Γράφει ὁ κ. Παῦλος Τρακάδας, θεολόγος
Δὲν ὑπῆρξε δημοσιολόγος καὶ μέσα δημοσίου λόγου, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἠσχολήθησαν μὲ τὴν ἀφίσσα τῆς ταινίας «Ἀδέσποτα Κορμιά». Ἴσως λοιπὸν δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ γραφοῦν τὰ ἀκόλουθα, ἐάν, ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ αὐτὸ Φεστιβὰλ δὲν ἐλάμβανε χώραν καὶ ἑτέρα πρόκλησις, αὐτὴ μερικῶν παρενδυτικῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν ἐπίσημον σκηνὴν διεδήλωσαν μὲ αἴτημα τὸ σύνθημα «Destroy Greece» (= καταστρέψτε τὴν Ἑλλάδα), ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἀπουσίαζαν ἀπὸ τὸν ἀνοικτὸν διάλογον οὐσιώδη ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν κατετέθησαν ἀπὸ καμίαν πλευρὰν.
Κρατικὴ τέχνη
Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐπισημάνωμεν, εἶναι ὅτι ἡ κ. Ψύκου παράγει κρατικὴν τέχνην. Δὲν ἀναγράφομεν «κρατικοδίαιτον», ἀναφερόμενοι εἰς τὰς ἐπιχορηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐπεσήμαναν πολλοί, ἀλλὰ εἰς δύο ἑτέρας παραμέτρους: ἀφ’ ἑνὸς τὰ θέματα τῆς ταινίας της καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἐκπροσώπησίν της.
Τὰ θέματα τῆς ταινίας τῆς κ. Ψύκου εἶναι ἡ ἄμβλωσις, ἡ ἐξωσωματικὴ γονιμοποίησις καὶ ἡ εὐθανασία. Ἡ ἀρχικὴ ἰδέα ἐσχετίζετο μὲ τὴν ἄμβλωσιν καὶ τὴν ἀποτέφρωσιν, ἀλλὰ ὡς ἐδήλωσεν ἡ ἰδία (ἐφημερὶς «Αὐγή», 24.3.2024):
«Αὐτὲς οἱ δύο παράλληλες συνθῆκες λειτούργησαν συνδυαστικὰ καὶ ἄρχισα νὰ σχεδιάζω τὴν ταινία. Εὐτυχῶς, στὴν Ἑλλάδα πλέον ἔχουν ἀλλάξει κάποια πράγματα καὶ ὑπάρχει τὸ ἀποτεφρωτήριο στὴ Ριτσώνα ἐδῶ καὶ τεσσεράμισι χρόνια».
Τοιουτοτρόπως, ἡ ἀποτέφρωσις ἔμεινεν ἐκτὸς (ἀφοῦ ἱκανοποιήθη τὸ αἴτημα…). Ὡς ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὰ ζητήματα αὐτὰ θὰ ἦσαν μία «καινοτομία», ἐὰν παρουσιάζοντο πρὸ 20ετίας, ὅμως πλέον -δυστυχῶς- εἶναι πλήρως ἐλεύθερα καὶ ἀκόμη καὶ ἂν κάποιος εὑρίσκεται εἰς μίαν χώραν, ἡ ὁποία ἔχει θέσει ἀπαγορεύσεις, εὔκολα μεταβαίνει σήμερα εἰς ἑτέραν καὶ τὰ πραγματοποιεῖ. Μήπως καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὐθανασίας, ἡ ὁποία ἀπαγορεύεται ἐπισήμως, τὸ κράτος δὲν «ἔκανε τὰ στραβὰ μάτια»;
Ἑπομένως ἡ κ. Ψύκου δὲν ἔρχεται νὰ παρουσιάση κάτι νέον, ἀλλὰ νὰ προασπίση αὐτὸ τὸ ὁποῖον τὸ κοσμικὸν κράτος νομοθετεῖ (καὶ σύντομα καὶ τὴν εὐθανασίαν…). Ὑπηρετεῖ ἕνα πολιτικὸν ἀφήγημα καὶ αὐτὸ διαπιστώνει κανείς, ἐὰν ἀναλογισθῆ ὅτι τὸ κράτος ὄχι μόνον δὲν ἤσκησε κριτικήν, ἀλλὰ τὴν χρηματοδοτεῖ. Ἂς μὴ ἀπορῆ κανεὶς –οὔτε ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης- μὲ τὴν οἱανδήποτε κ. Ψύκου, ἀφοῦ αὐτὴν τὴν γραμμὴν δίδει τὸ κράτος. Ὅσον ὁ Σεβ. δὲν ἀντιδρᾶ πρὸς τὴν πολιτικὴν ἡγεσίαν, κάθε ἄλλη ἀντίδρασίς του ἁπλῶς ἀποπρο-σανατολίζει ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.
