«Περί αλλαγής φύλου»

Share:

Αναστάσης Καραφύλλης 

  Τον τελευταίο καιρό, δυστυχώς, οι αλλαγές φύλου προωθούνται όλο και περισσότερο από την πολιτική και τα μέσα ενημέρωσης και έχουν γίνει αντικείμενο συζήτησης ακόμη και στα σχολεία. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να εξηγήσουμε γιατί οι αλλαγές φύλου δεν πρέπει μόνο να απορρίπτονται ηθικά, αλλά και να απαγορεύονται από το νόμο.

  Η επιθυμία για αλλαγή φύλου είναι, όπως και στην περίπτωση της υποχονδρίας, μια ψυχική ασθένεια. Δεν είναι απαραίτητο να είναι κανείς γιατρός ή ψυχολόγος για να αναγνωρίσει αυτό το απλό γεγονός, καθώς αυτό το συμπέρασμα προκύπτει λογικά από τον ορισμό των εννοιών που διέπουν αυτό το θέμα.

  Οι υποχόνδριοι διακρίνονται, μεταξύ άλλων, από την επιθυμία να υποβληθούν σε πολύ επικίνδυνες χειρουργικές επεμβάσεις, επειδή είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί τους, παρόλο που όλοι οι γιατροί τους βεβαιώνουν ότι έχουν καλή σωματική υγεία. Ομοίως, οι άνθρωποι που θέλουν να αλλάξουν φύλο δεν στερούνται τίποτα σωματικά, είτε ως άνδρες είτε ως γυναίκες. Εάν όμως δεν τους λείπει τίποτα σωματικά, τότε η επιθυμία τους να υποβληθούν σε μια επικίνδυνη και επώδυνη διαδικασία, όπως αυτή της αλλαγής φύλου, σαφώς δεν είναι πια μια σωματική, αλλά μια ψυχική ασθένεια.

  Βέβαια, οι αιτίες μιας ψυχικής ασθένειας δεν μπορούν να ξεπεραστούν με μια χειρουργική διαδικασία, αλλά με ψυχολογική βοήθεια. Στην περίπτωση των αλλαγών φύλου, όμως, δεν επιχειρείται καν η καταπολέμηση της ψυχικής ασθένειας, αλλά η ψυχική ασθένεια θεμελιώνεται σωματικά στον ασθενή με μια οδυνηρή διαδικασία. Έτσι, αντί να βοηθηθεί ο ασθενής, του προκαλείται μια μόνιμη σωματική και ψυχική βλάβη.

  Για το λόγο αυτό, οι χειρουργοί θα πρέπει να απαγορεύονται από το νόμο να πραγματοποιούν επεμβάσεις αλλαγής φύλου. Αντ ‘αυτού, θα πρέπει να παραπέμπουν τους ασθενείς σε ψυχολόγο ή κληρικό, ειδικά εκπαιδευμένο για τη θεραπεία ψυχικών ασθενειών.

  Θα ήταν βέβαια προτιμότερο να παραπεμφθούν οι ασθενείς σε έναν κληρικό παρά σε έναν ψυχολόγο, καθώς ένας ψυχολόγος, ανάλογα με τον τρόπο που εκπαιδεύτηκε, θα μπορούσε να υποστηρίξει τον ασθενή στην επιθυμία του για αλλαγή φύλου. Από έναν κληρικό αυτός ο κίνδυνος δεν υφίσταται, καθώς καθήκον του είναι όχι μόνο να προσφέρει βοήθεια σε ψυχικά ασθενείς, αλλά να το κάνει πάντα μόνο μέσα σε δογματικά όρια. Κατά συνέπεια, θα ήταν αδύνατο να υποστηρίξει την επιθυμία ενός ατόμου για αλλαγή φύλου, καθώς αυτό θα σήμαινε ότι ο Θεός έδωσε σε αυτό το άτομο το λάθος φύλο και οι γιατροί θα έπρεπε να διορθώσουν αυτό το λάθος.

  Εξαίρεση αποτελεί ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των ανθρώπων που έχουν γεννηθεί διαφυλικά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι χειρουργικές επεμβάσεις θα μπορούσαν να έχουν νόημα, καθώς δεν πρόκειται για ένα καθαρά ψυχολογικό, αλλά κυρίως σωματικό πρόβλημα.

