Τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Κων/νου (Καβαρνοῦ), καθ. Φιλοσοφίας
2ον- Τελευταῖον
Τό βιβλίο λοιπόν «Μυστικός Κῆπος» ἀναφέρεται στόν ἄγγελο φύλακα, σ᾿ ἕνα σημεῖο πού ἔχει πλησίον του κάποιον ἄνθρωπο πού ζῆ κατά Θεόν λέγει «ἐκεῖνος πού κρίνει τά τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἀλαζονεία τοῦ ἀνθρώπου, ἄς παρακαλῆ νά στείλη ὁ Θεός ἐπάνω του τό Πανάγιο Πνεῦμα του, ἐπειδή χωρίς αὐτό ὁ ἄνθρωπος εἶναι τυφλός πού θαρρεῖ πώς βλέπει, κουφός πού θαρρεῖ πώς ἀκούει καί ἀναίσθητος πού νομίζει πώς αἰσθάνεται καί νά τοῦ δίνη ἄγγελο φύλακα, γιά νά τόν ὁδηγῆ στό δρόμο τῆς ζωῆς πού εἶναι στενός καί θλιμμένος σ᾿ αὐτόν τόν γοργοπέραστο κόσμο». Τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, ἡ ἑρμηνεία στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο πού βγῆκε τό 1952 σχολιάζων τό χωρίον πού λέγει γιά τόν ἄγγελον, ὁ ὁποῖος ἐκύλησε τόν λίθον πού ἦταν στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ «πώς ἦν τό ἔνδυμα αὐτοῦ λευκόν ὡς ἡ χιών» κάνει τήν ἑξῆς παρατήρηση: «ὁ ἄγγελος ἤτανε ντυμένος. Τά λειτουργικά πνεύματα τοῦ Θεοῦ φανερώνονται πάντοτε ντυμένα μέ ροῦχο ποτέ δέν εἶναι γυμνά, αὐτό φανερώνει εὐπρέπεια καί ἁγιότητα, ὥστε σωστά ζωγραφίζονται ντυμένοι οἱ ἄγγελοι ἀπό τούς ὀρθοδόξους ἁγιογράφους καί ὄχι γυμνοί, ὅπως συνηθίζουνε νά τούς παρουσιάζουνε οἱ δυτικοί ζωγράφοι, κολλημένοι στό σαρκικό φρόνημα σάν εἰδωλολάτρες». Ὁ Κόντογλου ἀναφέρει τήν ἐξήγηση πού δίνει ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης γιά τά λευκά φορέματα τῶν ἀγγέλων, πὼς παρουσιάζονται μέ λευκά φορέματα, γιά τό λαμπρόν καί ὡς μάλιστα τοῦ θείου φωτός συγγενές. Μέ τό θέμα τῶν ἀγγέλων ἀσχολήθηκε καί εἰς τό περιοδικό «Κιβωτός». Παρουσίασε μετάφραση ἑνός κειμένου τοῦ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, πού ἦταν ἀπό τούς πιό προσφιλεῖς πατέρες εἰς τόν Κόντογλου ὑπό τόν ἑξῆς τίτλο «τοῦ Ἁγίου πατρός ἡμῶν Ἰσαάκ τοῦ Σύρου περί τῶν Ἀγγελικῶν τάξεων ὡς ἔφησεν ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης».
Εἰς δέ τό μνημειῶδες ἔργο του «Ἔκφρασις Ὀρθοδόξου Εἰκονογραφίας», πῶς παριστάνονται οἱ Ἀρχάγγελοι, ἄγγελοι, τά Σεραφείμ καί τά Χερουβείμ ἔδωσε εἰς αὐτό ἐξηγήσεις, γιατί παριστάνονται ἔτσι. Στίς ἐξηγήσεις του προσέθεσε βοηθητικά σχεδιαγράμματα. Μετά δύο ἔτη βγῆκε τό βιβλίο του «Σημεῖον Μέγα», στό ὁποῖον περιγράφει τίς ἐμφανίσεις, ὀπτασίες πού εἶδαν πολλοί χριστιανοί στό χωριό Θερμή τῆς Λέσβου καί σέ ἄλλα μέρη τῆς Λέσβου καί σ᾿ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος καί ἀκόμη καί στό ἐξωτερικό καί κάνει ἀναφορά καί στούς ἀγγέλους.