Ἀντιχριστιανισμὸς
Ἡ αὐθεντικὴ τέχνη, τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται οἱ δημιουργοί της, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συγκρούεται μὲ τὸ κράτος; Ἀλλὰ μᾶλλον τὸ ἀπόσταγμα τῆς ἰδεολογίας τῆς κ. Ψύκου συγκεντρώνεται εἰς τὰς ἀκολούθους φράσεις, ὅπου φαίνεται τελικὰ ποῖον εἶναι τὸ ἐπίκεντρον τοῦ προβλήματός της (ἱστοσελὶς «flix.gr», 26.3.2024):
«μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ταξίδια, κατάλαβα ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ὡς μεγαλύτερο ταμποὺ τὸν θάνατο σὲ σχέση μὲ τὴν Καθολική, κι ἡ Καθολικὴ εἶναι πιὸ σκληρὴ σὲ θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἄμβλωση καὶ τὴν ἐξωσωματικὴ γονιμοποίηση».
Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ποὺ ἐνοχλεῖ καὶ μάλιστα ἐνοχλεῖ τὸ πολιτικὸν κατεστημένον καὶ τὸ ἀφήγημά του, τὸ φιλελεύθερον ἀφήγημα.
«Ἀνεύθυνη» τέχνη
Ποία εἶναι ὅμως ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας; Ἡ κ. Ἐλὶζ Ζαλαντό, ἡ ὑπεύθυνος τοῦ φεστιβάλ, ἡ ὁποία ἀπήντησεν εἰς ἐπιστολὴν τοῦ Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης, δηλώνει διὰ τὰ ὅρια τῆς τέχνης:
«…οἱ σκέψεις μου ἑδράζονται σὲ δύο ἄξονες. Ὁ πρῶτος εἶναι καθαρὰ νομικὸς καὶ δικαιοκρατικός… οὔτε ἐγὼ οὔτε κανεὶς ἄλλος ἐπίσημος φορέας μπορεῖ νὰ τὴν ἀπαγορεύσει ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ δὲν παραβιάζει τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους… οἱ πράξεις ἀπαγόρευσης ἢ λογοκρισίας εἶναι ἀντίθετες ὄχι μόνο στὶς ἀξίες μου ἀλλὰ καὶ ἀντίθετες στοὺς νόμους τοῦ κράτους μας».
Εἶναι ὅμως αὐτὸ ἐλευθερία; Ἂς ἐνθυμηθῶμεν τί ἔγραφε πρὸ 40 ἐτῶν ὄχι κάποιος ἐκκλησιαστικὸς ἀνήρ, ἀλλὰ ὁ πολὺς Μάριος Πλωρίτης διὰ τὴν σχέσιν τέχνης καὶ ἐλευθερίας (ἐφημερὶς «Τὸ Βῆμα», 19.2.1984):
«ὅταν λέμε «ἐλευθερία», δὲν τὴν ἐννοοῦμε, βέβαια, μὲ τὴν παλιά, «φιλελεύθερη» ἀντίληψη ποὺ θεωροῦσε πὼς «ἐλευθερία εἶναι νὰ κάνεις ὅ,τι δὲν ἀπαγορεύεται»»!
