Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, Θεολόγου
Ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων, δὲν εἶναι ἕνα θέμα ποὺ ἀκολούθησε τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας (726- 843). Οἱ Τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες πρὶν τὴν Εἰκονομαχία αὐτὸ φρονοῦσαν καὶ αὐτὸ ἔπρατταν. Ἁπλὰ τὸ “ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν”, ἔλαβε καὶ συνοδικὴ χροιά.
Γι’ αὐτὸ στὸ Συνοδικὸ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρεται προλογικὰ τὸ ἑξῆς: “Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν…”.
Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ ἐκπροσωπήσας τὴν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου στὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, Ἐπίσκοπος Κωνσταντίας Κωνσταντῖνος ὁ Β΄, διάβασε κατὰ τὴν τέταρτη συνεδρία τῆς Συνόδου, τὸν λόγο τοῦ Ἁγίου Λεοντίου Ἐπισκόπου Νεαπόλεως τῆς Κύπρου, “Περὶ εἰκόνων τῶν ἁγίων”.
Ὁ Ἅγιος Λεόντιος ἔδρασε κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 7ου αἰώνα, πολὺ πρὶν τὴν Εἰκονομαχικὴ περίοδο. Ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος Νεαπόλεως τῆς Κύπρου καὶ ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε βιογράφος του, ὅπως καὶ τῶν Ἁγίων Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ καὶ Συμεὼν τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ.
Τὸ ἀπολογητικὸ ἔργο του κατὰ Ἰουδαίων καὶ ὑπὲρ τῶν Ἁγίων Εἰκόνων, ἀπετέλεσε προικῶον δώρημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πολὺ πρὶν τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καταδίκασε τὴν Εἰκονομαχία. Τὸ καταμαρτυρεῖ τόσο ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν Ἁγίων Εἰκόνων πρὶν τὴν Εἰκονομαχικὴ περίοδο, ὅσο καὶ ἡ ἀπολογητικὴ στάση κατὰ Ἰουδαίων στὸ θέμα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῆς μωαμεθανικῆς πλάνης.
Γιὰ παράδειγμα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅπως ἀπαγορεύτηκαν οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν, ἔτσι ἀπαγορεύτηκε καὶ ἡ τοιχογραφήση τῶν ναῶν. Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ μωαμεθανοὶ Τοῦρκοι ἔβγαζαν τὰ μάτια ἀπὸ τὶς τοιχογραφίες, καταμαρτυρεῖ τὸ διαχρονικὸ εἰκονομαχικὸ μένος τους.
Ὁ Πέμπτος λοιπὸν λόγος τοῦ Ἁγίου Λεοντίου “Ὑπὲρ τῆς Χριστιανῶν ἀπολογίας καὶ κατὰ Ἰουδαίων καὶ περὶ εἰκόνων τῶν “ἁγίων”*, εἶχε γραφτεῖ ἕνα αἰώνα περίπου πρὶν τὴν περίοδο τῆς Εἰκονομαχίας.
“Οἱ Χριστιανῶν λαοί, ὅσους ἐὰν τύπους σταυροῦ καὶ εἰκόνων ἀσπάζονται, οὐκ αὐτοῖς τὸ σέβας τοῖς ξύλοις ἢ τοῖς λίθοις προσάγουσιν, ἢ τῷ χρυσῷ ἢ τῇ φθαρτῇ εἰκόνι ἢ τῇ λάρνακι ἢ τοῖς λειψάνοις, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν τῷ Θεῷ τῷ καὶ αὐτῶν καὶ πάντων Ποιητῇ τὴν δόξαν καὶ τὸν ἀσπασμὸν καὶ τὸ σέβας προσφέρουσιν. Ἡ γὰρ εἰς τοὺς ἁγίους αὐτοῦ τιμὴ εἰς αὐτὸν ἀνατρέχει”*, τονίζει ὁ Ἅγιος Λεόντιος Νεαπόλεως στὸν ἀπολογητικὸ αὐτὸ λόγο του.
“Ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν”, ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων τὸ Συνοδικὸ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Αὐτὸ καταμαρτυρεῖ καὶ ὁ “περὶ εἰκόνων τῶν ἁγίων”, λόγος Ἁγίου Λεοντίου Νεαπόλεως.
Φυσικὰ ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ σύνολο τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης ἑορτάζουμε. Καμιὰ ἔκπτωση δὲν ἐπιτρέπεται σὲ θέματα Πίστεως. Γιὰ κανένα θέμα δὲν ἐπιτρέπονται κακόδοξες διδαχές.
Ὁ εὔκολος καὶ ἀντορθόδοξος δρόμος μίας ἄλλης “συνύπαρξης”, ἀπότοκης τῆς συνυπαρξιακῆς “ἰδεολογίας”, ἡ ὁποία ἐφευρίσκει τὰ κατ’ αὐτὴν “ἐλάσσονα”, ἐκφεύγοντας τοιουτοτρόπως τῆς ὁμολογίας, ποτὲ δὲν ἦταν ὁ δρόμος τῶν Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὁμίλησε καὶ γιὰ τὴ μεγάλη ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, ἡ ὁποία μεθερμηνεύεται ἀπὸ τὴν μεγίστη ἔγνοια γιὰ τὴ σωτηρία του. Στὶς ἡμέρες μας ἡ ἔγνοια αὐτὴ ἐξέλιπε γιὰ τοὺς σύγχρονους “ἀγαπολόγους”, οἱ ὁποῖοι δὲν προτιμοῦν τὴν “ἐν ἀληθείᾳ ἀγάπη” καὶ ἐξαντλοῦν τὸ συνυπαρξιακὸ ἰδεολόγημά τους σὲ συγκρητιστικὰ φληναφήματα.
Ἡ πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν εἶναι ἡ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Κατ’ οὐσία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει, ἡ ὁποία κράτησε ἀπαραχάρακτα αὐτά, τὰ ὁποῖα παρέλαβε. Μὲ τῆς ὁμολογίας λοιπὸν τὸ κάλλος, «τῶν ἀγώνων τὸν καιρὸν ἀπαρξώμεθα» (Κανὼν β΄, Ὠδὴ α΄ Τριωδίου).
* Ἁγίου Λεοντίου Ἐπισκόπου Νεαπόλεως, Πέμπτος λόγος “Ὑπὲρ τῆς Χριστιανῶν ἀπολογίας καὶ κατὰ Ἰουδαίων καὶ περὶ εἰκόνων τῶν ἁγίων” – V. De roche, “L’Apologie contre les Juifs de Leontios de Neapolis,” Travaux et memoires 12 (1994) 66-71.