Στό «Σημεῖον Μέγα» παρουσιάζει καί σχολιάζει πολυάριθμα ὁράματα καί ἐνύπνια πού εἴδανε κατά τά ἔτη 1959-62 διάφοροι κάτοικοι τῆς Θερμῆς Λέσβου. Ἀναφερόμενος εἰς τούς ἀγγέλους πού εἴδανε στά ὁράματα καί ἐνύπνια αὐτά, ὁ Κόντογλου κάνει τήν ἑξῆς σημαντική παρατήρηση. «Οἱ ἅγιοι ἄγγελοι φανερώνονται μέ ὄψη νέων ἀνθρώπων, ὅπως ἐμφανίστηκαν πάντοτε κατά τήν Παλαιά Διαθήκη καί κατά τό Ἅγιον Εὐαγγέλιον καί ὅπως συμφώνως πρός ταῦτα ἀπεικονίζονται ἀπό τούς εὐσεβεῖς ἁγιογράφους, εἶναι δέ ἐνδεδυμένοι «στολὴν ἀστράπτουσαν». Τίς ἀπόψεις του γιά τούς ἁγίους ἀγγέλους, οἱ ὁποῖες ἐκφράζουν τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τίς συνοψίζει τό ἄρθρο του «Οἱ ἅγιοι ἄγγελοι» πού δημοσιεύθηκε, στήν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» 13 Νοεμβρίου 1955 στηρίζεται στήν Ἁγία Γραφή.
«Τήν γῆ τῶν οὐρανίων νόων, πού ὀνομάζονται ἐπίσης νόες οἱ ἄγγελοι. Τά Σεραφείμ ἀνάγουνε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων εἰς τόν θεῖον Τόκον, τά Χερουβείμ τούς διδάσκουνε, οἱ Θρόνοι τοὺς κρίνουνε, οἱ Κυριότητες τούς οἰκονομοῦν, αἱ Δυνάμεις τούς δυναμώνουνε, αἱ ἐξουσίαι τοὺς χαλιναγωγοῦν, αἱ Ἀρχαί τοὺς θεραπεύουνε, οἱ Ἀρχάγγελοι τούς φέρνουνε τίς καλές εἰδήσεις, οἱ Ἄγγελοι τούς φυλάγουν».
Ἀπό τόν Ἅγιο Μάξιμο τόν ὁμολογητή παίρνει τούτη τήν παρατήρηση. Ὅλοι οἱ οὐράνιοι νόες ἤτοι οἱ ἄγγελοι ἔχουν μία καί τήν ἴδια οὐσία πληθυντικῶς δέ εἶναι οὐσίες λέγονται γιά τίς ὑποστάσεις. Τό ἴδιο ἄρθρο λέγει ἀρκετά διά τούς ἀρχαγγέλους Μιχαήλ καί Γαβριήλ παραπέμπων στήν Ἁγία Γραφή. Σημειώνει ὅτι ὁ Μιχαήλ ἀναφέρεται σέ πολλά μέρη τῆς Παλαιᾶς εἰς τό τελευταῖο βιβλίο τῆς Καινῆς Διαθήκης στήν Ἀποκάλυψη. Στήν Ἀποκάλυψη εἶναι γραμμένο τό ἑξῆς: «καί ἐγένετο πόλεμος ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Μιχαήλ καί οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ τοῦ πολεμῆσαι μετά τοῦ δράκοντος καί ὁ δράκων ἐπολέμησε καί οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ καί οὐκ ἴσχυσαν οὐ τόπος εὑρέθη αὐτῷ ἔτι ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐβλήθην ὁ δράκων ὁ ὄφις, ὁ μέγας ὁ ἀρχαῖος ὁ καλούμενος διάβολος καί ὁ σατανᾶς ὁ πλανῶν τήν οἰκουμένην ὅλων ἐβλήθην εἰς τήν γῆν καί οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ ἐβλήθησαν».
Παρατηρεῖ ὅτι ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ ἀναφέρεται καί στήν Παλαιά Διαθήκη καί στήν Καινή Διαθήκη. Φανερώθηκε στόν Μανώς τόν πατέρα τοῦ Σαμψών, στόν Προφήτη Δανιήλ, στούς γονεῖς τῆς Παναγίας, τόν Προφήτη Ζαχαρίαν τόν πατέρα τοῦ Προδρόμου, τήν Παναγία κατά τόν Εὐαγγελισμόν.
