Γράφει ἡ κα Κατερίνα Παπαθωμᾶ-Μαστοροπούλου,
Φιλόλογος-Ἀρχαιολόγος, Λέκτωρ Κλασσικῆς Φιλολογίας Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
Γιὰ μία σύντομη περιήγηση στὴν Θράκη μας καὶ συγκεκριμένα στὸν νομὸ Ἕβρου ξεκίνησα, μὰ θαρρῶ πὼς ἦταν κάτι πολὺ βαθύτερο. Τὸ ἔνιωσα σὰν προσκύνημα στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τὴν Κῶ στὸν Ἕβρο. Ἀκούγεται ὄντως σὰν κάτι πολὺ ἀπόμακρο. Ἀπὸ τὸν Νότο, στὸν Βορρᾶ. Ἀπὸ παραμεθόριο, σὲ παραμεθόριο καὶ μὲ κοινὸ τὸν ἐξ Ἀνατολῶν κίνδυνο ἀπὸ τὸν 11ον αἰώνα καὶ δυστυχῶς μέχρι σήμερα. Θαλάσσια τὰ σύνορα στὰ νότια, χερσαῖα στὰ βόρεια. Ἐκεῖ δὲν νιώθεις πλέον οὔτε νησιώτης, οὔτε στεριανός, οὔτε βόρειο-(νότιο-) Ἑλλαδίτης. Νιώθεις ἁπλῶς Ἕλληνας καὶ γιὰ λίγο Θράξ, θὰ ἔλεγα.
Τὰ ἴδια συναισθήματα ἀκριβῶς ἔνιωσα, ὅταν βρεθήκαμε πρὸ ἐτῶν ὡς Πανεπιστήμιο τὴν 25η Μαρτίου σὲ Κυπριακὸ σχολεῖο κοντὰ στὰ Κατεχόμενα καὶ ἀκούγαμε τὰ ποιήματα τῶν παιδιῶν μὲ τὸ ἐθνικὸ περιεχόμενο καὶ ὄχι ἁπλῶς ὡς ἱστορικὸ φολκλὸρ καὶ ἀφορμὴ γιὰ τριήμερη ἀπόδραση. Εἰδικὰ στὸ ἄκουσμα τοῦ Σολωμικοῦ ποιήματος «Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη Ράχη…» ἡ αἴθουσα σείστηκε ἀπὸ τὰ βουρκωμένα χειροκροτήματα. Πράγματα ξεχασμένα σὲ μᾶς τοὺς Ἑλλαδίτες, τοὺς ἐγκλωβισμένους στὸν καλπάζοντα καὶ ἀνταγωνιστικὸ ὑλιστικὸ εὐδαιμονισμὸ τῆς καθημερινότητάς μας. Ἂς ἐπανέλθομε ὅμως στὴν πανάρχαια Θράκη μας, τὴν ἁπλωμένη στοὺς πρόποδες τοῦ «χρυσαφένιου» Παγγαίου καὶ τῆς ὀροσειρᾶς τῆς Ροδόπης. Τὴν ἀπομακρυσμένη λίγο, ἀλλὰ διόλου ξεχασμένη. Μὲ τοὺς ἀπέραντους κάμπους της, τὰ δροσερὰ ποτάμια της, τοὺς γραφικοὺς ρύακες καὶ τὴν παραποτάμια πυκνὴ βλάστηση. Τὰ δὲ χωριά της πανέμορφα, παραδοσιακά, ἤρεμα, καὶ ἀναλλοίωτα ἀπὸ τὴν τουριστικὴ λαίλαπα.
