Περί εκτρώσεων

Share:

 

Αναστάσης Καραφύλλης                   

  Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα, κοινωνικά ζητήματα είναι αυτό των εκτρώσεων. Υπάρχουν τρεις θέσεις ως προς αυτό, από τη μία ότι οι εκτρώσεις πρέπει να απορρίπτονται κατηγορηματικά και σε κάθε περίπτωση ως παιδοκτονίες, από την άλλη ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται κανένας περιορισμός στις εκτρώσεις και, τέλος, ότι οι εκτρώσεις, αν και κατ’ αρχήν πρέπει να απορρίπτονται, πρέπει να θεωρούνται επιτρεπτές σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως σε βιασμό, αιμομιξία ή σε περίπτωση κινδύνου για τη ζωή της μητέρας. Στη συνέχεια, θα διευκρινίσουμε γιατί η πρώτη θέση είναι σωστή.

  Οι εκπρόσωποι του απόλυτου δικαιώματος στην έκτρωση υποστηρίζουν ότι το έμβρυο δεν είναι άνθρωπος, αλλά απλώς ένα «σύνολο κυττάρων», όπως ένα μικρό δάχτυλο, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει μια γυναίκα για τη δολοφονία ενός ανθρώπου αν κόψει το μικρό δάχτυλο της. Το πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι, φυσικά, ότι δεν μπορεί να αιτιολογηθεί πότε ακριβώς και γιατί αυτό το «σύνολο κυττάρων» ξαφνικά γίνεται άνθρωπος. Κάθε κριτήριο που αναφέρεται σε αυτό, είτε πρόκειται για τη δημιουργία ορισμένων οργάνων, είτε για το διαχωρισμό του ομφάλιου λώρου ή για οποιοδήποτε άλλο κριτήριο, δεν μπορεί να αιτιολογηθεί λογικά και τελικά αποδεικνύεται αυθαίρετο.

  Αντίθετα, η εξήγηση ότι πρόκειται για ισότιμη ανθρώπινη ζωή, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννηση, και ότι η δολοφονία ενός αγέννητου παιδιού είναι ηθικά και νομικά εξίσου καταδικαστέα με τη δολοφονία ενός 10χρονου ή 100χρονου, είναι πολύ απλή. Η εξήγηση προκύπτει αφενός από το γεγονός ότι το έμβρυο πριν και μετά τη γέννησή του είναι αναμφισβήτητα το ίδιο άτομο και αφετέρου από τον κοινωνικά αποδεκτό ορισμό του φόνου.

Αυτό που ονομάζουμε δολοφονία είναι όταν ένας άνθρωπος τερματίζει σκόπιμα τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου πριν από το φυσικό τέλος της ζωής του. Επίσης, δεν έχει σημασία πόσο από αυτό το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου σκόπιμα παραλείπεται. Ακόμα και αν κάποιος σκοτώσει έναν 100χρονο άνθρωπο μια μέρα ή ένα λεπτό πριν από το φυσικό του τέλος, αυτό είναι φόνος.

Ο φόνος λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αδικαιολόγητη ληστεία του χρόνου της ζωής ενός ανθρώπου. Αν τώρα συνδυάσουμε αυτό το γεγονός με το δεύτερο γεγονός, ότι γνωρίζουμε χωρίς αμφιβολία ότι αποτρέπουμε σε ένα αγέννητο παιδί, όταν το κάνουμε έκτρωση, να ζήσει τη ζωή ενός εν δυνάμει 100χρονου, τότε η έκτρωση χαρακτηρίζετε εξίσου ως φόνος, ακριβώς όπως στην περίπτωση του φόνου ενός ανθρώπου μετά τη γέννηση του.

Υπάρχουν όμως και πολλοί άνθρωποι που ενώ είναι ριζικά αντίθετοι με τις εκτρώσεις, τις θεωρούν επιτρεπτές σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως ο βιασμός, η αιμομιξία ή ο κίνδυνος για τη ζωή της μητέρας. Αν και φαίνεται επιφανειακά δικαιολογημένο να επιτρέπεται εξαίρεση σε αυτές τις πραγματικά δύσκολες περιπτώσεις, γίνεται σαφές ότι ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις η έκτρωση θα πρέπει να είναι απαράδεκτη.

Από τη μια πλευρά, αυτό θα επέτρεπε εκτεταμένη απάτη. Μια μητέρα θα μπορούσε να ισχυριστεί ψευδώς ότι βιάστηκε και ο δράστης ήταν φυγάς και άγνωστος σε αυτήν. Εάν ο πραγματικός πατέρας δεν διαμαρτυρόταν προσωπικά για αυτό, δεν θα υπήρχε τρόπος να αποκαλύψει ο γιατρός ή οι αρχές μια τέτοια απάτη και θα έπρεπε να επιτρέψουν στη μητέρα μια τέτοια εξαίρεση. Είναι εύκολο να καταλάβουμε πώς θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί μια τέτοια εξαίρεση.

