Ὁ ἄνθρωπος, ὁ διπλωμάτης, ὁ φωτισμένος καὶ ἀκέραιος Κυβερνήτης, ὁ Χριστιανός, ὁ ἅγιος τῆς Πολιτικῆς
Γράφει ἡ κα. Μαρία Ἐλευθερία Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
1ον
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Στὶς δύσκολες ἡμέρες ποὺ διέρχεται ἡ πατρίδα μας καὶ ὁλόκληρος ὁ κόσμος μία μορφὴ χαρισματικὴ ἔρχεται νὰ μᾶς ἐμπνεύσει μὲ τὴν ἀρετή του, τὴν πίστη του στὸ Θεό, τὴν ἀσκητικὴ καὶ θυσιαστικὴ ζωή του, τὴν ἁγνότητα τῶν διαθέσεων καὶ πράξεών του, τὴν αὐτοθυσία του. Τὸ παρὸν πόνημα ἐγράφη μὲ ἀφορμὴ τὴν 190ὴ ἐπέτειο τῆς ἐκλογῆς του ὡς Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὴν 3η Ἐθνικὴ Συνέλευση τῆς Τροιζήνας Ἀργολίδας στὶς 14 Ἀπριλίου 1827, ἀπὸ τοὺς 173 πληρεξουσίους τῶν Ἑλλήνων.
Μὲ καταγωγὴ ἀριστοκρατικὴ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας, μὲ εὐσέβεια καὶ πίστη, γλωσσομάθεια, εὐρυμάθεια, ἐπιτυχῆ πολυετῆ διπλωματικὴ σταδιοδρομία, βοήθησε τὴν Ἑλλάδα, τὴν Εὐρώπη καὶ τὸν κόσμο. Ἡ προσφορά του συνδυασμένη μὲ τὴ χριστιανική του πίστη, μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τοῦ ἀποδώσουμε τὸ χαρακτηρισμό, ὡς «Ἁγίου τῆς πολιτικῆς». Χαρακτηριστικὰ τὰ λόγια τοῦ Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου στὰ ἀποκαλυπτήρια τοῦ ἀνδριάντα τοῦ Κυβερνήτη στὴν Κέρκυρα: «ἦταν ἐξ ἐκείνων τῶν πολιτικῶν, ποὺ σὲ κρίσιμες περιστάσεις ἢ σῴζουν τὴν πατρίδα ἢ πεθαίνουν.. Ὁ Καποδίστριας καὶ ἔσωσε τὴν πατρίδα του καὶ δολοφονήθηκε…».
Τὸ ἔργο ποὺ κληροδότησε στὴν Ἑλλάδα, στὴν Εὐρώπη καὶ στὸν κόσμο ἀξίζει νὰ τὸ μελετᾶμε μὲ θρησκευτικὴ εὐλάβεια καὶ νὰ διδασκόμαστε. Στὸν Καποδίστρια προσιδιάζει ὁ στίχος: «φεύγουμε ἐμεῖς, τὸ ἔργο μας γιὰ τὴν πατρίδα μένει…»
Δικαίως στὴν ἐπιτάφια πλάκα του, στὴν Κέρκυρα, ἀναγράφεται: ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ «Δὲν ζεῖ ὁ Ἄνθρωπος, ζεῖ τὸ ἔργο του».
* * *
Καθὼς οἱ καιροὶ εἶναι χαλεποὶ καὶ μαῦρα σύννεφα πλανῶνται στὸν ὁρίζοντα, ἡ ἐπετειακὴ ἀναφορὰ στὸν Ἰωάννη Καποδίστρια, μίας ἀπὸ τὶς διαπρεπέστερες πολιτικὲς καὶ διπλωματικὲς μορφὲς τῆς Εὐρώπης ποὺ κυριάρχησε στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΘ΄ αἰώνα εἶναι ἀναγκαία καὶ καθῆκον ἱερό.
Ἡ προβολὴ τῆς προσωπικότητάς του σίγουρα θὰ ἐμπνεύσει, θὰ παραδειγματίσει.
Ἡ σύντομη ἀναφορὰ στὴ βιοεργογραφία του σίγουρα θὰ μᾶς διδάξει καὶ θὰ μᾶς φρονηματίσει – ἀφοῦ ἡ ἱστορικὴ μνήμη εἶναι τὸ ἰσχυρότερο ἀμυντήριό μας.
Γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα στὶς 10 Φεβρουαρίου 1776 καὶ ἦταν τὸ ἕκτο παιδὶ ἀπὸ τὰ ἐννέα παιδιὰ τοῦ Κόμη Ἀντωνομαρία, διαπρεποῦς δικηγόρου, μὲ ἐνεργὸ ἀνάμιξη στὰ πολιτικὰ δρώμενα τῆς Κέρκυρας καὶ τῆς Διαμαντίνας ἐκ Κύπρου. Ἡ οἰκογένειά του ἀριστοκρατική, καταγεγραμμένη στὸ Libro d’ oro τῆς Κέρκυρας[1]. Μέχρι τὴν ἡλικία τῶν δώδεκα ἐτῶν ἔλαβε τὰ πρῶτα του γράμματα στὰ σχολεῖα τῆς Κέρκυρας, ἐνῷ ταυτόχρονα εἶχε ὀρθόδοξη παιδεία, ἀφοῦ καλλιεργήθηκε στὴν ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸ τὸ μοναχὸ Συμεὼν στὴν Ἱερὰ Μονὴ Πλατυτέρας, ὅπου σύχναζε ἀπὸ τὴ νεαρή του ἡλικία[2].