Ἑπομένως ὁ,τιδήποτε δὲν ἀπαγορεύει τὸ Κράτος δὲν συνιστᾶ αὐτόχρημα πρᾶξιν ἐλευθερίας. Ἡ ἄποψις τῆς κ. Ζαλαντό, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπέρριψεν ἡ κ. Ψύκου, ὄχι μόνον εἶναι ἀναχρονιστική, ἀλλὰ ἐπιπλέον καὶ κυρίως ἀναδεικνύεται ὡς ἐξόχως κρατιστική, καθὼς τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν ἔδωσε καὶ ὁ Ὑφ. Πολιτισμοῦ κ. Χρ. Δήμας. Ἄλλωστε τί ἕτερον ἀνέμενε κανεὶς ἀπὸ τὴν κρατικὰ διωρισμένην κ. Ζαλαντό, ἡ ὁποία ὑπερασπίζεται μίαν ταινίαν, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖ τὸ κρατικὸν ἀφήγημα; Ἀλλὰ καὶ τὸ κράτος τὴν προησπίσθη, καθὼς αἱ προβολαὶ τῆς ταινίας ἔγιναν μὲ παρουσίαν ἀστυνομικῆς δυνάμεως!
Ἡ ἐμμένουσα ἀπορία εἶναι, διατί ἀπήντησεν ἡ κ. Ζαλαντὸ καὶ ὄχι ἡ κ. Ψύκου; Ἢ καλύτερα ὁ κ. Νίκος Πάστρας, ὁ ὁποῖος ἐφιλοτέχνησε τὴν ἀφίσσαν; Εἰς τὴν οὐσίαν κανεὶς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθη εἰς διάλογον, διότι δὲν ἀντέχει τὴν κριτικὴν καὶ καλλιτέχνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντέχει τὴν κριτικὴν εἶναι καὶ πάλιν κατὰ τὸν Πλωρίτην «ἀνεύθυνος».
Εἶναι ὁ Τίμιος Σταυρὸς ἕνα «σύμβολον»;
Ἐν τέλει ὅμως τέχνη εἶναι ἡ ταινία ἢ ἡ ἀφίσσα; Προφανῶς, ἀμφότερα κατὰ τοὺς δημιουργούς. Ὅμως, ἡ ἀφίσσα εἶναι παντελῶς παραπλανητικὴ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ταινίαν, διότι ἡ ταινία θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφορᾶ κοινωνικὰ ζητήματα, ἐνῶ ἡ ἀφίσσα χρησιμοποιεῖ συγκεκριμένα «σύμβολα». Τὴν χρῆσιν αὐτῶν ἀποπειρᾶται νὰ δικαιολογήση ἡ κ. Ζαλαντό:
«Ὑπάρχει ὅμως κι ἕνας δεύτερος ἄξονας, πάνω στὸν ὁποῖο ἑδράζονται οἱ σκέψεις μου, κι αὐτὸς εἶναι περισσότερο θεωρητικός… ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι μόνον ἕνα σύμβολο πίστης, μία ἁπλὴ εἰκόνα ποὺ ἀναπαράγεται στατικὰ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες, ἀλλὰ καὶ ἕνας συμπεριληπτικὸς τόπος καὶ ἕνας ἐν κινήσει τρόπος ποὺ ἀγκαλιάζει τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο, τὸν πάσχοντα ἄνθρωπο»
Εἶναι ὅμως ὁ Σταυρὸς «σύμβολον»; Κατ’ ἀρχάς, ἡ κ. Ζαλαντὸ συγχέει τὴν ἔννοιαν τοῦ «συμβόλου» καὶ τῆς «μεταφορᾶς», ταυτίζουσα αὐτά, καθὼς ἀντιμετωπίζει τὸν Σταυρὸν ὡς σημεῖον πίστεως καὶ ὡς σημεῖον πρὸς τὸν πάσχοντα ἄνθρωπον. Ὁ φιλόσοφος Πὼλ Ρικαὶρ (Λόγος καὶ Σύμβολο) γράφει:
«Ὑπάρχει σύμβολο, ὅταν βρισκόμαστε ἐνώπιον ὄχι ἑνὸς ἁπλοῦ σημείου ποὺ δηλώνει κάτι, ἀλλὰ ὅταν βρισκόμαστε ἐνώπιον μίας πολύπλοκης σύνθεσης σημείων, ὅπου τὸ νόημα ἀντὶ νὰ παραπέμπη σὲ πρᾶγμα, παραπέμπει σὲ ἄλλο νόημα».
Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ὅμως δὲν παραπέμπει ἀλλοῦ, ἀλλὰ δηλώνει αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον βλέπομε: τὴν Σταύρωσιν τοῦ Θεανθρώπου. Διὰ νὰ καταστῆ σαφὲς ἂς δώσωμεν ἕνα παράδειγμα: ὁ «Ἐρυθρὸς Σταυρὸς» εἶναι σύμβολον, διότι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ ἱστορικὸν γεγονὸς τῆς Σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ εἰς νοσοκομεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ἀπεναντίας τὸ «Ἅγιον Δισκοποτήριον» ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης δὲν εἶναι σύμβολον τῆς ἀθανασίας, ὡς συμβαίνει εἰς ταινίας, ἀλλὰ σκεῦος ἡγιασμένον πρὸς τέλεσιν τῆς Θ. Εὐχαριστίας κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. Τοιουτοτρόπως ὁ Σταυρὸς εἶναι λειτουργικὸν ἀντικείμενον κατὰ τὸν τύπον τῆς Σταυρώσεως, διὰ τοῦ ὁποίου μεταδίδεται χάρις καὶ ἁγιασμὸς καὶ ὄχι σύμβολον.
Ἡ κ. Ζαλαντὸ ἴσως φαντάζεται ὁ,τιδήποτε, ὅταν ἀντικρύζη ἕνα Σταυρόν, ἐπειδὴ συγχέει τὰ σύμβολα («Ἐρυθρὸς Σταυρὸς») μὲ τὸν Τίμιον Σταυρόν, ὅμως αὐτὸ εἶναι τὸ ἀρχιμήδειον σφάλμα αὐτῆς. Συνεπὴς εἰς αὐτὸ θεωρεῖ ὅτι δύναται νὰ παραβιάζη τὰς προδιαγραφὰς αὐτοῦ, διότι ἁπλῶς ὑπερβαίνει τὰς ἀρχὰς μιᾶς ἄλλης τέχνης τῆς βυζαντινῆς καὶ αὐτὸ εἶναι θεμιτὸν εἰς τὴν τέχνην. Δὲν πρόκειται ὅμως εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν διὰ σύμβολον, ἄρα δὲν εἶναι ζήτημα τέχνης. Ἡ εὔλογος ἀντίρρησις ὅτι «σὲ ζωγραφικοὺς πίνακες τοῦ Μεσαίωνα, ὅπου ἔχουμε Σταυρόν, δὲν εἶναι σκεῦος ἄρα εἶναι τέχνη» ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ: ἀκριβῶς διὰ τοῦτο παρεμβαίνει ἡ Ἐκκλησία, διὰ νὰ ἀποσαφηνίση ὅτι ἡ ζωγραφικὴ ἀποτύπωσις ἀναπαραστάσεων τῆς Σταυρώσεως ἢ τῆς καθημερινῆς χρήσεως τοῦ Σταυροῦ, δὲν θίγουν τὴν τιμὴν τοῦ σκεύους, ὅπως δὲν θίγει ἡ φωτογραφία τὸ πρόσωπον, ἐνῶ τὸ θίγει μία αἰσχρὴ ἀπεικόνισις ἢ -πιθανῶς- μία γελοιογραφία.
Συνυπολογίζοντες αὐτά, ἡ ἀφίσσα καταλήγει νὰ εἶναι παραπλανητική, ὄχι διότι δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ταινίαν οὔτε διότι εἶναι ὑποκριτικὴ (καθὼς ἡ δικαιολόγησίς της δὲν ἀναφέρει λέξιν διὰ τὴν κριτικὴν εἰς τὴν «σκληρὴν» στάσιν τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῶν ρωμαιοκαθολικῶν), ἀλλὰ πρωτίστως ἐπειδὴ εἶναι ἀκατανόητος διὰ τὴν κοινωνίαν (εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἀπευθύνεται ἡ «γνήσια» τέχνη), ἡ ὁποία γνωρίζει ὅτι ἡ Παναγία δὲν ἐσταυρώθη (αἱ δικαιολογίαι ὅτι εἰς τὴν ἀφίσσαν εἶναι ἁπλῶς μία γυναίκα, διαψεύδονται ἀπὸ τὰ ὅσα ἡ κ. Ζαλαντὸ ἀναφέρει «περὶ εἰκόνας ποὺ ἀναπαράγεται στατικὰ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες», καθὼς εἶναι ἐμφανὲς ὅτι πρόκειται περὶ «Madonna»).