Από την άλλη πλευρά, ακόμη και αν υπήρχε η εύκολη δυνατότητα να διαπιστωθεί σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση αν πράγματι υφίσταται βιασμός, η έκτρωση θα ήταν αδικαιολόγητη ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις.

  Ας φανταστούμε ότι ένας αστυνομικός θα χτυπούσε την πόρτα μας και μας έλεγε ότι κάπου στη χώρα, ένας άλλος πολίτης, τον οποίο δεν γνωρίζουμε και δεν έχουμε συναντήσει ποτέ, διέπραξε ένα μεγάλο έγκλημα και ότι θα έπρεπε εμείς να πληρώσουμε πρόστιμο 100 ευρώ. Φυσικά, όλοι θα αγανακτούσαμε αμέσως και θα αρνιόμασταν να πληρώσουμε το πρόστιμο. Ας σκεφτούμε όμως τώρα ότι ο αστυνομικός θα έλεγε ότι επειδή αυτός ο άγνωστος διέπραξε αυτό το έγκλημα, αντί να πληρώσουμε πρόστιμο 100 ευρώ, θα έπρεπε να μας πυροβολήσει επί τόπου…  Όσο σοκαριστική και παράδοξη κι αν φαίνεται αυτή η λογική, αυτό ακριβώς συμβαίνει κάθε φορά που κάνουμε έκτρωση ένα αγέννητο παιδί με το επιχείρημα ότι η μητέρα έχει πέσει θύμα σε βιασμό.

  Ο βιασμός είναι ένα σοβαρό έγκλημα που πρέπει να τιμωρηθεί ανάλογα, αλλά είναι εξαιρετικά άδικο να τιμωρείται ένα αθώο παιδί για τα εγκλήματα των ενηλίκων και να καταδικάζεται ακόμη και σε θάνατο.

  Φυσικά, μπορεί να είναι λιγότερο σοβαρό ηθικά αλλά και νομικά όταν μια μητέρα κάνει έκτρωση επειδή έγινε θύμα βιασμού ή αιμομιξίας, από το ότι δεν θέλει να εγκαταλείψει τον ελεύθερο τρόπο ζωής της, όπως είναι λιγότερο σοβαρό όταν κάποιος ληστεύει μια τράπεζα από οικονομικές δυσκολίες και όχι από απληστία. Ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μια σοβαρή ληστεία τράπεζας η οποία πρέπει να τιμωρηθεί ανάλογα. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις εκτρώσεων όταν η μητέρα έχει πέσει θύμα σε βιασμό, οι οποίες εκτρώσεις, παρά τις ελαφρυντικές περιστάσεις, πρέπει να τιμωρούνται εξίσου ως ανθρωποκτονία.

Σε περίπτωση κινδύνου για τη ζωή της μητέρας, η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει. Δεν υπάρχει πραγματικά ένας κακοποιός, όπως στην περίπτωση του βιασμού, αλλά μάλλον μια περίπλοκη επείγουσα ιατρική κατάσταση, στην οποία η έκτρωση φαίνεται να είναι το μόνο αποτελεσματικό μέσο για τη σωτηρία της μητέρας. Ωστόσο, το πρόβλημα εδώ είναι ότι είναι αδύνατο να προσδιοριστεί με ακρίβεια πότε μια τέτοια επείγουσα ιατρική κατάσταση υπάρχει, πόσο μάλλον να καθοριστούν επακριβώς οι προϋποθέσεις σε έναν αφηρημένο νόμο.

 Από τη μία, υπάρχουν πολλές τεκμηριωμένες περιπτώσεις, όπου οι γιατροί πρότειναν εκτρώσεις, επειδή πίστευαν ότι αλλιώς θα διακινδύνευαν τη ζωή της μητέρας, οι γονείς όμως αποφάσισαν να μην κάνουν έκτρωση και στη συνέχεια τόσο η μητέρα όσο και το παιδί ξεπέρασαν την γέννα απόλυτα υγιείς. Επίσης, υπάρχουν πολλές τεκμηριωμένες περιπτώσεις όπου οι γιατροί πρόβαλαν έκτρωση, επειδή διέγνωσαν ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας στο αγέννητο παιδί, το οποίο θα επηρέαζε το παιδί όλη την ζωή του, αλλά οι γονείς αποφάσισαν να μην κάνουν έκτρωση και το παιδί, προς μεγάλη χαρά όλων, γεννήθηκε απόλυτα υγιές.

