Ὁ μακαριστός π. Βασίλειος Βολουδάκης εἰς νεανικήν ἡλικίαν, κατά τάς ἐργασίας διά τήν ἀνακαίνισιν τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, Πευκακίων, Ἀσκληπιοῦ.
Τῆς κας Νινέττας Βολουδάκη
Τό καλοκαίρι ἔφυγε. Τό φῶς ἄλλαξε. Τό ἀεράκι δρόσισε. Ἀλλά ἡ ἀνησυχία τοῦ ἀνικανοποίητου ἔμεινε ἡ ἴδια. Στηρίξαμε ἐλπίδες στό καλοκαίρι – ὁ καθένας τίς δικές του ἐλπίδες. Ἄλλοι ἐλπίδες γιά ξεκούραση (τό ὄνειρο νά ἀράξουν σέ ἕνα νησί, σέ μιά παραλία, ἤ ἡ πολυπόθητη ἐπιστροφή στό χωριό, πού ἐλπίζει κι αὐτὸ νὰ πάρει ζωή ἀπό τούς «φευγάτους») ἄλλοι ἐλπίδες γιά μεγαλύτερη παραγωγικότητα τῆς ἐργασίας τους, πού συνδέεται μέ τήν καλοκαιρινή περίοδο.
Τώρα ὅμως, τά δειλινά ἀρχίζουν νά γίνονται πιό σύντομα, οἱ μέρες μικραίνουν καλώντας μας σέ περισυλλογή καί ἀνακαλύπτουμε μέ ἔκπληξη ὅτι τά ὄνειρα μετατράπηκαν σέ ἀναμνήσεις. Τώρα ἔρχεται ἡ διαπίστωση ὅτι τό καλοκαίρι μας κράτησε τόσο, ὅσο ἡ ἄμμος πού κρατήσαμε στίς χοῦφτες μας μέ ἐνθουσιασμό, ὅταν φτάσαμε στήν παραλία τήν πρώτη μέρα καί σταθήκαμε νά τήν βλέπουμε νά κυλάει ἀνάμεσα στά δάχτυλά μας. Καί, τώρα, ἀρχίζει ἡ μελαγχολία τοῦ φθινοπώρου…
Γιά αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας, πού γνωρίζει τόσο βαθειά τήν ἀνθρώπινη ψυχή, μᾶς εἶχε ὁρίσει τήν ἀρχή τοῦ φθινοπώρου σάν ἀρχή τοῦ νέου χρόνου. Τώρα, πού ὁ κύκλος τῆς σπορᾶς, τῆς ἀνθοφορίας καί τοῦ θερισμοῦ ὁλοκληρώνεται καί ὁ νέος κύκλος ἀρχίζει ξανά ἀπό τήν ἀρχή. Σέ αὐτή τήν ἀρχή ἐρχόμαστε κι ἐμεῖς νά συμβάλουμε, ἐπικοινωνῶντας μαζί σας μέ το δεύτερο τεῦχος τοῦ νέου μας περιοδικοῦ, στό ὁποῖο οἱ ἀρθρογράφοι μας μοιράζονται μαζί σας ἕνα μικρό μέρος ἀπό τίς καλοκαιρινές τους σκέψεις. Καί –γνωρίζοντας ὅτι μιλοῦμε ἐκ μέρους ὅλων τους– σᾶς καλοῦμε, νά μοιραστεῖτε καί ἐσεῖς μαζί μας γνῶμες, κριτικές, ἱστορίες, ἀναμνήσεις, ὑποδείξεις, ἤ, ὅ,τι ἄλλο θέλετε μαζί μας, στό email τοῦ περιοδικοῦ μας, τό: verbalibris@gmail.com.
Σάν πρώτη εἴδηση τῆς νέας χρονιᾶς, οἱ ἐκδόσεις μας θέλουν νά σᾶς ἐνημερώσουν γιά τήν τοποθέτηση μιᾶς μαρμάρινης ἀναμνηστικῆς πλάκας στήν εἴσοδο τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, στήν ὁποία καταγράφεται μέ λίγες λέξεις, ἡ ἱστορική πορεία του.
