Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, Θεολόγου
Ὁ πρόσφατα ἐκλεγείς Ἀμερικανὸς πάπας τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ὁμολογίας Λέων ΙΔ’ ὑποστήριξε σὲ πρόσφατες δηλώσεις του ὅτι ὅποιος ἀποδέχεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι κάποιας μορφῆς ὑπεράνθρωπος καὶ ὄχι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος παράλληλα, δὲ μπορεῖ παρὰ νὰ διακατέχεται ἀπὸ ἀθεϊστικὰ φρονήματα. Ὡς πρὸς τὴ διατύπωση ἡ ἀνωτέρω φράση εἶναι ἀναμφιλέκτως ὀρθή. Ὅμως, στὴν πράξη ἡ παπικὴ ὁμολογία φαίνεται νὰ μὴ κατανοεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σὲ μία ἀπὸ τὶς ὑποστάσεις Του ποὺ φέρει σάρκα ἤ, ἀλλιῶς, ἀνθρωπότητα θεωμένη ἐξ ἄκρας συλλήψεως.
Ἡ θεολογικὴ παράδοση τῶν Λατίνων φαίνεται νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι θεοφόρος ἄνθρωπος καὶ ὄχι σαρκοφόρος Θεός, καὶ τοῦτο διαφαίνεται ξεκάθαρα ἀπὸ τὴν διατύπωση τοῦ διευθυντῆ τοῦ ποντιφικοῦ πανεπιστημίου τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη στὴ Ρώμη, τοῦ διεθνοῦς φήμης δομινικανοῦ θεολόγου T. J. White. Ὁ ἀνωτέρω ρωμαιοκαθολικὸς θεολόγος σὲ ἕνα ὀγκῶδες του βιβλίο, μὲ τοῦ ὁποίου τὴν ἀνασκευὴ ἀσχοληθήκαμε σὲ προηγούμενά μας ἄρθρα, ὑποστηρίζει ἀκράδαντα ὅτι ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος εἶναι τὸ κτίσμα ποὺ ὑπάρχει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο πλησίον τῆς πηγῆς (θείας οὐσίας) τῆς κτιστῆς χάριτος [1]. Ὁ Χριστὸς κατέχει στὸ μεγαλύτερο δυνατὸ βαθμό, κατὰ τοὺς «παραδοσιακοὺς» Λατίνους, τὴν κτιστὴ ἁγιαστικὴ χάρη, καθότι τὸ ἄκτιστο δὲν μπορεῖ νὰ κατοικήσει μέσα στὸ κτιστό, ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι, οἱ κλασικοὶ Λατῖνοι, ἀρνούμενοι τὴν μετάδοση ἢ κοινοποίηση ὅλων τῶν ἀκτίστων θείων ἰδιωμάτων ἀπὸ τὴ θεία φύση στὴν κτιστὴ διὰ τοῦ προσώπου τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καταλήγουν στὸ νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἀνάγκη κάποιας θέας τῆς θείας οὐσίας, θέση ἀπαράδεκτη γιὰ τὴν πατερικὴ χριστολογία, καθότι ἡ θέα σημαίνει ὁπωσδήποτε μετοχή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ μακάρια θέα τῆς θείας οὐσίας ἐκ μέρους τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἴδια θέα ποὺ ἔχουν οἱ κεκοιμημένοι ἅγιοι στὸν οὐρανό, κατὰ τὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη (ἐδῶ φαίνεται ὅτι ὁ Χριστὸς ἐξισώνεται μὲ τοὺς ἁγίους γιὰ τοὺς Λατίνους). Ὁ Χριστός, ὅμως, δὲν μετέχει τοῦ Θεοῦ, καθότι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς Λόγος μὲ σάρκα καὶ ψυχή. Εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ κάνει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους νὰ μετέχουν στὴ θεότητά Του, δίχως Ἐκεῖνος ἀσφαλῶς νὰ μετέχει, καθὼς δὲν ὑπάρχει δεύτερη ὑπόσταση στὸ Χριστό, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ αἱρεσιάρχης Νεστόριος καὶ ὁ πολὺς Karl Rahner.
