Ἡ Χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως νὰ γίνη Χαρά μας!

Share:

Αὐτοκριτικαί σκέψεις μὲ ἀφορμὴν τὸν Κατηχητικὸν Λόγον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Γράφει ὁ Πρέσβυτερος π. Γεράσιμος Βουρνᾶς

  Σὲ μιὰ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία οἱ ἀνισότητες κάθε εἴδους ἑδραιώνονται καὶ αὐξάνουν διαρκῶς, ἡ Χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως ἐξακολουθεῖ νὰ χαρίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας, δηλαδὴ τὸν Χριστό μας, σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως. Αὐτὴ ἡ Χαρὰ δὲν εἶναι μιὰ ψυχολογικὴ ἱκανοποίηση, ἕνα συναισθηματικὸ παυσίπονο, ἀλλὰ Πρόσωπο, τὸ Πρόσωπο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του μᾶς ἔδωσε μιὰ ἄλλη βιοτή, ἕνα Θεανθρώπινο τρόπο ζωῆς, κατὰ τὸν ὁποῖο θάνατος δὲν ὑπάρχει καὶ οἱ προσωπικότητές μας μποροῦν νὰ γίνουν διὰ τῶν Ἁγίων Ἀρετῶν καὶ τῶν Ἁγίων Μυστηρίων, κατὰ Χάριν Θεοφόρες!

  Δὲν μᾶς συγκινεῖ βαθιὰ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, δὲν μᾶς γίνεται ἑαυτός μας ὁ ἀναστάσιμος τρόπος ζωῆς. Οἱ Πατέρες μας ἔλεγαν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη!» καὶ σειόταν ἡ Ἐκκλησία! Νιώθαμε Χαρά! Ἀφυπνιζόμασταν! Πλέον οἱ ἄνθρωποι ποὺ νιώθουν τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη!» καὶ μποροῦν νὰ μᾶς τὸ μεταδώσουν ἔχουν φύγει ἀπὸ τὸν μεταπτωτικό μας κόσμο. Μείναμε ἐμεῖς ποὺ ζοῦμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὡς φολκλόρ, ὡς ἕνα ἔθιμο, ποὺ δὲν ἔχει καμία ἐπίδραση στὶς ζωές μας.

  Ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος μᾶς ἄφησε τὸν Κατηχητικό του Λόγο, γιὰ νὰ διαβάζεται στοὺς Ἱερούς μας Ναοὺς στὸ τέλος τῆς Ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας. Ἀκοῦμε στὰ λόγια του τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς ὁμιλεῖ καὶ ἀπευθύνεται σὲ ὅλους μας, ὅμως ἐμεῖς, μὲ τὴν στάση μας, δὲν ἀνταποκρινόμαστε σὲ αὐτὸ τὸ κάλεσμα Χαρᾶς. Ἂν ἀντιπαραβάλλουμε μὲ τὴν καρδιά μας κάθε λέξη τοῦ Κατηχητικοῦ Λόγου τῆς Ἀναστάσεως θὰ διαπιστώσουμε ὅτι εἴμαστε σὲ ἄλλο μῆκος κύματος.

  «Εἴ τις εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καὶ λαμπρᾶς πανηγύρεως»

Ὅμως ἐμεῖς εἴμαστε ἀφιλόθεοι, ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ τῆς φαντασίας μας, τὸν Θεὸ τῆς γνώμης μας καὶ ὄχι τὸν Ἀληθινὸ Θεό. Εἴμαστε ἀσεβεῖς, διότι δὲν δεχόμαστε τὸν Θεὸ ἔτσι ὅπως εἶναι, ἀλλὰ προσαρμόζουμε ὅ, τι ἔπραξε καὶ δίδαξε στὶς ἐπιθυμίες τῆς κοιλίας μας, τὴν ὁποία ἔχουμε κάνει Θεὸ καὶ μέτρον πάντων.

«εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ»

  Πόσο εὐγνώμονες εἴμαστε; Γρήγορα ξεχνᾶμε τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός μας. Γρήγορα ξεχνᾶμε πὼς δὲν ἔχουμε τίποτα «ὅ οὐκ ἐλάβαμε» καὶ καυχόμαστε ὡς δῆθεν αὐτόφωτοι. Δὲν εἴμαστε δοῦλοι Κυρίου, μάλιστα μᾶς προσβάλλει, ὅταν μᾶς ἀποκαλοῦν ἔτσι. Θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας κυρίους, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα εἴμαστε κάπηλοι καὶ ληστές. Ὅπως ὁ Ἑωσφόρος, ὁ Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, φαντάστηκε ὅτι εἶναι ἴσος μὲ τὸν Θεό, ἔτσι κι ἐμεῖς, ἀκόμη κι ἂν δὲν ὁμολογοῦμε ὅτι θέλουμε νὰ ξεπεράσουμε Ἐκεῖνον, ἐπιδιώκουμε μὲ κάθε τρόπο νὰ ὑποτιμήσουμε κάθε ἄλλον. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦμε νὰ εἰσέλθουμε στὴν χαρὰ τοῦ Κυρίου μας μὲ χαρά. Εἰσερχόμαστε στὸν Ναὸ τοῦ Κυρίου μας μὲ ταραχὴ καὶ λογισμούς.

«εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον˙ εἴ τις ἀπό πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα˙ εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαριστῶν ἑορτάσῃ˙ εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω· καί γάρ οὐδέν ζημιοῦται˙ εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσ­ελθέτω μηδέν ἐνδοιάζων· εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἑνδεκάτην, μή φοβηθῇ τήν βραδύτητα».

Σήμερα ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νὰ χαροῦμε. Στὴν ἀρχὴ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μᾶς κάλεσε νὰ ἀγωνιστοῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὥς τὸ τέλος. Σήμερα μᾶς καλεῖ νὰ χαροῦμε, ὅποια ὥρα κι ἂν ἀρχίσαμε τὸν ἀγῶνα, ἔστω καὶ λίγο πρὶν τὸ τέλος. Γιατί;

«Φιλότιμος γάρ ὁ Δεσπότης δέχεται τόν ἔσχατον, καθάπερ καί τόν πρῶτον· ἀναπαύει τόν τῆς ἑνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης· καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ, καί τόν πρῶτον θεραπεύει· κἀκείνῳ δίδωσι, καί τούτῳ χαρίζεται»

  Δὲν κάνει διακρίσεις ὁ Δεσπότης Χριστός. Ὅποιος θέλει νὰ ἔλθει κοντά Του τὸν δέχεται καὶ τὸν ξεκουράζει τὸ ἴδιο, τὸν ὑπηρετεῖ καὶ τὸν ἐλεεῖ.

«Καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ»

Ἔστω κι ἂν δὲν ἀγωνιστήκαμε μὲ τὴν ἀπαιτούμενη ζέση καὶ προσοχή, ὁ Χριστὸς ἐπαινεῖ ἀκόμα καὶ τὴν πρόθεσή μας! Ὅμως, ποιές εἶναι πραγματικὰ οἱ προθέσεις μας; Τὸ δείχνουμε μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία, ἰδιαίτερα στὰ πασχαλινὰ οἰκογενειακὰ τραπέζια, στὰ ὁποῖα ξεσποῦν τρικούβερτοι καυγάδες! Ἂς μὴ πάει καὶ φέτος χαμένη ἡ εὐκαιρία! Φέτος ἂς συναισθανθοῦμε ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ὅτι τίποτε καλὸ δὲν θὰ εἴχαμε ἂν δὲν μᾶς εἶχε δοθεῖ ἄνωθεν, ὅτι εἴμαστε πτωχοὶ καὶ μᾶς κάνει τὴν τιμὴ ὁ Θεός μας, νὰ μᾶς δεχθεῖ στὴν Χαρά Του!