Τό ναΐδριο αὐτό εἶχε κτιστεῖ πρόχειρα, προκειμένου νά ἐξυπηρετηθοῦν οἱ πνευματικές ἀνάγκες τῆς ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Νικολάου Πευκακίων Ἀθηνῶν στήν ὁδό Ἀσκληπιοῦ, γιά τό διάστημα πού κτιζόταν ὁ μεγάλος ναός. Μετά ἐγκαταλείφθηκε στήν παρακμή, στήν κατάρρευση καί, τελευταῖα καί στήν βεβήλωση. Στήν Κατοχή, σύμφωνα μέ τίς προφορικές μαρτυρίες τῶν παλαιοτέρων ἐφημερίων, εἶχε μετατραπεῖ σέ ἕνα εἶδος τραπεζαρίας, στό ὁποῖο μοιράζονταν συσσίτια καί μετά παραχωρήθηκε στό Ε΄ Γυμνάσιο καί Λύκειο τῆς ὁδοῦ Ἀραχώβης καί χωρίστηκε μέ πρόχειρους τοίχους σέ σχολικές αἴθουσες. Ὁ τόπος τῆς Ἁγίας Τραπέζης σημειώθηκε μέ τέσσερεις μικρές σιδερένιες κολῶνες, ἐκτεθειμένος χωρίς ἄλλη προστασία στά παιχνίδια καί τήν ἀδιαφορία τῶν παιδιῶν, πού πατοῦσαν ἀνεμπόδιστα ἐπάνω του.
Ὁ πατήρ Βασίλειος ὑπέφερε στήν κυριολεξία ἀπό αὐτή τήν βεβήλωση καί ἀπέσπασε τήν ἄδεια ἀπό τό τότε Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο (τό ὁποῖο φοβόταν ὅτι τό νέο ἔργο θά ἀπορροφοῦσε τίς δωρεές τῶν πιστῶν ἀπό τόν ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου) νά ξεκινήσει τήν ἐπαναφορά τοῦ κτιρίου στήν ἀρχική του μορφή. Μία ὁμάδα παλαιῶν ἐνοριτῶν (οἱ περισσότεροι δέν βρίσκονται πιά στή ζωή) πλαισίωσε τόν π. Βασίλειο, ὁ ὁποῖος ἔκρινε ὅτι τό ἀνακατασκευασμένο ἐκκλησάκι ἔπρεπε να ἀφιερωθεῖ στόν φίλο καί προστατευόμενο τοῦ Ἁγίου μας, τοῦ Ἁγίου Νικολάου, στόν Ἅγιο Νεκτάριο, στόν ὁποῖο ἡ ἐνορία μας ἔτρεφε μεγάλη ἀγάπη καί εὐλάβεια, ἀκόμα καί πρίν ἀπό τήν ἁγιοκατάταξή του. Τό ἐκκλησιαστικό συμβούλιο συμφώνησε καί τό ἔργο ξεκίνησε τό 1978 καί τελείωσε τό 1988. Ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ὄχι μόνον δέν ἐπιβαρύνθηκε ἀπό τήν διάσωση τοῦ μικροῦ ναοῦ, ἀλλά ἀντίθετα, ὠφελήθηκε ἀπό τόν ἐνθουσιασμό τῶν πιστῶν, πού προσφέρονταν νά βοηθήσουν μέ κάθε τρόπο. Ὁ π. Βασίλειος, ἰδιαίτερα εὐαίσθητος σέ ζητήματα οἰκονομικῆς διαχείρισης, ὄχι μόνον, μαζί μέ τούς συνεργάτες του, κοινοποιοῦσε ὅλους τούς οἰκονομικούς ἀπολογισμούς μέχρι τήν τελευταία λεπτομέρεια, ἀλλά τά μπλόκ τῶν δωρεῶν καί οἱ οἰκονομικοί ἀπολογισμοί φυλάσσονται μέχρι σήμερα στό ἀρχεῖο τῆς Ἑνότητός μας, ὥστε νά διατηρηθεῖ ἡ ἱστορική μνήμη.
Αὐτό τό ἔργο ἦταν πιό δύσκολο καί ἀπό τό νά χτιστεῖ ἐξ ἀρχῆς τό ναΐδριο. Οὔτε θεμέλια δέν ὑπῆρχαν, τό ἔδαφος τῆς περιοχῆς εἶναι ἀσταθές καί ἡ ὑγρασία εἶχε διαβρώσει τούς τοίχους σέ ἀρκετό ὕψος. Ἡ ὁμάδα τῶν μηχανικῶν πού συμβουλεύτηκε ὁ π. Βασίλειος τοῦ πρότεινε τήν λύση τῆς ὑποθεμελιώσεως, δηλαδή τοῦ νά σκαφτεῖ μία τάφρος στίς τρεῖς πλευρές τοῦ κτιρίου καί νά ἀποκατασταθεῖ μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ ἔλλειψη θεμελίων.
