. 13 Μὴ σᾶς φαίνεται δὲ παράδοξον, τὸ ὁτι ὁ μισθωτὸς ὑπηρέτης, ὅταν ἴδῃ τὸν λύκον νὰ ἐπιπίπτῃ κατὰ τοῦ ποιμνίου, φεύγει. Φεύγει, διότι εἶναι ὑπηρέτης μὲ μισθὸν καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἰδικά του τὰ πρόβατα, δὲν τὰ πονεῖ. Αὐτὸς ἐνδιαφέρεται κυρίως νὰ πάρῃ τὸν μισθόν του καὶ δὲν διακινδυνεύει ποτὲ τὴν ζωήν του, ὅπως ἐκεῖνος, ποὺ πονεῖ καὶ αἰσθάνεται στοργὴν διὰ τὰ πρόβατα. 14 Ἐγὼ εἶμαι ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς καὶ στοργικός, ποὺ ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰ πρόβατα. Καὶ διότι ἔχω τὸ ἐνδιαφερον αὐτό, γνωρίζω καλὰ τὰ ἰδικά μου πρόβατα, ἀλλὰ καὶ γνωρίζομαι ἀπὸ τὰ ἰδικά μου. 15 Καὶ ἡ γνωριμία αὐτὴ πρὸς τὰ πρόβατά μου προέρχεται ἀπὸ δεσμοὺς στοργῆς καὶ οἰκειότητα ἀγάπης, διὰ τῶν ὁποίων συνδέομαι πρὸς αὐτά. Καθὼς μὲ γνωρίζει ὡς φυσικὸν Υἱόν του ὁ Πατὴρ καὶ μὲ ἀγαπᾷ, γνωρίζω δὲ καὶ ἐγὼ τὸν Πατέρα καὶ τὸν ἀγαπῶ, ἔτσι γνωρίζω καὶ τὰ πρόβατά μου καὶ γνωρίζομαι ὑπ’ αὐτῶν, διότι συνεδέθην στενῶς καὶ φυσικῶς μὲ αὐτὰ διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς μου. Λόγῳ δὲ τῆς οἰκειότητος ταύτης, παραδίδω τὴν ζωήν μου χάριν τῶν προβάτων. 16 Ἔχω ὅμως καὶ ἄλλα πρόβατα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν μάνδραν αὐτὴν τῆς Ἰουδαϊκῆς συναγωγῆς, άλλ’ εἶναι διεσκορπισμένα μεταξὺ τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου. Καὶ πρέπει ἐγὼ νὰ ὁδηγήσω καὶ ἐκεῖνα καὶ νὰ τὰ ἐνώσω μὲ τὰ ἄλλα. Καὶ ὅταν ἐγὼ θὰ τὰ καλῶ διὰ νὰ τὰ συναθροίσω, ὠρισμένως ἐκεῖνα θὰ ἀκούσουν τὴν φωνήν μου, καὶ ἔτσι θὰ γίνῃ ἀπὸ τὰ ἐδῶ πρόβατα καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα μία ποίμνη, ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία, καὶ ἕνας ποιμήν, ὁ Χριστός.

ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Ο ΟΣΙΟΣ ΒΟΥΚΟΛΟΣ
Στίς 6 Φεβρουαρίου ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Βουκόλου, Ἐπισκόπου Σμύρνης. Ὁ Ἅγιος Βουκόλος ἔζησε κατά τούς ἀποστολικούς χρόνους καί ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθαρίζοντας τόν ἑαυτό του ἀπό τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες. Γι᾽ αὐτό ὅταν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος και Εὐαγγελιστής ἦλθε στήν Σμύρνη καί τόν εὗρε ἄξιο καί δόκιμο, τον χειροτόνησε Ἐπίσκοπο τῆς Σμύρνης. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Βουκόλος καθ᾽ ὅλη τήν ἐπισκοπική του διακονία δίδαξε καί ἐποίμανε μέ ἀγάπη το ποίμνιο, πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος, ἐλευθέρωσε πολλούς εἰδωλολάτρες ἀπό τούς δαίμονες καί τούς ὁδήγησε βαπτίζοντάς τους στήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Συναξαριστὴς μᾶς πληροφορεῖ: «Εἰς τὴν διακονίαν του ταύτην ὁ εὐπαίδευτος ζηλωτὴς ἱεράρχης ὑπηρέτησε μὲ ὅλην τὴν εὐσυνειδησίαν, τὴν θερμότητα καὶ τὴν αὐταπάρνησιν τῶν ἡρωϊκῶν καὶ μαρτυρικῶν ἐκείνων χρόνων. Ὑπῆρξε πατὴρ πρὸς τοὺς χριστιανούς του καὶ εἰς τὴν διδασκαλίαν καὶ εἰς τὴν ὑπεράσπισίν των, ὅταν ἐκινδύνευον ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Εὐαγγελίου· πρὸς δὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ πλήθη ἐφέρετο μὲ θαυμασίαν σύνεσιν καὶ ἀγάπην, προσέχων μὲν νὰ μὴ τὰ ἐξερεθίζῃ, ἀλλὰ καὶ προσπαθῶν μὲ ὅλην τὴν τέχνην νὰ ἑλκύῃ πολλοὺς ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν χριστιανικὴν πίστιν». Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα νά ἀναχωρήση πρός τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἀφοῦ χειροτόνησε διάδοχό του τον Ἅγιο Πολύκαρπο ἐξεδήμησε. Μάλιστα ἡ Παράδοση ἀναφέρει ὅτι στόν τόπο, πού ἐνταφιάσθηκε ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά βλαστήση δένδρο, τό ὁποῖο χάριζε τήν ἴαση στούς πάσχοντες.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθείς ἐν τῷ σταυρῷ.
Ὡς διαλάμπων ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι, τοῦ ἐν τῷ στήθει τοῦ Δεσπότου πεσόντος, ἐκ πόθου προσεπέλασας τῷ θείῳ φωτί· ὅθεν ὡς θεόπνευστος, Ἱεράρχης ἐμπρέψας, ἴθυνας τὴν ποίμνην σου, πρὸς νομὰς ἀληθείας. Καὶ νῦν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, Πάτερ Βουκόλε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.
Μεγαλυνάριον
Τῷ ἠγαπημένῳ Μύστῃ Χριστοῦ, Βουκόλε θεόφρον, μαθητεύσας ὡς καθαρός, ὤφθης Ἐκκλησίας, ποιμήν τῆς ἐν τῇ Σμύρνῃ, καί τῷ καλῷ ποιμένι ταύτην ὡδήγησας.




