Πρὸς τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἱ.Μ. Πάφου
Τέκνα μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθιμα τῶν Ἀποκριῶν ἢ Καρναβαλιῶν, εἶναι ξενόφερτες ἐκδηλώσεις ποὺ διαστρέφουν τὸ νόημα τῶν ἡμερῶν ποὺ διανύουμε καὶ οἱ ὁποῖες μᾶς προετοιμάζουν γιὰ τὴν εἴσοδό μας στὸ στάδιο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Ὁ μισόκαλος διάβολος, ὁ ἐχθρὸς τῆς ψυχῆς καὶ τῆς σωτηρίας μας, αὐτὲς τὶς ἡμέρες ποὺ ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ ταπεινωθοῦμε ὡς ὁ τελώνης, νὰ μετανοήσουμε ὡς ὁ ἄσωτος, νὰ ἀναλογιστοῦμε τὸν αἰώνιο Παράδεισο καὶ τὴν αἰώνια Κόλαση καὶ νὰ ἀναζητήσουμε τὸν Χαμένο Παράδεισο, αὐτὸς ὁ παγκάκιστος Διάβολος, μᾶς βάζει νὰ συμμετέχουμε στὰ ἀλλότρια πρὸς τὴν χριστιανική μας πίστη ἔθιμα τῶν Καρναβαλιῶν.
Τὰ Καρναβάλια δὲν εἶναι μία μορφὴ διασκέδασης οὐδέτερη, δὲν εἶναι ἕνα ἀκόμα πολιτιστικὸ δρώμενο τοῦ λαοῦ, ὅπως πολλοὶ θέλουν νὰ μᾶς τὸ παρουσιάσουν. Εἶναι ἔθιμο ποὺ ἔρχεται ἀπευθείας ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρικὴ ἐποχή, ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα Σατουρνάλια τῶν Ρωμαίων καὶ τὰ Κρόνια τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἀπὸ τὶς ὀργιαστικὲς γιορτὲς πρὸς τιμὴν τῶν ψευτοθεῶν τῆς γῆς καὶ τῆς γονιμότητας, ὅπου οἱ ἄνθρωποι μέσα στὸ σκοτάδι τῆς μεταμφίεσης ἐπιδίδονταν σὲ κραιπάλες, μέθες καὶ ἀσωτίες.
Χάρη στοὺς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων μας τὰ καρναβαλικὰ ἔθιμα περιορίστηκαν σὲ λίγες μόνο περιοχὲς τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου ὡς ἀπολιθώματα τῆς εἰδωλολατρίας. Ὅμως τὰ τελευταῖα χρόνια βλέπουμε ὅτι οἱ καρναβαλικὲς ἐκδηλώσεις πληθαίνουν, ντυμένες μὲ τὸν μανδύα τοῦ πολιτισμοῦ, ἀκόμα καὶ σὲ πόλεις, ὅπως ἡ δική μας, ποὺ δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ κακὴ παράδοση. Καὶ ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ ἀπὸ ἄγνοια ἢ ἀδιαφορία συμμετέχουμε σὲ αὐτὸ τὸ πανηγύρι τοῦ Διαβόλου, σὲ αὐτὴ τὴν ἔμπρακτη ἀναβίωση τῆς εἰδωλολατρίας.
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐργάστηκαν σκληρά, γιὰ νὰ ξεριζώσουν ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῶν Χριστιανῶν τὴν ροπὴ πρὸς τὰ εἰδωλολατρικὰ αὐτὰ ἔθιμα. Δίκαια ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ποῦ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία τῆς Πάφου, διερωτᾶται, γράφοντας πρὸς τοὺς Κορινθίους: “Ποιὰ σχέση ἔχει ἡ ἀρετὴ μὲ τὴν φαυλότητα; Καὶ τί κοινὸ ἔχει τὸ φῶς μὲ τὸ σκότος; Καὶ ποιὰ ἁρμονία μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μεταξὺ Χριστοῦ καὶ τοῦ Σατανᾶ; Ἢ ποιὰ θέση μπορεῖ νὰ ἔχει ὁ πιστὸς μαζὶ μὲ τὸν ἄπιστο; καὶ πῶς μπορεῖ νὰ συνυπάρχει στὸν ἴδιο τόπο ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ναὸ τῶν εἰδώλων;” (Κορ. 6, 14-16).
Καὶ στοὺς Ἐφεσίους παραγγέλλει “Ἡ πορνεία καὶ κάθε ἀκαθαρσία ἢ ἀνωμαλία οὔτε ὡς ὄνομα νὰ ἀκούγεται σὲ ἐσᾶς, ὅπως ἁρμόζει σὲ ἁγίους. Ἐπίσης νὰ μὴ ὑπάρχει σὲ σᾶς τὸ ἄσεμνο καὶ ἡ μωρολογία καὶ ἡ αἰσχρὴ ἀστειολογία, τὰ ἀπρεπῆ αὐτὰ πράγματα, ἀλλὰ μᾶλλον δοξολογία” (Ἐφ. 5.3-4).
Καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης τελειώνει τὴν πρώτη Καθολικὴ Ἐπιστολή του, τὴν τόσο Θεολογική, προσγειώνοντάς μας ἀπότομα μὲ τὴν πιὸ ἁπλὴ καὶ πρακτικὴ συμβουλὴ ‘‘Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων” (Ἰω. Α΄ 5,21). Ὁ δὲ μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη, ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Τιμόθεος, Ἐπίσκοπος Ἐφέσου, μαρτύρησε στὰ χέρια τῶν καρναβαλιστῶν, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἅγιοι τοὺς ἑπόμενους αἰῶνες.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες, οἱ διάδοχοι τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων πολέμησαν πολὺ τὰ δαιμονικὰ αὐτὰ ἔθιμα. Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ ζημία ποὺ γίνεται στὶς ψυχὲς τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τὴν συμμετοχή τους σὲ αὐτὲς τὶς γιορτές, ὥστε οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναγκάστηκαν νὰ θεσπίσουν εἰδικὸ κανόνα κατὰ τῶν Καρναβαλιῶν, ποὺ τότε λέγονταν Καλάνδες ἢ Βρουμάλια. Μὲ τὸν 62ο κανόνα τῆς Συνόδου1 ἀπαγορεύτηκε ἡ συμμετοχὴ τῶν Χριστιανῶν στὰ καρναβαλικὰ γλέντια, οἱ μεταμφιέσεις ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν καὶ ἡ χρήση προσωπείων ποὺ κρύβουν τὸ πρόσωπο τοῦ μεταμφιεσμένου.
Εἶναι φανερὸ ἀδελφοί μου, ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ εἴπαμε, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστη ἡ ἰδιότητα τοῦ Χριστιανοῦ μὲ τὰ καρναβάλια. Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, ἐκ βάθους καρδίας νὰ μὴ γίνετε ἐχθροὶ τῆς σωτηρίας σας, νὰ μὴ ἀρνηθεῖτε τὸν Χριστὸ γιὰ λίγη διασκέδαση, αἰσχρὴ καὶ ψεύτικη, ἀλλὰ νὰ ἀπέχετε ἀπὸ κάθε καρναβαλικὴ ἐκδήλωση καὶ ἀπὸ λοιπὲς ἐκδηλώσεις τῶν ἡμερῶν ποὺ δὲν συνάδουν μὲ τὴν χριστιανική μας ἰδιότητα.
Μὲ πατρικὲς εὐχὲς
† ὁ Πάφου Τυχικὸς
Σημείωσις:
1. Κανὼν ΞΒ΄ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου:
“Τάς οὕτω λεγομένας Καλάνδας, καὶ τὰ λεγόμενα Βοτά, καὶ τὰ καλούμενα Βρουμάλια, καὶ τὴν ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ Μαρτίου μηνὸς ἡμέρᾳ ἐπιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ ἐκ τῆς τῶν πιστῶν πολιτείας περιαιρεθῆναι βουλόμεθα. Ἀλλὰ μὴν καὶ τὰς τῶν γυναίων δημοσίας ὀρχήσεις, ὡς ἀσέμνους, καὶ πολλὴν λύμην καὶ βλάβην ἐμποιεῖν δυναμένας, ἔτι μὴν καὶ τὰς ὀνόματι τῶν παρ’ Ἕλλησι ψευδῶς ὀνομασθέντων θεῶν ἢ ἐξ ἀνδρῶν, ἢ γυναικῶν γινομένας ὀρχήσεις, καὶ τελετάς, κατά τι ἔθος παλαιόν, καὶ ἀλλότριον τοῦ τῶν Χριστιανῶν βίου, ἀποπεμπόμεθα, ὁρίζοντες, μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολὴν ἐνδιδύσκεσθαι, ἢ γυναῖκα τὴν ἀνδράσιν ἁρμόδιον. Ἀλλὰ μήτε προσωπεῖα κωμικά, ἢ σατυρικά, ἢ τραγικὰ ὑποδύεσθαι· μήτε τὸ τοῦ βδελυκτοῦ Διονύσου ὄνομα, τὴν σταφυλὴν ἐκθλίβοντας ἐν ταῖς ληνοῖς, ἐπιβοᾷν· μηδὲ τὸν οἶνον ἐν τοῖς πίθοις ἐπιχέοντας γέλωτα ἐπικινεῖν, ἀγνοίας τρόπῳ ἢ ματαιότητος, τὰ τῆς δαιμονιώδους πλάνης ἐνεργοῦντας. Τοὺς οὖν ἀπὸ τοῦ νῦν τι τῶν προειρημένων ἐπιτελεῖν ἐγχειροῦντας, ἐν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, εἰ μὲν κληρικοὶ εἶεν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· εἰ δὲ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι”.