Μεγάλωσε σὲ ἕνα πατριαρχικὸ περιβάλλον μὲ ἔντονα θρησκευτικὴ ἀγωγὴ καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς καὶ εἶχε ἔντονη κλίση πρὸς τὴ μελέτη τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Τὸ 1794, ἔχοντας συμπληρώσει τὴν παιδεία ποὺ μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει ἡ Κέρκυρα ἔφυγε γιὰ τὴ Βενετία, γιὰ νὰ σπουδάσει στὸ περίφημο Πανεπιστήμιο τῆς Πάδοβας Ἰατρική, παρακολουθώντας συγχρόνως τὶς παραδόσεις καθηγητῶν τῆς νομικῆς ἐπιστήμης καὶ ἔχοντας πάντα μία ἰδιαίτερη κλίση πρὸς τὶς φιλολογικὲς καὶ φιλοσοφικὲς ἐπιστῆμες[3]. Ἡ πορεία τῶν σπουδῶν τοῦ νεαροῦ Καποδίστρια ἦταν λαμπρή, ἀφοῦ μετὰ ἀπὸ ἐπιτυχεῖς ἐξετάσεις ἔλαβε τὸ δίπλωμά του καὶ τὸ διδακτορικό του σὲ ἡλικία μόλις εἴκοσι ἐτῶν. Τὸ 1797 ἐπιστρέφει στὴν Κέρκυρα, σὲ ἡλικία 21 ἐτῶν καὶ ἀρχίζει νὰ ἀσκεῖ τὸ ἰατρικὸ ἔργο ἀποσκοπώντας στὸ νὰ διακονήσει τὴν ἐπιστήμη καὶ νὰ ἀνακουφίσει τὸν ἀνθρώπινο πόνο. Θεραπεύει δωρεὰν τοὺς πένητες χορηγώντας τους φάρμακα καὶ ἐνισχύοντάς τους οἰκονομικά. Συγχρόνως ἀναπτύσσει σημαντικὴ ἐπιστημονικὴ καὶ φιλολογικὴ δραστηριότητα. Μὲ δικές του πρωτοβουλίες ἱδρύθηκαν στὴν Κέρκυρα ἡ «Ἑταιρεία τῶν Φίλων», καθὼς ἐπίσης ὁ «Ἐθνικὸς Ἰατρικὸς Σύλλογος», μὲ ἀξιόλογο ἔργο[4]. Ἂς σημειωθεῖ ὅτι ὁ Καποδίστριας κατὰ τὸν χρόνο ποὺ σπούδαζε στὴν Ἰταλία, ἐνῷ βρέθηκε μέσα στὴ δίνη τῶν ὑλιστικῶν ρευμάτων τῆς Δύσης καὶ τὴν ἔξαρση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ φιλελευθερισμοῦ, δὲν ἐπηρεάστηκε, διότι ἡ προσωπικότητά του ἦταν θεμελιωμένη πάνω στὶς ἀκατάλυτες πνευματικὲς ἀξίες. Μόνο σὲ ἕνα σημεῖο ἄφησε τὸν ἑαυτό του συνειδητὰ ἐλεύθερο νὰ ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὶς νέες ἰδέες. Μόνο σὲ ὅ,τι ἀφοροῦσε τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη, τὴν ἰσοπολιτεία καὶ ἰσονομία ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους[5].