  Σε αυτό το σημείο, οι υποστηρικτές της αλλαγής φύλου θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι δεν έχει σημασία τι πιστεύουν οι ψυχολόγοι, οι κληρικοί ή οποιοσδήποτε άλλος για την επιθυμία ενός ατόμου για αλλαγή φύλου και ότι αυτή η διαδικασία δεν μπορεί να απαγορευτεί, εξάλλου, κάθε ενήλικας έχει το δικαίωμα να κάνει με το σώμα του ότι θέλει, αρκεί να μην εξαναγκάζεται κανείς να κάνει κάτι για αυτό. Η αναίρεση αυτής της θέσης, ωστόσο, είναι πολύ απλή και μπορεί να εξηγηθεί με ένα απλό παράδειγμα.

  Ας φανταστούμε ένας εμφανώς μεθυσμένος να πήγαινε στο γιατρό και να του ζητούσε να του κόψει ένα μέρος του σώματός του. Ο γιατρός φυσικά θα αρνιόταν, καθώς θα αναγνώριζε ότι ο μεθυσμένος δεν έχει σώας τας φρένας. Φανταστείτε όμως ο γιατρός να ακολουθούσε πραγματικά την επιθυμία του μεθυσμένου και να του έκοβε ένα μέρος του σώματός του επί τόπου. Μόλις ο μεθυσμένος συνέλθει, θα κατηγορούσε τον γιατρό, και με το δίκαιο του, ότι θα έπρεπε να περιμένει μέχρι να ξαναγίνει νηφάλιος.

  Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με ανθρώπους που επιθυμούν να υποβληθούν σε αλλαγή φύλου. Ένα άτομο που εκφράζει μια τέτοια επιθυμία, δεν μπορούμε να το πάρουμε στα σοβαρά και αντ ‘αυτού οφείλει να υποβληθεί σε θεραπεία. Ενώ για έναν μεθυσμένο η θεραπεία θα ήταν να κοιμηθεί καλά, για ένα άτομο που επιθυμεί αλλαγή φύλου θα ήταν η ψυχολογική υποστήριξη που προαναφέρθηκε, έτσι ώστε ο θεραπευόμενος, όπως και ο μεθυσμένος, θα καταλήξει τελικά ευγνώμων στον γιατρό που αρνήθηκε να κάνει την αλλαγή φύλου.

  Αν, όμως, πρέπει να απαγορεύεται από το νόμο η αλλαγή φύλου στους ενήλικες, αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τα παιδιά. Η αλλαγή φύλου στα παιδιά, για να το θέσουμε πολύ απλά και ξεκάθαρα, ισοδυναμεί ηθικά και νομικά με παιδοκτονία. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να υπάρχει θετική ή και ουδέτερη, άρα ηθικά σχετικιστική, θεματική της αλλαγής φύλου στη σχολική τάξη. Κατ’ αρχήν, είναι προτιμότερο οι αλλαγές φύλου να συζητούνται όσο το δυνατόν λιγότερο στη σχολική τάξη, εφόσον δεν ενδιαφέρονται τα παιδιά από μόνα τους για αυτό το θέμα, αλλά μάλλον εμείς οι ενήλικοι τους βάζουμε τέτοιες αρρωστημένες ιδέες στο μυαλό τους.

  Έτσι, όταν πολιτικές ομάδες προσπαθούν να προωθήσουν πολιτισμικά ή νομικά αλλαγές φύλου, τότε από τη μια πρέπει να σταματήσουμε αυτά τα εγχειρήματα επιλέγοντας πολιτικές δυνάμεις που είναι κατηγορηματικά αντίθετες. Από την άλλη, δεν πρέπει να παρασυρθούμε σε μακροσκελείς κοινωνικές συζητήσεις για το θέμα αυτό, κάτι που συχνά χρησιμοποιείται ως τακτική, σύμφωνα με το σύνθημα, «αφού συζητάμε τόσο καιρό, προφανώς πρόκειται για ένα σύνθετο θέμα στο οποίο εκφράζονται διαφορετικές δικαιολογημένες απόψεις», κάτι που, βέβαια, δεν αληθεύει. Κατά βάθος, υπάρχουν θέσεις που είναι τόσο προφανέστατα λανθασμένες, που το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους αφιερώσουμε περισσότερο χρόνο από ότι τους αξίζει.

Previous Article

Ο Πρωθυπουργός της Σλοβακίας καταγγέλει παρέμβαση της Βρετανίας στις εκλογές της χώρας του

Next Article

ΑΚΚΕΛ: «Ἡ στάση τῆς ΝΔ κατὰ τοῦ ἀνεξάρτητου βουλευτῆ Νίκου Παπαδόπουλου»