Στὴ συνέχεια θυμίζουμε στὸ ἀναγνωστικό μας κοινὸ ὅτι ἡ κλασικὴ λατινικὴ χριστολογία ἐκτὸς ἀπὸ τὴν μερικὴ θέα τῆς θείας οὐσίας ἐκ μέρους τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνθρώπου ὑποστηρίζει ἄλλα δύο εἴδη γνώσης. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ ἐκχυμένη γνώση, ὅπως ἐκείνη ποὺ συμβαίνει στοὺς προφῆτες. Ἡ ἐκχυμένη γνώση ἀφορᾶ εἴτε στὴ στιγμιαία ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν Χριστὸ διὰ αἰσθητῶν σημείων εἴτε στὴν ἔκχυση ἐννοιῶν ἢ εἰδῶν μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἐδῶ βλέπουμε ὅτι ἀρκετοὶ μοντέρνοι Λατῖνοι, ὅπως ὁ Balthasar, δὲν θὰ διστάσουν νὰ ἰσχυριστοῦν ὅτι ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος εἶχε ἀνάγκη ἀποκάλυψης ἐκ μέρους τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διὰ αἰσθητοῦ σημείου, ὅπως τὴν ἐμφάνιση τοῦ κτιστοῦ περιστεριοῦ κατὰ τὸ βάπτισμα στὸν Ἰορδάνη ποταμό, προκειμένου νὰ διαφωτιστεῖ γιὰ τὸ πῶς ἀκριβῶς θὰ πρέπει νὰ διεξάγει τὴν ἀποστολὴ του [2]. Ἔτσι, ἀντὶ νὰ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς τὴν θεότητά του στοὺς ἀνθρώπους, βλέπουμε ὅτι ἔχει ὁ ἴδιος ἀνάγκη Ἀποκάλυψης, τουλάχιστον γιὰ ὁρισμένους Λατίνους.
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ δεύτερο εἶδος γνώσης, ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος φαίνεται νὰ προοδεύει. Ὁ Bonaventura ἀρνεῖται τὴν πρόοδο τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀνθρώπου, καθότι δέχεται ὅτι ἡ ψυχὴ του γνωρίζει τὰ πάντα, ἀφοῦ κατέχει ὅλα τὰ εἴδη ἢ οὐσίες τῆς κτιστῆς πραγματικότητας. Δὲν γνωρίζει, ὅμως, τὰ πάντα μὲ τὴν ἴδια διαφάνεια καὶ καθαρότητα, ὅπως συμβαίνει μὲ τὴ θεία. Στὴ συνέχεια, ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης, θέλοντας νὰ μὴ στερήσει ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ τὴν ἀφαιρετικὴ γνώση, κατέληξε στὸ νὰ ὑποστηρίξει ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ ἔχει καὶ ἕνα εἶδος προστιθέμενης καὶ προοδευτικῆς γνώσης, πρᾶγμα ποὺ σὲ τελικὴ ἀνάλυση σημαίνει ὅτι ἡ ἁγία Του ἀνθρωπότητα δὲν εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸ γνωμικὸ θέλημα. Τοῦτο φαίνεται σαφῶς ἀπὸ τὴ διατύπωση τοῦ δομινικανοῦ θεολόγου, τὸν ὁποῖον ἀναφέραμε καὶ προηγουμένως, ὅτι ὁ Χριστός, ὄντας πλήρης κτιστῆς χάριτος καὶ ἠθικῆς αὐτονομίας, ἔκανε ἐλεύθερες ἐπιλογές….