Ὁ Σπ. Δὲ Βιάζης σημειώνει: «οἱ πάσχοντες πτωχοὶ τὸν ἐκάλουν παρήγορον ἰατρόν, εὐεργέτην, πατέρα».[6]
Ὅταν τὸ 1799 οἱ Ρωσικὲς δυνάμεις κατέλαβαν τὴν Κέρκυρα καὶ μὲ τὴ συνθήκη τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀναγνωρίστηκαν τὰ Ἑπτάνησα ὡς αὐτόνομο καὶ ἐλεύθερο κράτος ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχία τῶν Τούρκων καὶ ἱδρύθηκε ἡ «Ἑπτάνησος Πολιτεία» ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας τοποθετήθηκε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ νησιοῦ στὴ θέση τοῦ ἀρχιάτρου τοῦ νέου στρατιωτικοῦ νοσοκομείου[7]. Κι ὅταν τὸ 1800 ξέσπασε στὴν Κεφαλληνία ἡ ἐξέγερση κατὰ τῶν εὐγενῶν ὁ ἡγεμόνας τῆς Κεφαλληνίας Σπυρίδων Θεοτόκης ἀπέστειλε ἐκεῖ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια μαζὶ μὲ τὸν Νικόλαο Γραδενίγο Σιγοῦρο νὰ ὁμαλοποιήσουν τὴν κατάσταση. Κι ἡ ἐκλεγμένη νέα Γερουσία τὴν 1η Ἀπριλίου 1803, διόρισε γραμματέα τοῦ νεοπαγοῦς κράτους τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια. Ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα ὡς γραμματέας Ἐπικρατείας τῆς Ἑπτανησιακῆς Πολιτείας. Ἡ πορεία τοῦ Κυβερνήτη στὸν πολιτειακὸ χῶρο θὰ εἶναι ἔκτοτε ἀνοδική. Θὰ διέλθει ὅλες τὶς κλίμακες τῆς πολιτειακῆς ἱεραρχίας, γιὰ νὰ καταλήξει στὴ θέση τοῦ Πρώτου Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδος. Σὲ κάθε θέση ποὺ τοῦ ἀνετίθετο φαινόταν οἱ ἔμφυτες ἱκανότητές του στὴ διοίκηση καὶ στὴν ἀντιμετώπιση τῶν πολιτικῶν προβλημάτων. Αὐτὸ πρόσεξαν οἱ Ρῶσοι καὶ τὸν κάλεσαν στὴν Ἁγία Πετρούπολη τὸ 1809, ὅταν στὰ Ἑπτάνησα ἡγεμόνευαν οἱ Γάλλοι. Ἐκεῖ ἄνοιξε ὁ δρόμος γιὰ τὴν καταπληκτική του σταδιοδρομία χάρη στὴν εὐφυΐα καὶ στὰ προσόντα του. Οἱ ἐπιτυχίες του στὴ ρωσικὴ διπλωματία ὑπῆρξαν λαμπρές.
Μὲ τὶς τεκμηριωμένες εἰσηγήσεις του κατόρθωσε νὰ ἐπιλύσει τὰ δύσκολα προβλήματα τῶν λαῶν τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου. Ἡ ὑπηρεσία του στὴ συνέχεια στὴ Βιέννη, ἡ ἀνάληψη ἐμπιστευτικῆς θέσης στὸ Βουκουρέστι καὶ ἡ προσωπικὴ ἐπαφὴ τοῦ Καποδίστρια μὲ τὸν Τσάρο τὸν ἐπέβαλαν ὡς ἱκανὸ καὶ χαρισματικὸ διπλωμάτη.[8]
Στὶς 15/27 Μαΐου 1808 ὁ ἐπικεφαλῆς τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν της Ρωσίας, κόμης Ρομαντζώφ, μὲ μία θερμὴ ἐπιστολή, ἡ ὁποία περιεῖχε τὸ παράσημο τοῦ Τάγματος τῆς Ἁγίας Ἄννας, καλοῦσε τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του. Ξεκίνησε λοιπὸν ὁ Καποδίστριας στὶς 3 Αὐγούστου 1808 γιὰ τὴν Ἁγία Πετρούπολη καὶ διορίστηκε Σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας στὸ τμῆμα ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τῆς Ρωσίας. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1811 ὁ Τσάρος, Ἀλέξανδρος Α΄, διόρισε τὸν Κερκυραῖο διπλωμάτη ὡς Γραμματέα στὴν πρεσβεία τῆς Βιέννης καὶ λίγο ἀργότερα τοποθετήθηκε ὡς ἀρχηγὸς καὶ διευθυντὴς τῆς Γραμματείας τοῦ διπλωματικοῦ τμήματος τοῦ ναυάρχου Τσιτσαγκώφ, μὲ ἕδρα τὸ Βουκουρέστι, ὅπου ἔφθασε στὶς 20 Μαΐου 1812[9].
Στὴ συνέχεια τὸ 1814 ὁ Τσάρος ἐπιφορτίζει τὸν Καποδίστρια μὲ νέα ἀποστολή: τὴν ἐπίτευξη τῆς οὐδετερότητας καὶ τὴ διασφάλιση τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλβετίας, ὥστε νὰ μείνει ἀλώβητη ἀπὸ τὸ γαλλικὸ δεσποτισμὸ[10]. Ὁ Καποδίστριας βρῆκε τὴν Ἑλβετία κατακερματισμένη μὲ τὰ ἰσχυρὰ καντόνια νὰ θέλουν νὰ ἐπιβάλλουν τὶς ἀπόψεις τους σὲ ὅλα τὰ ζητήματα. Στὸ τέλος τῶν προσπαθειῶν του ὁ Καποδίστριας κατόρθωσε κάθε Καντόνι νὰ ἔχει τὸ δικό του Σύνταγμα, ἡ πολιτικὴ εἰρήνη νὰ ἔχει ἀποκατασταθεῖ μεταξὺ τῶν Καντονιῶν καὶ ἡ Ἑλβετία νὰ ἔχει ἀναγνωρισθεῖ ἀπὸ τοὺς Συμμάχους. Ἔχουν πλέον τεθεῖ οἱ βάσεις γιὰ τὸ ὁμόσπονδο κράτος. Ἐκεῖ ὅπου ὁ Ναπολέων ἀπέτυχε μὲ τὴ βία, ὁ Καποδίστριας τὰ κατάφερε μὲ τὸ διάλογο, τὴ δύναμη τῆς πειθοῦς καὶ τὴν ἐπιμονή του. Ἔπεισε μὲ τὴν ἰδιοφυία του τοὺς συνομιλητές του, ὅτι ἡ λύση ποὺ τοὺς πρότεινε ἦταν γιὰ τὸ συμφέρον τους.