Διὰ τοὺς πιστοὺς εἶναι αὐτονόητον ὅτι εἶναι βλάσφημος, ὡς πανθομολογούμενον. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἐνδιαφέρει τοὺς δημιουργούς, οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουν τὸν Σταυρὸν ἰσχυριζόμενοι ὅτι «ἀγκαλιάζει τὸν πάσχοντα ἄνθρωπο», ἐνῶ ὑπολανθάνει εἰς αὐτοὺς ἡ ἑρμηνεία τοῦ κυριακοῦ λογίου «Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκε».
Καλλιτεχνικὸς ἐκφασισμὸς
Κατακλείοντες τὰς παρούσας ἐπισημάνσεις, δὲν θὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὸ κοινότυπον «ἂς τολμοῦσε νὰ βάλη τὸν Μωάμεθ στὴν ἀφίσσα», ἀλλὰ θὰ παρακαλούσαμεν τοὺς «πνευματικοὺς ἀνθρώπους» τῆς τέχνης νὰ ἀναλογισθοῦν, ἐὰν μὲ τὴν ἐκθεμελίωσιν τοῦ χριστιανισμοῦ, συμβάλλουν εἰς τὴν ἐπέλασιν τοῦ Ἰσλὰμ καὶ νὰ προβοῦν εἰς τὴν αὐτοκριτικὴν, ἀναστοχαζόμενοι τῶν ἰδικόν των Πλωρίτην (ἐφημερὶς «Τὸ Βῆμα», 15.5.1983):
«ὅταν καταδικάζουμε τὸ κράτος ἢ ὅποιον ἄλλον πὼς διαφθείρει τὸ πνευματικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ ἦθος τοῦ τόπου, θὰ πρέπει τὴν ἴδια στιγμὴ καὶ κάθε στιγμὴ νὰ δικάζουμε καὶ τοὺς ἑαυτούς μας, ν’ ἀναρωτιόμαστε πόση εἶναι ἡ δική μας «συμβολὴ» σ’ αὐτὴ τὴ φθορὰ»
Μᾶλλον τὴν ἀπάντησιν εἰς αὐτὸ δίδει ἡ ἰδία ἡ κ. Ψύκου (ἐφημερὶς «Αὐγή», 24.3.2024):
«…προκειμένου νὰ γίνει ἡ πρεμιέρα χωρὶς βία, ἀπαγορεύτηκαν οἱ συναθροίσεις. Ἀναγκάστηκα λοιπὸν νὰ ἀποδεχτῶ ἕνα μέτρο ποὺ δὲν εἶναι δημοκρατικό. Φτάσαμε νὰ ἀποδεχόμαστε πράγματα ποὺ παλιότερα δὲν θὰ διανοούμασταν νὰ δεχτοῦμε καὶ μάλιστα νὰ μᾶς δίνουν καὶ ἀνακούφιση. Καὶ τελικὰ αὐτὴ εἶναι μία μορφὴ φασισμοῦ.»
Ἆραγε ἐφθάσαμεν καὶ οἱ Ἕλληνες νὰ ἀποδεχώμεθα «πράγματα ποὺ παλιότερα δὲν θὰ διανοούμασταν», ὅπως τὸ σύνθημα «Καταστρέψτε τὴν Ἑλλάδα»; Ἡ Γαλλίδα κ. Ζαλαντό, ἡ ὁποία ζῆ μὲ τὸν Ἰρανοαμερικανὸ σύζυγό της, ἔχει ἀπάντησιν; Ἡ Ὑπουργὸς Πολιτισμοῦ κ. Λ. Μενδώνη; Ἢ θὰ ἰσχυρισθῆ ὅπως καὶ μὲ τὴν περίπτωσιν Λιγνάδη ὅτι ἐξηπατήθη; Ὁ Ὑπουργὸς Προστασίας τοῦ Πολίτου κ. Μ. Χρυσοχοΐδης, ὁ ὁποῖος ἔστειλε τὰς ἀστυνομικὰς δυνάμεις; Ὁ ἐπιβάλλων τὸν «φασισμὸν» -κατὰ τὴν κ. Ψύκου- ὡς ὑπεύθυνος διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς κ. Μητσοτάκης; Τὸ «Destroy Greece» εἶναι τὸ σύνθημα τῆς Νέας Δημοκρατίας;