Ἐκτός ἀπό τούς ἁγίους ἀγγέλους ὑπάρχουν κατά τήν Ὀρθόδοξο διδασκαλία καί οἱ πεπτωκότες ἄγγελοι, οἱ δαίμονες. Ὁ Κόντογλου πού ὑπῆρξε σέ ὅλα ὀρθοδοξότατος ποτέ δέν ἀμφέβαλε διά τήν ὕπαρξή τους καί πώς γι᾿ αὐτούς καί τόν ἀρχηγό τους τόν διάβολο εἶναι ἑτοιμασμένη ἡ αἰωνία κόλαση. Ἰδιαιτέρως ὁμιλεῖ γι᾿ αὐτούς εἰς τό βιβλιαράκι «Ὁ Θεός Κόνανος». Δαίμονες παρατηρεῖ σ᾿ αὐτό ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν, ἄλλοι εἶναι φιλόνικοι, ἄλλοι εἶναι φιλόχρυσοι, ἄλλοι πορνικοί, ἄλλοι ὀργισμένοι κ.λπ. Καί ὅλα αὐτά εἶναι συνάμα καί μία βεβαίωση τῆς ὑπάρξεώς τους καί μιά κριτική τῆς σατανολατρείας. Ἀκολουθῶν τήν ὀρθόδοξη παράδοση ὁ Κόντογλου δέν ἀποδίδει ὑπερβολική σπουδαιότητα ἤ δύναμη στόν διάβολο καί τούς πεπτωκότας ἀγγέλους του καί ὡς συγγραφεύς καί ὡς ἁγιογράφος προβάλλει καί δίνει ἔμφαση στούς ἁγίους ἀγγέλους.
Ἡ ἁγιογραφία, λέει ὁ Κόντογλου, καί αὐτό εἶναι πολύ σπουδαῖο, ποτέ δέν δίνει ἔμφαση στό ἀνόσιο, πάντοτε ἔμφαση στό ὅσιον, στό ἅγιο γι᾿ αὐτό λοιπόν τούς δαίμονες δέν τούς παρουσιάζει μέ μεγάλα σχήματα στίς εἰκόνες του καί οὔτε μέ φωτεινά χρώματα, ἐνῶ τούς ἀγγέλους πάντοτε σέ μέγεθος σέ περίοπτη θέση καί τούς δίνει ἔμφαση. Αὐτά περί ἀγγέλων καί νά πῶ καί ὀλίγα τώρα περί ψυχῆς.
Ὁ ἄνθρωπος κατά τόν Κόντογλου εἶναι διπλοῦς, ὅπως διδάσκουν ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ ἅγιοι Πατέρες. Ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα. Ἡ ψυχή ἀνήκει στό πνευματικό σύμπαν, τό δέ σῶμα στό ὑλικό σύμπαν. Ἄν καί ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα ὁ ἄνθρωπος κυρίως εἶναι ἡ ψυχή, τό πνεῦμα.