[11] Τελειώνοντας τὴν ἀποστολή του, γράφει στὸν πατέρα του, τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 1814 «Τὰ ζητήματα τῆς Ἑλβετίας ὁλοκληρώθηκαν. Ἡ βουλὴ ἐπικύρωσε τελικὰ τὸ Ὁμοσπονδιακὸ Σύνταγμα. Ὁλοκληρώθηκε μία ἐξαιρετικὰ πολύπλοκη διαπραγμάτευση, μὲ ἀτελείωτες δυσκολίες καὶ ταξίδια καὶ γραπτὰ καὶ δοκιμασίες καὶ συντάγματα καὶ σχέδια, ἀλλὰ δὲν πειράζει. Αὐτοὶ οἱ ὑπέροχοι ἄνθρωποι μὲ γέμισαν μὲ στοργὴ καὶ εἰλικρινῆ ἐγκαρδιότητα. Ἡ ἐμπιστοσύνη πού μοῦ ἔδειξαν μὲ ἀποζημίωσε σὲ μεγάλο βαθμὸ γιὰ ὅλες μου τὶς προσπάθειες. Ἂν στὸ μέλλον, θέλουν νὰ εἶναι εὐτυχισμένοι καὶ νὰ χαίρονται τὴν ἀνεξαρτησία τους, ἐκτιμῶ ὅτι δὲν ἔχω χάσει οὔτε τὸ χρόνο, οὔτε τὸν κόπο μου».[12]
Ὁ Καποδίστριας στὸ Συνέδριο τῆς Βιέννης ὡς μέλος τῆς ρωσικῆς ἀντιπροσωπίας εἰσηγήθηκε τὸ ἑλβετικὸ ζήτημα καὶ τὴν ἐγκαθίδρυση τῆς διαρκοῦς οὐδετερότητας τῆς Ἑλβετίας. Μπορεῖ δικαίως νὰ θεωρηθεῖ ὁ ἀρχιτέκτονας τῶν «οὐδέτερων ὁμοσπονδιῶν» στὸ εὐρωπαϊκὸ σύστημα.[13]
Στὶς 9 Ἰουνίου 1815 ὑπογράφτηκαν οἱ τελικὲς πράξεις χωρὶς διευθέτηση τοῦ θέματος τῶν Ἰονίων νήσων. Τὸ Μάιο τοῦ 1815 ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἀναχωρεῖ γιὰ τὴ Βιέννη ἀκολουθώντας τὸν Τσάρο στὶς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις κατὰ τοῦ Ναπολέοντα. Μετὰ τὴν τελειωτικὴ ἧττα τοῦ Ναπολέοντα τὸν Ἰούνιο τοῦ 1815 στὸ Βατερλὸ ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας συνόδευσε τὸν Τσάρο στὸ Παρίσι, ὅπου διεξάγονταν οἱ συζητήσεις γιὰ τὸ πολιτικὸ μέλλον τῆς νικημένης Γαλλίας.
Στὶς συζητήσεις αὐτὲς ἔλαμψε καὶ πάλι τὸ πολιτικό του ἄστρο. Μὲ δικές του προσπάθειες ἡ Γαλλία, ἂν καὶ ἡττημένη, ἔτυχε ἤπιας μεταχείρισης καὶ ἀποτράπηκε ἡ οὐσιαστική της διάλυση[14]. Ὁ Τσάρος ἐκφράζοντας τὴν εὐαρέσκειά του πρὸς τὸν Καποδίστρια γιὰ τὶς σπουδαῖες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερε, τὸν διόρισε Γραμματέα τῆς αὐτοκρατορίας, δηλαδὴ Ὑπουργὸ Ἐξωτερικῶν. Οἱ ὑπηρεσίες τοῦ Καποδίστρια συνεχίζονται ἀμείωτα. Συνόδευσε τὸν Τσάρο Ἀλέξανδρο Α΄, στὴν Aix la Chapelle, στὸ συνέδριο τῶν ἡγεμόνων, ὅπου κατέθεσε ὑπόμνημα, σχέδιο ποὺ ἀντιμετώπιζε ριζοσπαστικὰ τὸ ὄνειδος τῆς δουλεμπορίας τῶν μαύρων.[15] Μετὰ ἀπὸ ἀπουσία δέκα μηνῶν ὁ Καποδίστριας ἔφθασε στὴν Ἁγία Πετρούπολη τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1819. Ἐκεῖ εἶχε ἐπαφὲς μὲ ἐκπροσώπους τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας ποὺ τοῦ κόμιζαν ἐπιστολὲς καὶ τοὺς βοηθοῦσε μὲ τρόπον ἔμμεσο χωρὶς νὰ ἐκτίθεται. Ἀπὸ τὸ Φθινόπωρο τοῦ 1820 μέχρι τὸ τέλος τῆς ἄνοιξης τοῦ 1821 ὁ Καποδίστριας συμμετέχει στὰ συνέδρια στὶς πόλεις Troppau καὶ Ljubjana. Δυστυχῶς ἡ συνεργασία του μὲ τὸν Τσάρο στὰ θέματα ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν Ἑλλάδα χειροτέρεψε, γι’ αὐτὸ ὁ Καποδίστριας ζήτησε νὰ ἀποσυρθεῖ ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ ὑπηρεσία. Ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Πετρούπολη στὶς 19 Αὐγούστου 1822 καὶ στὰ τέλη τοῦ 1822 ἔφθασε στὴ Γενεύη. Ἀπὸ τὸ 1815 μέχρι τὸ 1822 ποὺ ἀποχώρησε ἀπὸ τὴ θέση τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας ἀπὸ τὴν Πετρούπολη, ἀγωνίστηκε μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις κατὰ τῶν μηχανορραφιῶν τοῦ Μέττερνιχ καὶ ὑπὲρ τῶν καταπιεζόμενων λαῶν, προσπαθώντας νὰ παρασύρει τὸν Τσάρο σὲ κάποια συμπαράσταση γιὰ τὸν ἑτοιμαζόμενο μεγάλο Ἀγῶνα, ἀπὸ τὸν δοκιμαζόμενο ἑλληνικὸ λαό. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1822 ἔφυγε ἀπὸ τὴ Ρωσία καὶ ἐγκαταστάθηκε στὴ Γενεύη, ὅπου θὰ περιμένει τὴ μεγάλη ὥρα[16].