Τὰ πράγματα φαίνονται νὰ περιπλέκονται ἀκόμη περισσότερο σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν μοντέρνα καὶ μεταμοντέρνα παπικὴ χριστολογία. Ἄλλοι, ὅπως ὁ Galtier, ὑποστηρίζουν ἀνερυθρίαστα τὴν ὕπαρξη δύο ἐγὼ στὸ Χριστό, ἑνὸς θεϊκοῦ καὶ ἑνὸς ἀνθρωπίνου (ξεκάθαρος νεστοριανισμός). Ἄλλοι, ὅπως ὁ K. Rahner, ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀνοίκτηκε στὴν πληρότητά της στὴν αὐτοκοινοποίηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, πρᾶγμα ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἵρεση τοῦ υἱοθετισμοῦ. Ἄλλοι, ὅπως ὁ Balthasar, ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Χριστὸς «διασπᾶται» σὲ δύο Χριστούς, σὲ ἕνα ποὺ ἀντιλαμβάνεται μόνο στὸ ἐπίπεδο τῆς ὑποκειμενικότητας τὸ ποιὸς ἀκριβῶς εἶναι (ὁ Χριστὸς ὡς ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μία ἄρρητη θέα τῆς ἀποστολῆς του) καὶ σὲ ἕνα ποὺ ἔχει ἀνάγκη ἀποκάλυψης διὰ ἐκτάκτων σημείων ἐκ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι (Χριστὸς ὡς προσκυνητὴς ἢ ταξιδευτής), προκειμένου νὰ μεταφράσει τὴν ἄρρητη αὐτὴ θέα σὲ ἔννοιες μέσα στὴν ἱστορία. Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ θεώρηση τοῦ Χριστοῦ ὡς προσκυνητῆ εἶναι ἐξίσου ἀπαράδεκτη, τουλάχιστον ἐξ ὀρθοδόξου ἐπόψεως. Ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ δὲν προσκυνᾶ, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ρητὰ ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνός, ἀλλὰ μόνον προσκυνεῖται ὡς ἡ σάρκα τοῦ ἴδιου Θεοῦ [3], ἡ ὁποία φέρει μέσα της ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν.
Ἡ ἕνωση μὲ τοὺς παπικούς, λοιπόν, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει σὲ καμία ἀπολύτως περίπτωση, καθότι διαφαίνεται ξεκάθαρα ὅτι ἀποδέχονται σχεδὸν ὅλες τὶς ἀρχαῖες χριστολογικὲς αἱρέσεις, τόσο οἱ λεγόμενοι παραδοσιακοὶ ὅσο καὶ οἱ μεταμοντέρνοι. Ἄρα, μήπως ὁ νέος πάπας θὰ πρέπει νὰ διερωτηθεῖ γιὰ τὸ ἐὰν ἡ ὁμολογία, τῆς ὁποίας ἐκεῖνος ἀποτελεῖ τὴν κεφαλὴ, μετατρέπει τὸν Χριστὸ σὲ ἕνα ἁπλὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μετέχει καὶ δὲν εἶναι Θεός;
Σημειώσεις:
[1] T. White, The Incarnate Lord. A Thomistic Study in Cristology. The Catholic University of America Press, Washington, D.C. 2015, p. 120. [2] Γιὰ τὸν Ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ τὸ θέαμα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστῆ ἦταν ἄκτιστο. Κτιστὸ εἶναι μονάχα τὸ κατηγόρημα περιστέρι καὶ ὄχι αὐτὸ ποὺ εἶδε ὁ Ἰωάννης Βαπτιστής. Διὰ τῶν κτιστῶν ρημάτων περιγράφεται ἡ ἄκτιστη θέα, κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. [3] Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι Ἀπολλιναρισμός, αἵρεση ἡ ὁποία ἑρμήνευε τὸν Χριστὸ ὡς τὸ Λόγο ποὺ φέρει σάρκα ἄνευ νοὸς ἢ τοῦ λογικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς. Ὅταν ἀναφέρουν οἱ Πατέρες τὸν ὅρο σάρκα, ἐννοοῦν τὸν ὅλο ἄνθρωπο, ἤτοι τόσο ὡς ψυχὴ ὅσο καὶ ὡς σῶμα. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν προσέλαβε ὁ Υἱὸς ἦταν ὑπόσταση ἀνθρώπινη.




