Ὁ συνειδητὸς χριστιανὸς σκέφτεται συνεχῶς τὶς ἁμαρτίες του, μετανοεῖ καὶ παράλληλα πενθεῖ γιὰ ὅσα συμβαίνουν στὸν κόσμο. Προσπαθεῖ ἐπίσης νὰ δίνει τὴν καλὴ μαρτυρία γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὴ διδασκαλία του. Εἶναι ὁ πενθῶν ἄνθρωπος, ποὺ θὰ παρηγορηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ μακαρισμὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφής: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται».1
Τὸ πένθος συνδυάζεται μὲ τὴν παρηγορία καὶ τὴ χαρά. «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε».2 Δηλαδή, «μακάριοι εἶστε ἐσεῖς ποὺ κλαῖτε τώρα γιὰ τὶς δοκιμασίες ποὺ δέχεσθε μὲ εὐγνωμοσύνη ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος μὲ αὐτὲς σᾶς παιδαγωγεῖ, διότι θὰ γελάσετε καὶ θὰ χαρεῖτε στὴν ἄλλη ζωή»3, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Π. Ν. Τρεμπέλας.
Τὰ δάκρυα δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα κάποιου πάθους, ποὺ καταδυναστεύει τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶναι δείγματα ἀγάπης καὶ φιλοστοργίας. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος πονοῦσε πολὺ καὶ ἀνησυχοῦσε γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τῶν ἀνθρώπων, ποὺ εἶχαν πιστέψει. Ἔγραφε στοὺς Γαλάτες: «Παιδιά μου, γιὰ σᾶς πάλι περνῶ τοὺς πόνους τῆς γέννας, ὥσπου νὰ διαμορφωθεῖ μέσα σας ὁ Χριστός».4
Οἱ θρῆνοι καὶ τὰ δάκρυα τῶν ἁγίων ἔχουν ὡς αἰτία τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸ Θεό. Μετανοοῦν γιὰ τὸν ἑαυτό τους καὶ πενθοῦν γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς προκειμένου νὰ ὁδηγηθοῦν στὴ σωτηρία. Ὁ Μέγας Βασίλειος χρησιμοποιεῖ ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ τονίσει τὴν ἀνησυχία τους γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπισημάνει ἕνα πνευματικὸ κίνδυνο: «Οἱ ἅγιοι εἶχαν πάντοτε στραμμένο τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν Θεό, ποὺ ἀγάπησαν καὶ αὔξαναν τὴν ἐρχόμενη ἀπὸ ἐκεῖ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη, φρόντιζαν συγχρόνως καὶ γιὰ τὰ ἀναγκαῖα τῶν ὁμοίων τους ἀνθρώπων· πενθοῦσαν δηλαδὴ γιὰ ἐκείνους ποὺ ἁμάρταναν καὶ προσπαθοῦσαν νὰ τοὺς διορθώσουν μὲ τὰ δάκρυα. Ὅπως δὲ ἐκεῖνοι ποὺ στέκονται στὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ βλέπουν ἄλλους μέσα στὸ πέλαγος νὰ κινδυνεύουν, συμπάσχουν μὲν καὶ φροντίζουν γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἀλλὰ δὲν παραμελοῦν καὶ τὴ δική τους ἀσφάλεια ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι θλίβονται μὲν γιὰ τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ δὲν ἀφανίζουν τὴ δική τους χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Ἀντίθετα μάλιστα τὴν κάνουν μεγαλύτερη, γιατὶ ἀξιώνονται νὰ λάβουν ὡς ἀμοιβὴ τὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου γιὰ τὰ δάκρυα, ποὺ χύνουν γιὰ τοὺς ἀδελφούς».5
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει ὅτι «ὅπως τὸ νερὸ σβήνει τὰ γράμματα, ἔτσι καὶ τὸ δάκρυ μπορεῖ νὰ σβήσει τὰ πταίσματα»6.
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης
Σημειώσεις:
1. Ματθ. ε΄ 4. 2. Λουκ. στ΄ 21. 3. Ἡ Καινὴ Διαθήκη, μὲ σύντομη ἑρμηνεία, Ἀθήνα 2011, σελ. 262. 4. δ΄ 19. 5. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμος Α΄, Ἀθήνα 2002, σελ. 498. 6. Κλῖμαξ, Ὠρωπὸς 1978, σελ. 330.