Ἀξίζει νὰ ὑπογραμμίσουμε τὴ γενναία στάση τοῦ Καποδίστρια ἔναντι τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστρίας ἀπὸ τὸ 1809 ἕως τὸ 1849, Μέττερνιχ. Ὁ Μεττερνιχ ὑπῆρξε ἐχθρὸς τῶν ἐπαναστατικῶν κινημάτων ποὺ θὰ διατάρασσαν τὴν «εὐρωπαϊκὴ ἰσορροπία». Ἀποκατέστησε τὴν Αὐστρία ὡς ἡγετικὴ εὐρωπαϊκὴ δύναμη. Ἡ ἀντιπαλότητα τῶν δύο ἀντρῶν, Μέττερνιχ καὶ Καποδίστρια εἶναι ἐμφανὴς ἀπὸ τὸν παρακάτω διάλογο. Στὸ συνέδριο τῆς Βιέννης ὁ Καποδίστριας ἔθεσε ἑλληνικὸ ζήτημα. «Νομίζω» εἶπε, «πὼς χρέος τῶν Μεγαλειοτάτων, εἶναι νὰ λάβετε ὁποιαδήποτε πρόνοια διὰ τὸ καταδυναστευόμενον ἑλληνικὸν Ἔθνος παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον ὑποφέρει τόσους αἰῶνας τὸν τυραννικὸν ὀθωμανικὸν ζυγὸν καὶ τὸ ὁποῖο διακινδυνεύει νὰ πέσει εἰς τὴν τελευταίαν ἐξόντωσιν καὶ τὸν μηδενισμόν, ὅθεν δὲν μοῦ φαίνεται δίκαιον τὸ νὰ ἀδιαφορήσουν οἱ Βασιλεῖς». Ὁ Μέττερνιχ ἀπάντησε στὸν Καποδίστρια μὲ ἔντονο τρόπο: «Κύριε Κόμη! Ἡ Εὐρώπη δὲν γνωρίζει Ἕλληνας, γνωρίζει τὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορίαν ὑπὸ τῆς ὁποίας τὴν ἐξουσίαν εἶναι οἱ κατοικοῦντες σ’ αὐτὴν Ἕλληνες. Διὰ τοῦτο φαίνεται, κύριε Κόμη, ὑποστήριξες τόσον καὶ ἄφησες ἐκτὸς Συνδέσμου τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, τὸ ἀπέραντον Ὀθωμανικὸν Κράτος, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτύχεις τὶς ἐλπίδες σου περὶ τούτων»[17].