Ἡ μνήμη σου ἀνατρέχει καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλεις (ἂν φυσικὰ διαθέτεις καὶ ἀνάλογες προσλαμβάνουσες παραστάσεις) στὴν ἱστορία καὶ τὴν μυθολογία της. Γιὰ παράδειγμα, σοῦ ἔρχεται στὸν νοῦ ὁ ἔνδοξος Ὁμηρικὸς ἥρωας Διομήδης μὲ τὰ περίφημα ἄλογά του. Ὁ μεγάλος διανοούμενος τῆς ἀρχαιότητας, ὁ σοφὸς Δημόκριτος ὁ Ἀβδηρίτης. Ὁ ἡδυμελίφθογγος μουσικὸς Ὀρφέας, ὡς ἀρχηγέτης τῆς περίφημης μουσικῆς τῆς παράδοσης, μέχρι τὸ σύγχρονο ἀηδόνι, τὸν καλλικέλαδο Χρόνη Ἀηδονίδη. Οἱ χοροί, οἱ φορεσιές, τὰ τραγούδια της, ὁλόκληρος ἐν γένει ὁ λαογραφικὸς πλοῦτος της καὶ φυσικὰ τὰ διαχρονικὰ μνημεῖα της, ὅπως ἄλλωστε κάθε Ἑλληνικὴ γωνιά.
Καὶ κεῖ ποὺ σκέπτεσαι τὸ παρελθόν, σὲ προσγειώνει στὴν σημερινὴ πραγματικότητα ὁ φράκτης, τὰ κάγκελλα, πού σοῦ ματώνουν τὴν ψυχή, σοῦ καθηλώνουν τὸ βλέμμα καὶ σοῦ στρέφουν τὸν νοῦ στὴν αἱματοβαμμένη ἱστορική μας πορεία. Διότι, ἡ σημερινὴ Θράκη εἶναι δυστυχῶς τὸ μικρότερο μερίδιο τῆς ἄλλοτε ἑνιαίας ἱστορικὰ καὶ γεωγραφικὰ καὶ νῦν τριχο-τομημένης Θράκης. Οἱ ἱστορικὲς φωτογραφίες μὲ καραβάνια ὁλόκληρα τῶν ξερριζωμένων ἀδελφῶν μας καὶ τὸ πολυποίκιλο ἀποτύπωμά τους στὶς μακραίωνες Ἑλληνικὲς ἑστίες τους, μένουν ἀνεξίτηλα στὸν χρόνο καὶ στὶς καρδιές μας. Και ἐπειδή, χρόνια τώρα, πολλὰ ἀκούγονται καὶ γράφονται γιὰ τὸ Μῆλο τοῦτο τῆς Ἔριδος, ἂς ἔχομε «πάντ’ ἀνοικτὰ καὶ πάντα ξάγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας» (Διον. Σολωμός, «ὁ Πόρφυρας»).
Πρὶν κλείσω τὸ σύντομο αὐτὸ ὁδοιπορικό μου, θὰ ἤθελα νὰ σχολιάσω δύο πράγματα ποὺ μοῦ ἔκαναν ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἀπὸ τὴν Κομοτηνὴ ὅπου διανυκτερεύαμε. Πρῶτον: Μὲ ὅλο τὸν σεβασμὸ πρὸς τὰ θρησκευτικὰ πιστεύω τῶν λαῶν, μὲ ἐνόχλησαν τὰ μεγάφωνα μὲ τὶς προσευχὲς τῶν ἰμάμηδων σὲ ὑψηλότατους τόνους, δίνοντάς μου τὴν ἐντύπωση ὅτι βρίσκομαι σὲ ἀποκλειστικὰ μουσουλμανικὴ περιοχή, σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ἤπιες χριστιανικὲς καμπάνες. Δεύτερον: Ἔτυχε νὰ βρεθοῦμε στὴν βραδινὴ ὑποστολὴ τῆς σημαίας μας ἀπὸ ἕνα πανύψηλο ἡρῶον μὲ κλιμάκιο στρατιωτῶν, μὲ συνοδεία φιλαρμονικῆς καὶ ἐθνικῶν ἐμβατηρίων, μὲ ρυθμικοὺς βηματισμούς, κινήσεις καὶ εἰδικὰ παραγγέλματα. Ἦταν κάτι τόσο ἔντονο, τόσο συγκινητικό, ποὺ ἀκινητοποίησε τοὺς πάντες, συγκοινωνίες καὶ περαστικούς. Μήπως (σκέφτηκα) πρέπει νὰ τὸ ἐπαναφέρομε καὶ στὰ σχολεῖα καὶ στὶς κοινωνίες μας, γιὰ νὰ ξαναθυμηθοῦμε, ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ οἰκουμενικοὶ πολίτες, πρωτίστως εἴμαστε Ἕλληνες;




