Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη
Ἕνας ἀπὸ τοὺς 144 χαιρετισμοὺς ποὺ ἀπευθύνονται πρὸς τὴν πανάχραντη μητέρα τοῦ Θεοῦ, στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου εἶναι καὶ ὁ ἑξῆς:
«Χαῖρε κλῖμαξ ἐπουράνιε δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός· Χαῖρε γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».
α. Τὸ ἱστορικὸν πλαίσιον
Ἕνα περιστατικὸ ποὺ καταγράφεται στὸ 28ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου «Γένεσις» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δίνει ἀφορμὴ καὶ γίνεται πηγὴ ἔμπνευσης τοῦ ἱεροῦ ὑμνογράφου, γιὰ νὰ συνθέσει ἕνα ἀκόμη χαιρετισμὸ πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Σ΄ αὐτό, προφητικά, γίνεται λόγος γιὰ τὴν μοναδικὴ συμβολὴ τῆς Παναγίας στὴν πραγματοποίηση «τοῦ ἀπ’ αἰῶνος ἀποκεκρυμμένου μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας».
Στὸ περιστατικὸ αὐτὸ περιγράφεται ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Ἰακώβ, μὲ τὴν βοήθεια τῆς μητέρας του Ρεβέκκας, ἐξαπάτησε τὸν γέροντα πατέρα του, τὸν Ἰσαὰκ ,καὶ ἔλαβε τὴν εὐλογία τῶν πρωτοτοκίων, ἀφοῦ προηγουμένως τὴν εἶχε ἐξαγοράσει «ἀντὶ πινακίου φακῆς», ἀπὸ τὸν ἀδελφό του Ἡσαῦ. Λόγῳ τῆς προχωρημένη ἡλικίας τοῦ Ἰσαὰκ «ἠμβλύνθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ τοῦ ὁρᾶν…». Σχεδὸν τυφλὸς ὁ Ἰσαὰκ παραπλανήθηκε ἀπ’ τὸ πονηρὸ τέχνασμα τῆς συζύγου του καὶ τοῦ δευτερότοκου υἱοῦ του Ἰακώβ, στὸν ὁποῖο ἔδωσε καὶ ἐπίσημα τὴν εὐλογία τοῦ πρωτότοκου, μὲ τὰ συνεπακόλουθα προνόμια, ἀντὶ τοῦ Ἡσαῦ.
Ὕστερα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἔγιναν οἱ σχέσεις τῶν δύο ἀδελφῶν βρίσκονταν σὲ μεγάλη ἔνταση. Ὁ κίνδυνος θανατηφόρου ἐκδίκησης ὑπαρκτός. Μὲ τὴν συμβολὴ τῆς μητέρας του ὁ Ἰακὼβ φεύγει, χωρὶς ἀναβολή, ἐφοδιασμένος μὲ τὴν πατρικὴ εὐλογία τοῦ πρωτότοκου, γιὰ νὰ καταφύγει στὴ Χαρράν τῆς Μεσοποταμίας, ὅπου ζοῦσε ὁ ἀδελφός της Λάβαν. Στὸ δρόμο πρὸς τὴν Χαρράν στάθηκε νὰ διανυκτερεύσει στὸ ὕπαιθρο, στὴν περιοχὴ τῆς Βαιθήλ. Γιὰ νὰ κοιμηθεῖ, ὡς μαξιλάρι, χρησιμοποίησε μία σκληρὴ πέτρα, ὡς στρῶμα εἶχε τὸ κρύο χῶμα τῆς γῆς καὶ ὡς σκέπασμα τὸν ἔναστρο οὐρανό. Ἐκεῖνο τὸ βράδυ ὁ Ἰακὼβ ἔζησε τὴν συγκλονιστικότερη νύκτα τῆς ζωῆς του.
Ἐνῶ κοιμόταν «ἐνυπνιάσθη», εἶδε ἕνα ἀποκαλυπτικὸ καὶ ἐνισχυτικό, θεϊκὸ ὅραμα. Εἶδε μία πανύψηλη σκάλα, ἡ βάση τῆς ὁποίας στηρίζονταν στὴ γῆ, ἐνῶ ἡ κορυφὴ της ἔφτανε στὸν οὐρανό. Πάνω σ’ αὐτὴ Ἄγγελοι ,ἀνεβοκατέβαιναν. «Ὁ δὲ Κύριος ἐπεστήρικτο ἐπ’ αὐτῆς…».(Γένεσ. 28,13). Τότε ὁ Ἰακὼβ ἀκούει «τὸν Θεὸ τῶν πατέρων τοῦ Ἀβραάμ…» νὰ τὸν ἐνισχύει καὶ νὰ τὸν βεβαιώνει ὅτι: θὰ κληρονομήσει τὴ γῆ αὐτή, οἱ ἀπόγονοί του θὰ αὐξηθοῦν «ὡς ἡ ἄμμος τῆς γῆς..». Τὸ πιὸ θαυμαστὸ ὅμως εἶναι ἡ ὑπόσχεση πὼς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τους θὰ γεννηθεῖ ὁ Μεσσίας Χριστός. Ἔκπληκτος καὶ φοβισμένος «ὁ Ἰακὼβ ἐξηγέρθη ἀπὸ τοῦ ὕπνου… καὶ εἶπεν: ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος… ἔστι οἶκος Θεοῦ, καὶ αὔτη ἡ πύλη τοῦ Οὐρανοῦ». (Γένεσ.28, 16-17).