Ὁ Καποδίστριας ἀρνεῖται θέσεις καὶ ἀξιώματα γιὰ χάρη τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος του. Ἀπευθυνόμενος μὲ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Πρέσβη τῆς Ρωσίας στὸ Λονδίνο, Lieven, ἔγραψε ἐκτὸς τῶν ἄλλων: «Εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ μὴ ἐγκαταλείψω τὴν ὑπεράσπιση τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος μου. Καμιὰ θεώρηση τῶν πραγμάτων, ὁποιαδήποτε κι ἂν εἶναι αὐτή, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὲ ἐπηρεάσει, ὥστε νὰ ἀδιαφορήσω γιὰ τὰ καθήκοντα αὐτὰ ποὺ ἐπιβάλλει ἡ τιμή μου. Τί νόημα καὶ ποιὰ χρησιμότητα θὰ εἶχε γιὰ μένα ἡ ὑψηλὴ εὔνοια ποὺ μὲ τιμᾶ ὁ Αὐτοκράτορας, ἐὰν δὲν μποροῦσα νὰ χρησιμοποιήσω αὐτὴ τὴν εὔνοια, γιὰ νὰ βοηθήσω αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς συμπατριῶτες μου, στοὺς ὁποίους ἀποκλειστικὰ ἀνήκω μὲ ὅλη τὴν δύναμη τῆς καρδιᾶς μου».[18]
Ὁ βίος καὶ ἡ πολιτεία τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, συνεπὴς πρὸς τὶς ἀρχές του χωρὶς οὔτε στιγμὴ νὰ παρεκκλίνει ἀπὸ αὐτές. Ὁ Καποδίστριας ποὺ ἔζησε τὰ περισσότερα χρόνια του ἔξω ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρξε κατ’ ἐξοχὴν Ἕλληνας, φορέας ἐκείνων τῶν ἀρετῶν ποὺ κάνουν τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, τὴν ἑλληνικὴ τέχνη καὶ τὴν ἑλληνικὴ σκέψη βάθρο τοῦ πολιτισμοῦ ὅλων τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης. Ὑπῆρξε σὲ κάθε του ἐνέργεια πιστὸς χριστιανός, ἐπικαλούμενος τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, πιστεύοντας ὅτι ἡ σωτηρία τῆς πατρίδας εἶναι θέλημά Του. Οἱ προτροπές του θυμίζουν ἀποστολικὰ κείμενα καὶ φανερώνουν τὴν ἀγωνία του γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν Ἑλλάδα «τὸ ζώσιμον ἢ τὸ θανάσιμον ζήτημα τῆς Ἑλλάδας», ὅπως συνήθιζε νὰ λέγει[19].
Ὁ Καποδίστριας ριζοσπαστικὸς καὶ φιλελεύθερος ὁραματίζεται ἕνα ἄλλο ὅραμα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο[20]. Ὁ ἀγαπημένος του φίλος Δημήτριος Ἀρλιώτης μᾶς παρουσιάζει τὴν ἐθνικὴ καὶ πνευματικὴ μεγαλογραφία τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια.
Γράφει γι’ αὐτὸν χαρακτηριστικά. «Κάποτε ἡ φύση, μὲ ἐξαιρετικὴ μαεστρία δημιουργεῖ ἀνθρώπους, ποὺ ἡ κυριότερη σκέψη τους καὶ οἱ ἀγῶνες τους εἶναι ἡ εὐτυχία τῶν συνανθρώπων τους, ποὺ προσπαθοῦν νὰ στηρίξουν σὲ γερὰ θεμέλια. Οἱ σπάνιοι αὐτοὶ καὶ ἀνώτεροι ἄνθρωποι ἔχουν ὡς σκοπὸ τῆς ζωῆς τους νὰ ἀνορθώσουν, νὰ ἐκπολιτίσουν καὶ νὰ ἐξυψώσουν τὴν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ μάχονται, ἀντιμετωπίζοντας ἀντιξοότητες καὶ ἐχθρότητες. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν προσωπική τους εὐτυχία καὶ τὰ προσωπικά τους συμφέροντα…».
«Ἄνθρωπος τοῦ ἠθικοῦ αὐτοῦ μεγαλείου, τραγικὸ θῦμα τῶν θυσιῶν καὶ τῆς προσφορᾶς του, ὑπῆρξε ὁ Κόμης Ἰωάννης Καποδίστριας, ποὺ μονάχα μὲ τὴν παρουσία του κατακτοῦσε ὅλων τὶς καρδιές».[21]
Φέτος ποὺ συμπληρώνονται 190 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκλογή του ἀπὸ τὴν 3η Ἐθνικὴ Συνέλευση τῆς Τροιζήνας ἡ σταχυολόγηση ἔστω ὀλίγων στοιχείων ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἀνασυνθέσουμε τὴν ἠθική του μεγαλογραφία.