Σ᾿ ἕνα ἄρθρο του πού δημοσιεύθηκε στή «Κιβωτό» καί τιτλοφορεῖται δροσίσατε τήν ψυχή σας στήν καλωσύνη καί στήν ἁγιότητα λέγει: Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πνεῦμα, ὅπως ὁ Θεός, αὐτό τό πνεῦμα μᾶς ἐνδιαφέρει, αὐτό εἶναι ἡ ἀληθινή σύσταση τοῦ ἀνθρώπου. Στό ἴδιο περιοδικό εἶπε δύο χρόνια ἐνωρίτερα καμμιά ἄλλη συγγένεια δέν εἶναι τόσο μεγάλη, ὅπως εἶναι ἀνάμεσα στήν ψυχή καί τόν Θεό. Ἡ ψυχή εἶναι ἕνα πουλί πού δέν ξεκουράζεται σέ κανένα ἄλλο δένδρο παρά μονάχα στό ὁλόδροσο δένδρο τοῦ Θεοῦ. Κυρίως λοιπόν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ ψυχή. Τί εἶναι ὅμως ἡ ψυχή;
Ὁ ἀρχαῖος Ἕλλην φιλόσοφος Ἡράκλειτος εἶπε:
«Ὅσο καί ἄν προχωρήσης δέν θά ἀνακαλύψης τά ἔσχατα σύνορα τῆς ψυχῆς ἔστω καί ἄν πορευθῆς ἐπάνω σέ ὅλες τίς ὁδούς. Τόσο βαθειά οὐσία ἔχει». Παρόμοια ὁ Κόντογλου παρατηρεῖ στό ἄρθρο του «ἡ καινούργια γλώσσα», τό ὁποῖον δημοσιεύθηκε μετά ἀπό πεῖρα ὁλοκλήρου ζωῆς ἕνα χρόνο πρό τοῦ θανάτου του. «Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, κάθε ἀνθρώπου εἶναι βαθειά καί ἀνεξερεύνητη ἄβυσσος, ὅπως λέγει ὁ Δαυϊδ, καί ἄς μή τό καταλαβαίνουμε οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς». Προσθέτει δέ ὅτι «ἡ ψυχή παραμένει εἰς τούς πολλούς ἄγνωστη, διότι εἶναι ἐξωστρεφεῖς, ἔχουν τήν προσοχή τους στραμμένη πρός τά ἐξωτερικά πράγματα, εἶναι ἀπορροφημένοι ἀπό τίς ὑλικές ἀνάγκες καί ματαιότητες, σκοτισμένοι ἀπό τά πάθη. Τά πάθη καί οἱ ἀνάγκες του, λέγει ὁ Κόντογλου, ἐμποδίζουν τήν ψυχή νά νοιώσει καλά τόν ἑαυτόν της, ἅμα ὅμως ξαλαφρώσει τό κορμί μας ἀπό τά πάθη καί καθαρίσει λίγο τό πνεῦμα μας, θά νοιώσουμε ἄς εἶναι καί γιά λίγο πώς εἴμαστε πλασμένοι γιά κάποια σπουδαιότερα πράγματα καί τότε θά αἰσθανθοῦμε μιά ζωηρή ἐπιθυμία νά μή τελειώσει ὥς ἐδῶ ἡ ζωή μας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀγαπᾶνε τήν ζωή μά ἄλλοι ἀγαπᾶνε τήν πρόσκαιρη, τήν σαρκική καί ἄλλοι τήν πνευματική καί αἰώνια».
Συγκρίνων τό σῶμα μέ τήν ψυχή λέγει: «Τό σῶμα εἶναι κρέας καί κόκκαλα καί τελειώνει καί παλιώνει σάν πού παλιώνουνε τά σπίτια καί τά καράβια· μόνον ἡ ψυχή ἀγαντάρει καί δέν νοιώθει πώς πάλιωσε ἄς βρίσκεται μέσα στό κορμί ἑκατό χρόνια. Καί ὅμως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δίνουν ὅλη τήν προσοχή τους στό σῶμα καί παραμελοῦν τὴν ψυχή καί γι᾿ αὐτό τό σῶμα ἔχουν κάνει τή γῆ κόλαση».
Ὑπενθυμίζει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ «τί γάρ ὠφελήσει τόν ἄνθρωπον, ἐάν κερδήση ὅλον τόν κόσμον καί ζημιωθῆ τήν ψυχήν αὐτοῦ;». Καί ὁ ἴδιος ρωτᾶ «τό κορμί, ἡ πολύμοχθος σάρξ, πόσο θά βαστάξει; Δῶσε προσοχή στήν ψυχή, σ᾿ αὐτόν τόν ἀθάνατο θησαυρό καί τότε καί τό σῶμα θά ἀνακουφισθεῖ καί θά γεμίσει ἀπό εὐφροσύνη». Ἡ ψυχή εἶναι ἀθάνατη, τοῦτο τό ἐπίστευε πάντοτε ὁ Κόντογλου, ἰδιαιτέρως ὅμως τό ἐτόνισε κατά τά τελευταῖα πέντε χρόνια τῆς ἐπιγείου ζωῆς του στό ἄρθρο του «πίστη καί ἀπιστία», πού δημοσιεύθηκε τό 1961, λέγει: «Ὁ χριστιανός δίνει κάποια σημασία σέ τούτη τήν ζωή, ἐπειδή ἀπ᾿ αὐτή τήν ζωή ἑτοιμάζεται γιά τήν ἄλλη, γι᾿ αὐτό ζῶντας μέ τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς χαίρεται καί τούτη τήν πρόσκαιρη. Ὁ θάνατος γι᾿ αὐτόν δέν εἶναι τό σβύσιμο τῆς ψυχῆς, ἀλλά ὁ πηγαιμός ἀπό τήν σκληρή δοκιμασία στή μακαρία ἀνάπαυση. Οἱ ὑλισταί ὅμως, παρατηρεῖ, ἀρνοῦνται τήν ἐπιβίωση τῆς ψυχῆς μετά τόν θάνατο, γράφουνε λέγει βιβλία μεγάλα καί τρανά, γιά νά ἀποδείξουνε τάχα ὅ,τι βλέπει καί ἕνα ζῶο πώς π.χ. πεθαίνει τό σῶμα. Αὐτόν τόν θάνατο τόν βλέπουμε ὅλοι, ἀλλά τήν ζωή πού διαδέχθηκε τόν θάνατο εἶναι δύσκολο νά τήν δῆ κανένας, διότι δέν τήν νοιώθουμε μέ τίς σαρκικές αἰσθήσεις».