Δέν εἶναι ἐδῶ ὁ χῶρος, γιά νά κάνουμε λεπτομερῆ καταγραφή αὐτῆς τῆς δεκαετίας, πού σηματοδότησε τήν ἀρχή τοῦ πνευματικοῦ καί ποιμαντικοῦ ἔργου τοῦ πατρός Βασιλείου, τό ὁποῖο εἶχε τέτοια ἔκταση, ὥστε κάθε δεκαετία τῆς ζωῆς του, χρειάζεται ἀπό ἕνα ξεχωριστό τόμο! Ὅμως, ὁ λαός μας δέν φημίζεται γιά τήν καλή μνήμη του καί αὐτό εἶναι παράξενο γιά ἕνα λαό μέ τόσο μεγάλη ἱστορική παρουσία. Μάλιστα, πληροφορηθήκαμε ὅτι κάποιος -δέν μᾶς ἐλέχθη ποιός- ἄνθρωπος, διαμαρτυρήθηκε γιά τήν ἀφιέρωση αὐτῆς τῆς μαρμάρινης ἐπιγραφῆς, λέγοντας ὅτι «γεμίσαμε ἐπιγραφές»!
Δεδομένου ὅτι κάθε ἐπιγραφή εἶναι ἕνα ἴχνος τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου ἡ ζωή καί ἡ παρουσία διαμόρφωσε αὐτή τήν ἐνορία στή σημερινή ζωντανή καί ἀκμάζουσα μορφή της, δέν ἀναρωτιέται αὐτός καί οἱ συμφωνοῦντες μαζί του ταλαίπωροι ἄνθρωποι, τί εἴδους ἐνορία θά εἶχαν, ἄν κάποιοι ἄλλοι δέν εἶχαν ἐργαστεῖ μέχρι τελικῆς πτώσεως, γιά νά βροῦν αὐτοί ἕτοιμα ἔργα, γιά νά κάνουν κριτική;
Ὅλοι οἱ ναοί τοῦ Θεοῦ εἶναι πρεσβεῖες τοῦ Οὐρανοῦ στή γῆ. Κανένας πολίτης δέν μπαίνει σέ μιά πρεσβεία ἑνός ἐπίγειου κράτους μέ ἀγένεια, μέ θράσος, μέ ἀναίδεια, γιατί οἱ πρεσβεῖες θεωροῦνται ἔδαφος τῆς χώρας, στήν ὁποία ἀνήκουν καί κινδυνεύει νά ἐκδιωχθεῖ, ἤ καί νά φυλακιστεῖ ἀκόμα. Οἱ πρόγονοί μας, ἄν καί εἰδωλολάτρες, μᾶς ἔμαθαν τό ἦθος τῆς εἰδωλατρικῆς εὐσεβείας. Ἀκόμα καί σήμερα, ὅταν ἐπισκέπτεται κανείς ἐρείπια ναῶν, σέβεται αὐτούς πού ἔκτισαν αὐτά τά μνημεῖα καί θαυμάζει τά ἔργα τους καί εὐχαριστεῖ νοερά τούς καλλιτέχνες, ἀλλά καί τούς χτίστες πού μᾶς ἄφησαν μιά τέτοια κληρονομιά.
Ἔστω καί εἰδωλολατρική. Ἐμεῖς μπαίνουμε στούς ναούς τοῦ Θεοῦ μέ τό ἦθος βαρβάρων κατακτητῶν καί ὄχι προσκυνητῶν. Διαγράφοντας ἀπό τή μνήμη μας καί ὄχι συντηρῶντας στήν μνήμη μας. Καί δέν μπορεῖ κανείς νά μή ἀναρωτηθεῖ: ποιοί εἶναι οἱ θεοί μας;
Ὄχι, βέβαια, οἱ δώδεκα. Μέ ὅλα τους τά ἐλαττώματα, εἶχαν εὐγένεια, ἀρχές καί ἰδεώδη.
Καί ὁπωσδήποτε ὄχι ὁ Ἕνας Τριαδικός Θεός, πού κατήργησε κάθε ψεύτικη θεότητα, πού ἔστειλε τόν Υἱόν καί Λόγον Του νά σταυρωθεῖ γιά ἐμᾶς καί ἔστειλε καί τόν Παράκλητο, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, τήν παρηγοριά, τό στήριγμα καί τήν ἀλήθειά μας.
Καί, τελικά, τί εἴδους ἄνθρωποι εἴμαστε;Χωρίς Θεό; Χωρίς μνήμη; Χωρίς εὐγνωμοσύνη;
Ἄς γίνει ἡ νέα ἀρχή, ὁ νέος κύκλος τῶν ἐποχῶν, τό νέο ἐκκλησιαστικό ἔτος, μιά νέα ἀφορμή γιά νέες σκέψεις, νέους προβληματισμούς, νέες ἀναθεωρήσεις. Γιατί ὁ χρόνος κυλάει σάν ποτάμι πρός τήν αἰωνιότητα!
Πηγή: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ (Αὔγουστος – Σεπτέμβρίος 2025, Ἐκδόσεις ΥΠΑΚΟΗ)