Ἀπὸ τὶς 19 Μαρτίου ἕως τὶς 5 Μαΐου συνεδρίασαν 173 πληρεξούσιοι στὴν Τροιζήνα τῆς Ἀργολίδας καὶ στὶς 14 Ἀπριλίου 1827 ἐξέλεξαν Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδος τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια. Ψήφισαν συγχρόνως τὸ σύνταγμα τῆς ἐλεύθερης Ἑλλάδας. Κι ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἐνῷ ἦταν ἐλεύθερο τότε μόνο ἕνα μικρὸ μέρος τῆς Πελοποννήσου καὶ λίγα νησιά, ἐκπροσωπήθηκε στὴν Ἐθνοσυνέλευση σχεδὸν τὸ σύνολο τοὺ ἑλληνισμοῦ[22]. Φέτος (2017) ἑορτάζεται ἐπίσης ἡ 190η ἐπέτειος ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴ τῆς Συνθήκης τοῦ Λονδίνου ἀπὸ τὶς Μεγάλες Δυνάμεις (Ρωσία, Γαλλία, Ἀγγλία) στὶς 6 Ἰουλίου 1827. Μὲ αὐτὴν ἐζητεῖτο ἀπὸ τὸν Σουλτᾶνο νὰ δεχθεῖ τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδας. Ἐπίσης ἄλλη σημαντικὴ ἐπέτειος εἶναι ἡ συμπλήρωση 190 χρόνων ἀπὸ τὴ Ναυμαχία τοῦ Ναβαρίνου, στὶς 8 Ὀκτωβρίου 1827. Τότε ὁ ἑνωμένος στόλος τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης κατανίκησε τὸν αἰγυπτιακὸ στόλο τοῦ Ἰμπραήμ, ὁ ὁποῖος νικημένος ἀποχώρησε ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο τὸ 1828.[23]
Δυόμισι χρόνια μετά, στὶς 3 Φεβρουαρίου τοῦ 1830 μὲ τὸ Πρωτόκολλο τοῦ Λονδίνου, τὸ ὁποῖο ὑπέγραψαν οἱ ἴδιες τρεῖς Μεγάλες Δυνάμεις, δέχθηκαν νὰ παραμείνει Κυβερνήτης τῆς ἐλεύθερης Ἑλλάδος ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ποὺ ἤδη κυβερνοῦσε τὴ χώρα μας ἀπὸ τὶς 18 Ἰανουαρίου τοῦ 1828, ἀλλὰ ἐπέβαλαν ὡς πολίτευμα αὐτὸ τῆς βασιλείας, σκορπίζοντας ἔτσι τὴ διχόνοια τῶν Ἑλλήνων καὶ στὴ συνέχεια μὲ τὴ δολοφονία τοῦ Κυβερνήτη διευκόλυναν τὰ σχέδιά τους.[24]
Στὸ πρῶτο ἐπίσημο γράμμα του, ὁ Καποδίστριας, πρὸς τὸν Πρόεδρο τῆς Ἐθνικῆς Συνέλευσης τῶν Ἑλλήνων, ποὺ ἀποφάσισε τὴν ἐκλογή του ὡς Κυβερνήτη, μεταξὺ τῶν ἄλλων γράφει: «Αἱ μὲν ἀπὸ χρόνου ροπαί, πάντως ἐν χερσὶ Θεοῦ κεῖνται, ἀλλ’ ὅμως καὶ ὑμεῖς δύνασθε, κύριοι, νὰ τὰς παρασκευάσετε δεξιάς. Ἔσται δὲ τοῦτο, βεβαιωθεῖτε, ἂν πιστοὶ εἰς τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχάς, τῆς ἁγίας ἡμῶν πίστεως, ὁμοψύχως καὶ ἀδόλως συνεργάζεσθε εἰς τὰ τῆς κοινῆς σωτηρίας. Οἱ μὲν τὰ ὅπλα φέροντες οὐ μόνο εὐάνδρως καὶ ἀφοσιωμένως, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης πειθαρχίας πρὸς κοσμήτορας…»[25].
Τὴν ἴδια ἡμέρα, 14 Αὐγούστου 1827, ἔγραψε καὶ στὸν Πρόεδρο τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, γιὰ νὰ τονίσει ἀνάμεσα σὲ ἄλλα ὅτι ἡ πατρίδα θὰ σωθεῖ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ: «Ἂς καταγιγνώμεθα λοιπὸν εἰς διεκπεραίωσιν τῆς ἐνδόξου ταύτης ὑποθέσεως ἐν πίστει, ἐν ἀφιλοκερδείᾳ, ἐν ὁμονοίᾳ, ἐν συνέσει, καθότι πρώτιστον πάντων τῶν λοιπῶν, ἔχομεν τὸ κοινὸν τοῦτο ἀγώνισμα καὶ οὕτω τοῦ Θεοῦ συναιρουμένου σωθήσεται ἡ Πατρίς…»[26]. Καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Τσάτσος παρατηρεῖ: «Ἂν κυβερνοῦσε τὴν Ἑλλάδα ὁ Καποδίστριας μερικὰ χρόνια ἀκόμα, ὅταν πέθανε δὲν ἦταν οὔτε 56 ἐτῶν, θὰ ἦταν ἄλλη ἡ μοῖρα αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ πολλὰ δεινὰ ποὺ ἀκολούθησαν θὰ εἶχαν ἀποτραπεῖ. Ἴσως λίγοι τότε νὰ ἦταν σὲ θέση νὰ ἀναμετρήσουν τὸ μέγεθος τῆς ἐθνικῆς συμφορᾶς ποὺ προκάλεσε ὁ θάνατός του. Μόνον ἡ ἀπόσταση μᾶς ἐπιτρέπει νὰ τὴ δοῦμε σήμερα ὁλόκληρη σὲ ὅλες τὶς συνέπειες».