Εἰς ἕνα ἄρθρο του «Ρημαγμένες ψυχές», πού δημοσιεύθηκε ἀργότερα, σημειώνει ὅτι «ὄχι μόνο δεδηλωμένοι ὑλισταί ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι σημερινοί ἄνθρωποι δυσπιστοῦν ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Λείπει ἀπό αὐτούς, λέγει, τό ἁλάτι πού ἄρτυζε τήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου πρίν. Ποὺ εἶναι ἡ πίστη, πώς ὁ ἄνθρωπος δέν ἦλθε στόν κόσμο κατά τύχη, ἀλλά πώς ἔχει νά κάνει σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο ἕνα ἔργο μικρό ἤ μεγάλο καί πώς δέν ξοφλᾶ μέ τούτη τήν ζωή, ἀλλά πώς ὑπάρχει κάποια μυστηριώδη τάξη, κατά τήν ὁποία ἀνοίγει μιά ἄλλη πόρτα, σάν κλείσει ἡ πόρτα τούτη τῆς ζωῆς». Στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς ὁ Κόντογλου ἀποδίδει μεγίστη σπουδαιότητα. Τοῦτο εἶναι κατάδηλο στό βιβλίο του «Βίος καί πολιτεία τοῦ Βλασίου Πασκάλ» καί εἰς ἄλλα δημοσιεύματά του.
Στό βιβλίο αὐτό παραθέτει μεταξύ ἄλλων ρητῶν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ χριστιανοῦ φιλοσόφου τά ἑξῆς πού ἀφοροῦν αὐτό τό θέμα καί πού ἐκφράζουν ἀπόλυτα καί τή δική του θέση ἀπέναντι στό ζήτημα αὐτό. «Ἡ ἀθανασία εἶναι γιά μᾶς ἕνα πρᾶγμα τόσο σπουδαῖο πού μᾶς συγκινεῖ, τόσο βαθειά πού πρέπει νἆσαι ὁλότελα ἀναίσθητος, γιά νἆσαι ἀδιάφορος γιά δαῦτο. Ἐπειδή ἡ ξεγνοιασιά μᾶς παραξενεύει καί μᾶς τρομάζει, αὐτή ἡ ξεγνοιασιά μέ παραξενεύει καί μέ τρομάζει· γιά μένα εἶναι ἕνα πρᾶγμα τερατῶδες. Ἄς σκεφθῆ ὁ ἄνθρωπος ἐπάνω σ᾿ αὐτό τό ζήτημα εἰς τήν ἐδῶ ζωή καί τοῦ θανάτου καί ἄς πεῖ ὕστερα ἄν μπορεῖ νά ὑπάρχει κανένα ἄλλο καλό σέ τούτη τήν ζωή παρ᾿ ἐκτός ἀπό τήν ἐλπίδα σέ κάποια ἄλλη ζωή καί πώς ὁ ἄνθρωπος γίνεται εὐτυχισμένος ὅσο περισσότερο σιμώνει σέ τούτη τήν ἐλπίδα καί πώς ὅπως δέν ὑπάρχει δυστυχία γιά ὅποιον εἶναι σίγουρος πώς θά ζήσει αἰώνια ἔτσι καί γιά κεῖνον πού δέν ἔχει κανένα φῶς γιά τήν ἄλλη ζωή δέν ὑπάρχει εὐτυχία ὁλότελα».