 «Οὐκοῦν εἰσέλθητε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ἡμῶν, καί πρῶτοι καί δεύτεροι τόν μισθόν ἀπολάβετε, πλούσιοι καί πένητες μετά ἀλλήλων χορεύσατε, ἐγκρατεῖς καί ῥάθυμοι τήν ἡμέραν τιμήσατε, νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες εὐφράνθητε σήμερον».

Μᾶς δέχεται ὁ Θεός μας, ὅποιοι κι ἂν εἴμαστε, χωρὶς διακρίσεις μὲ βάση τὸν πλοῦτο ἢ τὴν δόξα. Οἱ νηστεύσαντες μὴ ἔχετε ψηλὰ τὸ κεφάλι λὲς καὶ κάνατε κάποιο μεγάλο κατόρθωμα καὶ οἱ μὴ νηστεύσαντες μὴ νιώθετε ἐνοχές, σήμερα χαρεῖτε! Χαρεῖτε ὄχι μὲ γέλια ἀχαλίνωτα καὶ ἄλλες ἔξαλλες συμπεριφορές, ζητῆστε τὴν Χαρὰν τὴν Ἐμήν, μᾶς λέει ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι Χαρὰ ἄλλης ποιότητας, μυστικὴ, σὰν φλόγα ποὺ δὲν σβήνει εἰς τὸν αἰῶνα καὶ ποὺ δίνει ζωὴ ἀντὶ γιὰ στάκτη.

«Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες· ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθει πεινῶν. Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος»

Τὰ τραπέζια τοῦ Θεοῦ μας εἶναι γεμᾶτα, ἔχει γιὰ ὅλους. Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὰ τραπέζια τῶν Ἁγίων Του Μαθητῶν καὶ τῶν διαδόχων τους ἕως τὶς μέρες μας. Κανεὶς δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὰ τραπέζια τους πεινασμένος. Πάντες ἔφευγαν χορτᾶτοι καὶ τὰ φαγητὰ ποὺ ἔτρωγαν εἶχαν τὴν πιὸ ὡραία γεύση ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει στὴ γῆ, διότι ἦταν γεύση μὲ εὐλογία!

«Μηδείς θρηνείτω πενίαν· ἐφάνη γάρ ἡ κοινή βασιλεία»

Φάνηκε ἡ «κοινὴ βασιλεία» καὶ ὄχι ἡ βασιλεία καὶ τυραννία μερικῶν. Μᾶς ἔπλασε βασιλεῖς ὁ Θεός μας, ἀλλὰ ἐμεῖς ἀπωλέσαμε τὸ βασίλειο. Σήμερα, μᾶς δίδει τὴν καινὴ βασιλεία ποὺ εἶναι κοινή! Στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει χῶρος γιὰ ὅλους, ὅλοι μποροῦν νὰ συμβασιλεύσουν ὁμόφωνα καὶ ὁμόγνωμα! Φτάνει νὰ τὸ ἐπιλέξουν καὶ νὰ γίνουν συμβασιλεῖς Χριστοῦ. Τὸ εἴδαμε αὐτὸ στοὺς Ἀποστόλους, ἔπειτα στὶς ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, ἀλλὰ καὶ πάντοτε καὶ ὅπου ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν Ἅγιοι ποὺ φανερώνουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο. Ἂν τὸ θέλαμε θὰ μπορούσαμε μὲ τὴν καθοδήγησή τους, δηλαδὴ τοῦ Θεοῦ, νὰ ζήσουμε τὸν Παράδεισο ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή!

«μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε»

Μὰ ποιός ὀδύρεται στὶς ἡμέρες μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες του; Ὅλοι ρίχνουν τὸ φταίξιμο ἀλλοῦ. Αὐτὴ ἡ φράση ἀπευθύνεται σὲ ὅσους συναισθάνθηκαν τὴν ἁμαρτία τους. Ἐμεῖς βλέπουμε μόνο τὴν μεγαλειότητά μας καὶ ἄρα δὲν μᾶς χρειάζεται ἡ «συγγνώμη» τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ. Φουσκώνουμε ἀπὸ περηφάνια τόσο, ποὺ δὲν ὑπάρχει χῶρος πιὰ γιὰ τὸν Χριστό. «μηδείς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος· ἔσβεσεν αὐτόν ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος· ἐκόλασε τόν ᾅδην κατελθών εἰς τόν ᾅδην· ἐπίκρανεν αὐτόν γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ».

Ἐμεῖς καὶ αὔριο, καὶ σήμερα ἀκόμα, φοβόμαστε τὸν θάνατο, δὲν ἀποδεχόμαστε τὸ δῶρο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας, μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ μας. Δὲν εἶναι τυχαῖο ποὺ στὰ χείλη τοῦ λαοῦ βρίσκεται συν­εχῶς ἡ φράση «ὑγεία πάνω ἀπὸ ὅλα!». Ζοῦμε τὰ πάντα μόνο μὲ τὸ σῶμα, ἐνῶ ψυχὴ καὶ Χριστὸς μᾶς χρειάζεται πάνω ἀπὸ ὅλα, ὅπως διδάσκει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, καὶ τότε θὰ χαροῦμε καὶ τά ὑλικὰ καὶ τὰ πνευματικὰ μὲ χαρὰ μεγάλη!

Ἔτσι λοιπόν, ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου δὲν εἶναι προτρεπτικὸς γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία, ἄνευ προετοιμασίας. Αὐτὸ τὸ ἐτόνιζε ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ἀλλὰ καὶ ὁ Πατέρας καὶ Διδάσκαλός μας π. Βασίλειος Βολουδάκης. Ὁ Κατηχητικὸς Λόγος εἶναι προτρεπτικὸς, γιὰ νὰ ἔλθουμε κοντὰ στὴν Χαρά, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Νὰ τοῦ ποῦμε, «Κύριε δῶσε μου τὴν Χαρὰ Σου, γιατί ἔχω τὰ χάλια μου, δέξε με στὴν Χαρά Σου, θέλω νὰ γευτῶ αὐτὴ τὴν Χαρά, ἔστω καὶ μὲ τὰ ἀδυνατισμένα ἐξ αἰτίας τῆς ραθυμίας πνευματικά μου αἰσθητήρια, νὰ τὴν νιώσω καὶ νὰ μοῦ ἀλλάξει τὴν ζωή. Θέλω Ἐσένα ποὺ εἶσαι ἡ Ζωὴ, γιατί ἀπὸ ἐμένα καὶ τὶς ἐπιλογές μου κουράστηκα! Θέλω νὰ αἰσθανθῶ τὰ λόγια τοῦ προφήτου Ἡσαΐα σὲ ὅλη τους τὴν Ἀλήθεια»:

Καί τοῦτο προλαβών Ἡσαΐας ἐβόησεν· Ὁ Ἅδης, φησίν, ἐπικράνθη· καί γάρ καθῃρέθη· ἐπικράνθη· καί γάρ ἐνεπαίχθη. Ἔλαβε σῶμα, καί Θεῷ περιέτυχεν· ἔλαβε γῆν, καί συνήντησεν οὐρανόν· ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε, καί πέπτωκεν ὅθεν οὐκ ἔβλεπε. Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ σου, ᾅδη, τό νῖκος; Ἀνέστη Χριστός, καί σύ καταβέβλησαι· ἀνέστη Χριστός, καί χαίρουσιν ἄγγελοι· ἀνέστη Χριστός, καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι. Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο· αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» .

Previous Article

Ὁ Νικητὴς Χριστός

Next Article

Ἀς γίνωμεν ὡς ὁ Χριστός, διότι καί ὁ Χριστός ἔγινεν ὡς καί ἡμεῖς