Ἐξάλλου στὶς 14 Σεπτεμβρίου 1831, λίγες μέρες πρὶν τὸ αἷμα του βάψει τὰ σκαλοπάτια τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος στὸ Ναύπλιο, ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας ἔγγραφε στὸν ἐπιστήθιο φίλο του καὶ μεγάλο εὐεργέτη τῆς Ἑλλάδος, τὸν Ἑλβετὸ Τραπεζίτη, Ἰωάννη – Γαβριὴλ Eynard, τὰ ἀκόλουθα γιὰ τὸν ἑαυτό του: «Ἂς λέγουν καὶ ἂς γράφουν ὅ,τι θέλουν. Θὰ ἔλθει ὅμως κάποτε καιρός, ὅτε οἱ ἄνθρωποι κρίνονται ὄχι σύμφωνα μὲ ὅσα εἶπον ἢ ἔγραψαν περὶ τῶν πράξεών τους, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν μαρτυρίαν τῶν πράξεών τους. Ὑπ’ αὐτῆς τῆς πίστεως ὡς ἀξιώματος δυναμούμενος, ἔζησα μέσα εἰς τὸν κόσμον μέχρι τώρα, ὁπότε εὑρίσκομαι εἰς τὴν δύσιν τῆς ζωῆς μου, καὶ ὑπῆρξα πάντοτε εὐχαριστημένος διὰ τοῦτο. Μοῦ εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ ἀλλάξω τώρα. Θὰ συνεχίσω ἐκπληρῶν πάντοτε τὸ χρέος μου, οὐδόλως φροντίζων περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, καὶ ἂς γίνη ὅ,τι γίνη».[27]
Ἡ ἱστορία κρίνει καὶ θὰ κρίνει τὸν Καποδίστρια ἀπὸ τὴ μαρτυρία τῶν πράξεών του, ἀπὸ τὸ τεράστιο ἔργο του καὶ τὴν ἀνυπολόγιστη προσφορά του πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς Ἕλληνες. Ἕνα ἔργο ποὺ δὲν γνωρίζουμε σὲ βάθος, οὔτε τὴν προσφορά του σὲ ὅλες της τὶς ἐκδηλώσεις. Δικαίως γράφτηκε ἀπὸ τὸν Κωνσταντῖνο Τσάτσο ὅτι ὁ Καποδίστριας «εἶναι συγχρόνως ὁ μεγάλος γνωστὸς καὶ ὁ μεγάλος ἄγνωστος καὶ ὅτι ἐξακολουθεῖ ἀκόμα νὰ ἀναδύεται ἀπὸ τὸ σκοτάδι μέσα ἀπὸ τὰ ἀδημοσίευτα ἀρχεῖα».
Σημειώσεις:
[1] Βλ. σχετικὰ kapodistrias.info [2] ὅ.π. [3] Κώστας Κονταξής, ὁ φωτισμένος Κυβερνήτης ὁ πιστὸς Χριστιανός, Ἰωάννη Καποδίστριας, wordpress.com [4] Βιογραφία, kapodistrias.info [5] Ἑλένη Κούκου, Ἰωάννης Καποδίστριας. Ὁ ἄνθρωπος – ὁ Διπλωμάτης (1800-1828), ἔκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 1978, σ. 13. [6] Κώστας Δ. Κονταξής, ὅ.π., σ.2, ὅπου ὑποσημείωση 5. [7] kapodistrias.info, ὅ.π. [8] Κώστας Κονταξής, ὅ.π. σ.3 [9] Ἴδιος, ὅ.π. σ .4. [10] kapodistrias.info/viografia, ὅ.π., σ.5. [11] Ἀνδρέας Γ. Κοῦκος, Ἰωάννης Καποδίστριας, ὁ Ἄνθρωπος, ὁ Διπλωμάτης, ὁ Πολιτικός, Ἡμερολόγιο 2017, ἐκδόσεις Μίλητος, χ.χ. χ.α.σ. [12] Ἴδιος, ὅ.π. [13] ὅ.π. [14] kapodistrias.info, ὅ.π., σ.5. [15] Ὅ.π. [16] Κώστας Κονταξής, ὅ.π., σ.3. [17] Ἀνδρέας Γ. Κοῦκος, ὅ.π. [18] Βλ. Ἀνδρέας Γ. Κοῦκος, ὅ.π. χ.α.σ. [19] Βλ. Ἀνδρέας Δ. Κονταξής, ὅπου ὑποσημείωση 9. [20] Ἀνδρέας Κοῦκος, ὅ.π. [21] Βλ. Ἀνδρέα Κούκου, ὅ.π.μ Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴ βιογραφία τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, τὴν ὁποία ἔγραψε ὁ πιστὸς φίλος τῶν νεανικῶν του χρόνων, Δημήτριος Ἀρλιώτης, στὴν ἰταλικὴ γλῶσσα (Arliotti Demetrio, La vita di Giovanni Conte Capodistria, Corfu, 1859). [22] Γιῶργος Ν. Παπαθανασόπουλος, 190 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκλογή του, pontos-news.gr [23] Ἴδιος, ὅ.π. [24] ὅ.π. [25] Ἰ. Ἀ. Καποδίστριας, ἐπιστολαὶ Α΄, σ. 160-161. [26] ὅ.π, σ. 144. [27] Ἰ. Ἀ. Καποδίστριας, Ἐπιστολαί, μετάφρ. Κ. Σχινᾶ, Ἀθήνα 1841, Δ΄ 302. Πρβλ. Ἑλένη Κούκου, Ἰωάννης Καποδίστριας, ὁ Ἄνθρωπος – ὁ Διπλωμάτης (1800-1828), ἔκδ. Ἑστία, Ἀθήνα 1978, σ.11.