Παρ᾿ ὅμοια σκέψη ἐκφράζει στό ἄρθρο ἡ «Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου» καί «Ρημαγμένες ψυχές». Στό πρῶτο χαρακτηρίζει τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς ὡς τό τιμιώτατον, πολυτιμώτατον πρᾶγμα γιά τόν ἄνθρωπο καί εἰς τό δεύτερο παρατηρεῖ πώς χωρίς τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς οἱ λογῆς-λογῆς δαιμονίες εἶναι λογῆς-λογῆς ψευτιές.
Τήν ἀκράδαντη πίστη του στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς ὁ Κόντογλου τήν ἐκφράζει καί σέ ἄλλα ἄρθρα τῆς πενταετίας 1961-65, καθώς καί στά βιβλία του «Σημεῖον Μέγα» καί τό «Τί εἶναι Ὀρθοδοξία καί τί εἶναι παπισμός», πού βγῆκαν κατά τό διάστημα αὐτό.
Στό «Σημεῖον Μέγα» περιγράφει πῶς ἅγιοι μάρτυρες πού ἔζησαν στή Θερμή τῆς Λέσβου πρίν ἀπό πεντακόσια χρόνια φανερώθηκαν κατά τά τελευταῖα ἔτη σέ κατοίκους τῆς Θερμῆς καί σέ ἄλλους. «Ἡ ἐμφάνιση τῶν ἁγίων αὐτῶν, τά ὅσα ἔχουν πεῖ καί ἐκφράσει ἀποτελοῦν ἕνα τρανό δίδαγμα γιά τούς ἀπίστους, λέγει ὁ Κόντογλου, ὅτι ὑπάρχει μιά ἄλλη ζωή σέ ἕνα ἄλλο κόσμο πνευματικό καί πώς ὁ κόσμος, στόν ὁποῖον τώρα ζοῦμε δέν εἶναι διαχωρισμένος ἀπό τό πνευματικό σύμπαν μέ μιά ἀγεφύρωτη ἄβυσσο· ὄχι, συνομιλοῦμε ἐμεῖς οἱ ζῶντες μέσα εἰς τόν ἀβέβαιο καί φθαρτόν τοῦτον κόσμο μέ τούς ἁγίους πού ἔζησαν ἐπί τῆς γῆς πρό πεντακοσίων ἐτῶν, μέ ἐκείνους πού δέν φοβοῦνται πλέον τόν θάνατον. Οἱ πέραν τοῦ θανάτου συναναστρέφονται μέ τούς μελλοθανάτους. Μέ θαυμαστόν τρόπον γεφυρώνεται τοῦτος ὁ κόσμος μέ τόν ἄλλον πού ἀνάμεσά τους χάσμα μέγα ἐστήρικτε».
Στό ἔργο «Τί εἶναι Ὀρθοδοξία καί τί εἶναι παπισμός» ὁ Κόντογλου κάνει τίς ἑξῆς σημαντικές παρατηρήσεις:
«Ὁ Χριστός ὁμιλεῖ μόνον γιά τήν μέλλουσα ζωή καί τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων μετά θάνατον. Δέν ὁμίλησε ποτέ διά τήν εὐδαιμονία, ἀλλά τοὐναντίον εἶπε «ἡ Βασιλεία ἡ ἐμοί οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ὡς θεμέλιο αὐτή τήν πίστη εἰς τήν μέλλουσα ζωήν, τήν ὁποίαν ἀπεκάλυψε καί ἐδίδαξε ὁ Χριστός.
Αὐτά ἐν συντομίᾳ διά τό πνευματικόν σύμπαν, ὅπως ὡμίλησε ὁ Κόντογλου στά πολυάριθμα συγγράμματά του.
Σᾶς εὐχαριστῶ διά τήν προσοχή σας.
* Ὁμιλία εἰς τήν αἴθουσαν τῆς Π.Ο.Ε., Κάνιγγος 10
Διάκρισις ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ σύμπαντος κατὰ τὸν Φώτιον Κόντογλου* – 1ον