Ὁ συμβολισμὸς τῆς κλίμακος
Αὐτὸ τὸ περιστατικό, ποὺ ἀναφέρθηκε, ἐνέπνευσε τὸν ὑμνογράφο, ὁ ὁποῖος ἀπευθυνόμενος στὴν Παναγία τὴν προσφωνεῖ μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια: Χαῖρε κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός, Χαῖρε γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».
Δηλαδή: Χαῖρε Παναγία, διότι ἐσὺ εἶσαι (ἔγινες) ἡ ἐπουράνια κλίμακα (σκάλα), διὰ τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ. Χαῖρε διότι ἐσὺ εἶσαι (ἔγινες) ἡ γέφυρα, ἀπὸ τὴν ὁποία περνοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ πᾶνε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό.
Μὲ τὶς δύο αὐτὲς λέξεις κλίμακα καὶ γέφυρα, ὑπογραμμίζεται ἡ μοναδικότητα καὶ ἡ σπουδαιότητα τοῦ ρόλου τῆς Παναγίας στὸ «ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφον καὶ Ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον», ἀφοῦ μὲ τὴν συμβολὴ της φανερώθηκε στὸν κόσμο. Αὐτὸ δὲ τὸ μυστήριο εἶναι: α)ἡ κατάβαση-κάθοδος τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, καὶ β) ἡ ἀνύψωση-ἄνοδος τοῦ ἀνθρώπου, διὰ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ στοὺς οὐρανούς, καὶ ἡ ἐκ δεξιῶν τοῦ «Θεοῦ πατρὸς καθέδρα» τῆς δοξασμένης ἀνθρώπινης φύσης.
«Κατάβασις Θεοῦ καὶ ἀνάβασις ἀνθρώπου συνθέτουν τὴν οὐσία τοῦ ἀρρήτου θαύματος τῆς Παρθένου». Πράγματι ἡ παρθένος Μαρία ἔγινε ἡ μυστικὴ κλίμακα, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἄπειρος Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ καὶ τὴν συνέδεσε πάλι μὲ τὸν οὐρανό. Ὁ ἐκτὸς χρόνου (ἄχρονος) Θεὸς εἰσέρχεται στὸν κοσμικὸ χρόνο. «Ὁ ἄναρχος ἄρχεται», καθὼς ὁ «λόγος σαρκοῦται» διὰ τῆς Παρθένου Μαρίας. Ὁ ἄπειρος εἰσέρχεται στὸ πεπερασμένο. Ὁ ἄκτιστος, ὁ Δημιουργὸς καὶ ἐξουσιαστὴς τοῦ σύμπαντος εἰσέρχεται στὸν κτιστὸ κόσμο, στὸ δημιούργημά του. Ἔτσι μπορεῖ «νὰ κοινωνήσει μετὰ τοῦ κτιστοῦ», ὅπως αὐτὸς κρίνει καὶ θέλει νὰ παρέμβει μὲ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές του. Ἡ ἄπειρη καὶ ἀπεριόριστη δύναμη καὶ θέλησή του δὲν περιορίζεται ἀπὸ τὴν ἀδύναμη καὶ πεπερασμένη φύση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός, ἄλλωστε δρᾶ καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἀπεριόριστα ἐλεύθερος.
Ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς ἁγίας Τριάδος εὑρίσκεται σὲ ἀπόλυτη συμφωνία καὶ ἁρμονία μὲ τὴν παντοδύναμη θεία οὐσία, ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ ἀπορρέει. Στὸ πεδίο τῆς ἠθικῆς, ἡ θεία ἐνέργεια δρᾶ σύμφωνα μὲ τὴν ἠθικὴ τάξη καὶ τοὺς νόμους , ποὺ ἡ ἴδια ἔχει θέσει στὸν κόσμο. Ἡ ἄπειρη ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ συνεργάζεται ἁρμονικὰ μὲ τὴν περιορισμένη ἐλευθερία τῶν λογικῶν ὑπάρξεων, τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴ δὲ τὴν Θεόσδοτη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεὸς οὐδέποτε παραβιάζει ἤ τὴν ἀναιρεῖ. Ἂν συνέβαινε κάτι τέτοιο τότε ὁ Θεὸς θὰ ἀναιροῦσε τὸν ἑαυτό του. Θὰ κατέλυε τὴν ἠθικὴ τάξη ποὺ αὐτὸς καθιέρωσε. Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ ἀναδεικνύεται ὁλοκάθαρη στὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας, στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.
Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ –πατρὸς δὲν εἰσβάλλει ξαφνικά, χωρὶς καμία προειδοποίηση στὸν κόσμο. Δὲν καταλύει, δὲν παραβιάζει, δὲν συντρίβει τὴν φύση καὶ τὴν τάξη ποὺ ὁ ἴδιος ἔθεσε σ’ αὐτήν. Αἰῶνες πρὶν προετοιμάζει τὴ φύση, γιὰ νὰ δεχθεῖ αὐτὰ ποὺ ὑπερβαίνουν τὰ «ὑπὲρ φύσιν». Προετοιμάζει τὴν ἱστορία, γιὰ νὰ τὴν ἀνακαινίσει. Ἔτσι ὅταν «ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου…». (Γαλάτ. Δ, 4), τότε ἡ κτίση ἦταν ἕτοιμη νὰ δεχθεῖ «τὸν ἀχώρητον παντί». Στὴν Ναζαρὲτ «ἡ ἀνύμφευτος νύμφη» περίμενε «τὸν νυμφίον τὸν κάλλει ὡραῖον παρὰ πάντας τοὺς θνητούς». Ὁ «ἔμψυχος ναός» , ἡ ταπεινὴ κόρη καὶ παρθένος ποὺ ἀναφέρονταν στοὺς προφητικοὺς ὁραματισμούς, ἦταν εὐτρεπισμένος. Ἡ κλίμακα γιὰ νὰ κατεβεῖ «ὁ ποιητὴς καὶ πλάστης καὶ Θεὸς» στὸ δημιούργημά του στὴ γῆ, εἶχε στηθεῖ. Ἡ «κιβωτὸς ἡ χρυσοθεῖσα τῷ πνεύματι» ἦταν ἕτοιμη, ἀμόλυντη νὰ δεχθεῖ μέσα της τὸν οὐράνιο θησαυρό, καὶ νὰ γίνει μητέρα τοῦ «Λόγου τῆς ζωῆς».
Ὁ ρόλος τῆς γέφυρας
Ἡ νοητὴ κλίμακα «δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεὸς» στὴ γῆ ἔγινε, ἀναδείχθηκε ταυτόχρονα καὶ σὲ γέφυρα «μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν». Τὸ μεγάλο χάσμα ποὺ δημιουργήθηκε ὡς συνέπεια ἀπὸ τὴν παρακοὴ τῆς «πεπτωκυίας» φύσεως τοῦ ἀνθρώπου (στὰ πρόσωπα Ἀδὰμ καὶ Εὔας), καὶ χώριζε τὴ γῆ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γεφυρώθηκε μὲ τὴν παρεμβολὴ τῆς Παναγίας. Αὐτὴ μὲ τὸν «ὑπερφυῆ τόκο» της συνέδεσε τὴ φθαρμένη καὶ πληγωμένη Ἀδαμιαία φύση μὲ τὸν θεῖο πλάστουργό της. Μέσα στὴν παρθενικὴ μήτρα της ὁ Θεὸς ἀνέλαβε πλήρη τὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου. Τὴν ἕνωσε ἄρρηκτα μὲ τὴ θεία φύση του σὲ ἕνα πρόσωπο καὶ μία ὑπόσταση. Ἔπαθε μὲ αὐτή, τὴν ἀνάστησε καὶ μαζί της «προσεδρεύει τῇ ζωοποιῷ καὶ μακαρίᾳ τριάδι». Ἔτσι ἡ Θεοτόκος γίνεται κυριολεκτικὰ γέφυρα μὲ τὴν ἔννοια ὅτι προσφέρει πλέον τὴν δυνατότητα στὴν κτιστὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου, νὰ συνδεθεῖ μὲ τὸν ἄκτιστο Θεό. Ἡ Μαρία, ἡ ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, ἔγινε ἄξια μητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ της, ἀλλὰ καὶ μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν.
Ἀναδείχθηκε σὲ «ἅγιο τόπο», στὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ συναντηθεῖ ὁ ἅγιος Θεὸς μὲ τὸ δημιούργημά του, τὸν ἄνθρωπο. Μόνο ἀπὸ ἁγία, καθαρή, ἀναμάρτητη ὕπαρξη, μποροῦσε νὰ δανεισθεῖ ὁ πανάγιος Θεός. Στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας ὑπάρχει ἕνα ἀξιοθαύμαστο σύμπλεγμα ἁγιότητας . Ἁγία μητέρα. Πανάγιος Υἱός. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ σύμπλεγμα ἀντανακλᾶ μία ἐκθαμβωτικὴ λάμψη, ἀκτινοβολία τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ὅλα σ’ αὐτὸ τὸν ναὸ τῆς ἁγιότητας, στὸ ἱερὸ τέμενος τῆς ἀνακαινισμένης κτίσεως εἶναι «ὑπὲρ λόγον καὶ ἔννοιαν».