  Από την άλλη πλευρά, θα ήταν και εδώ ανοιχτή η πόρτα της απάτης, καθώς δεν υπάρχει αποτελεσματικός τρόπος για τον νομοθέτη ή τις αρχές να ελέγξουν αν πράγματι υπάρχει επείγουσα ιατρική κατάσταση. Η εγκυμοσύνη είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση, η οποία συζητείται κυρίως μεταξύ των γονέων ή της μητέρας και του θεράποντος ιατρού. Θα ήταν πολύ εύκολο για τους εμπλεκόμενους να συμφωνήσουν να επικαλεστούν μια τέτοια επείγουσα κατάσταση. Η παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή και η ιατρική δυσκολία εντοπισμού τέτοιων περιπτώσεων απάτης, θα έκαμνε έναν αποτελεσματικό έλεγχο τέτοιου είδους άπατης ουσιαστικά ανέφικτο.

  Η καλύτερη λύση, λοιπόν, είναι να μην κινδυνεύσουμε να θεσπίσουμε εξαιρέσεις σε νόμους, οι οποίοι στη συνέχεια μεταλλάσσονται σε κανόνες και εκμεταλλεύονται εις βάρος των ζώων πολλών αθώων παιδιών. Με άλλα λόγια, είναι προτιμότερο να κλείσουμε τελείως την πόρτα από το να την αφήσουμε λίγο ανοιχτή και μετά να απορούμε γιατί ξαφνικά άνοιξε εντελώς.

  Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι πολλές μητέρες που κάνουν έκτρωση δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι η έκτρωση είναι φόνος. Ο λόγος είναι ότι η έκτρωση, ανάλογα με τον τρόπο που γίνεται, δεν είναι τόσο προφανής όσο η θανάτωση ενός παιδιού ή ενήλικα. Έτσι, πολλοί λανθασμένα διαμαρτύρονται ότι το κράτος, όταν απαγορεύει εκτρώσεις, ορίζει σε μια γυναίκα τι να κάνει με το σώμα της. Όπως είδαμε όμως, στην περίπτωση ενός αγέννητου παιδιού δεν πρόκειται για το σώμα της μητέρας, αλλά για το σώμα ενός άλλου ανθρώπου που μεγαλώνει μέσα στο σώμα της μητέρας για τους πρώτους 9 μήνες της ζωής του.

  Αυτό το βιολογικό γεγονός, βέβαια, συνεπάγεται μια νομική και ηθική ευθύνη. Αν κάποιος μου παραδώσει ένα βρέφος στα χέρια μου, ακόμη και παρά τη θέλησή μου, έχω την ευθύνη να το προσέχω μέχρι να το παραδώσω με ασφάλεια σε κάποιον άλλον, αλλά φυσικά δεν μπορώ να το πετάξω, γιατί μου είναι άβολο αυτή τη στιγμή. Σε περίπτωση εκούσιας ή ακούσιας εγκυμοσύνης, η μητέρα πρέπει να αναλάβει αυτή την ευθύνη για 9 μήνες και μόνο τότε, μετά την γέννα, και εφόσον το έχει σκεφτεί πολύ καλά και δεν βλέπει άλλη λύση, μπορεί να δώσει το βρέφος για υιοθεσία.

  Είναι σημαντικό να επιστρέψουμε ως κοινωνία στο σημείο να προστατεύουμε ζωές και όχι να τις καταστρέφουμε. Οι πόλεμοι είναι ένας τρόπος με τον οποίο καταστρέφουμε ζωές, η νομιμοποίηση των εκτρώσεων δυστυχώς ένας άλλος. Στην περίπτωση των πολέμων, συχνά δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να πολεμήσουμε έναν εχθρό με τη βία των όπλων, όταν εισβάλει στο έδαφός μας. Στην περίπτωση ενός αγέννητου παιδιού, όμως, δεν είναι το αγέννητο παιδί ο εχθρός μας, αλλά η άγνοιά μας για τους πραγματικούς βιολογικούς και ηθικούς συσχετισμούς μιας εγκυμοσύνης και ο φόβος της προσωπικής ευθύνης που απορρέει από αυτήν. Ότι και να σκεφτούμε για το βάρος αυτής της ευθύνης, ένα είναι σίγουρο. Αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε αυτό το φόβο, θα μας χαροποιήσει μια μικρή, νεογέννητη ζωή.

Previous Article

«Καθοδηγούμενοι»

Next Article

Συρία, Σουέιντα: Δρούζοι απαιτούν απόσυρση στρατευμάτων και τέλος στον αποκλεισμό