Γράφει ὁ κ. Εὐλάλιος Θωμαΐδης, θεολόγος
Στὸ παρόν μας κείμενο θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὴν τριαδικὴ θεολογία τοῦ Βερνάρδου τοῦ Κλαιβρὼ καὶ τοῦ Ριχάρδου τοῦ Ἁγίου Βίκτωρος, προκειμένου νὰ γίνει ἀκόμη πιὸ ἐμφανὴς ὁ δυτικὸς χαρακτήρας τῆς σύγχρονης ἀγαπολογίας τῆς μεταπατερικῆς θεολογίας. Ὁ Βερνάρδος τοῦ Κλαιβρὼ (1090-1153), βρισκόμενος σὲ ἀπόλυτη συμφωνία μὲ τὸν Ἄνσελμο τῆς Ἀόστας, ταυτίζει τὸν Θεὸ μὲ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη κατ’ αὐτὸν δὲν εἶναι ποιότητα ἢ συμβεβηκὸς στὸν Θεό, ἀλλὰ εἶναι ἡ ἴδια ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη τόσο ὡς πρὸς τὸν ἑαυτό του ὅσο καὶ ὡς πρὸς τὰ κτίσματα. Σύμφωνα μὲ τὸν Βερνάρδο, ἡ Ἀγάπη δίνει τὴν ἀγάπη ἤ, ἀλλιῶς, ἡ ἄκτιστη ἀγάπη προσφέρει τὴν κτιστὴ ἀγάπη στὴ δημιουργία. Ἔτσι, ὁ κιστερκιανὸς θεολόγος καὶ μοναχὸς θὰ καταλήξει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ οὐσιώδης Ἀγάπη εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἀγάπης ὡς ἰδιότητας. Στὴ συνέχεια ὁ Βερνάρδος θὰ χρησιμοποιήσει τὸ σχῆμα τῆς ἀγκαλιᾶς καὶ τοῦ φιλιοῦ, προκειμένου νὰ διακρίνει τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδας. Ὁ Πατὴρ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγκαλιάζει, ὁ Υἱὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγκαλιάζεται καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ ἀδιατάρακτη καὶ ἀδιαχώριστη ἑνότητα τῶν δύο ἐναγκαλιζόμενων ὑποστάσεων. Μὲ ἄλλα λόγια τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ φιλὶ ποὺ ἀνταλλάσσουν ἀμοιβαῖα ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς (Sermone in Cant. VIII, 2). Παρατηροῦμε ὅτι ἡ θεώρηση τῆς Ἁγίας Τριάδας ὡς κοινότητας ἐρωτευμένων ὑποστάσεων εἶναι λατινικῆς προελεύσεως καὶ σὲ καμία περίπτωση ὀρθόδοξης.
Ἡ ἀγαπητικὴ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Τριάδας ἀκολουθεῖται καὶ ἀπὸ τὸν Ριχάρδο τοῦ Ἁγίου Βίκτωρος (πέθανε τὸ 1172). Ὁ Ριχάρδος ξεκινᾶ τὴν πραγμάτευση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ διαίρεση τοῦ ὄντος σὲ δύο κατηγορίες. Καθετὶ ποὺ ὑπάρχει ἢ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει, ὑπάρχει εἴτε ἀπὸ μόνο του εἴτε ἀπὸ κάτι ἄλλο. Ἡ ἐμπειρία μᾶς δείχνει ὅτι ὁ,τιδήποτε ὑπάρχει στὴν πραγματικότητα ὑπάρχει ἀπὸ κάτι ἄλλο. Αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ κάτι ἄλλο ἔχει ἀνάγκη ἐκείνου ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ μόνο του, εἰδάλλως δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχει, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀπὸ μόνο του. Ἄρα ὑπάρχουν δύο εἰδῶν ὄντα, τὰ ἀναγκαῖα, ἤτοι αὐτὰ ποὺ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ μὴ ὑπάρχουν, καὶ τὰ ἐνδεχομενικά, τουτέστιν αὐτὰ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ μὴ ὑπάρχουν. Στὸ ἀναγκαῖο ὂν θὰ πρέπει νὰ ἀποδίδουμε τὶς τελειότητες ποὺ δείχνουν κάτι τὸ ἐξαιρετικό, τελειότητες ὅπως ἀγαθότητα, παντοδυναμία καὶ τὰ λοιπά. Ἀκόμη, ὁ Ριχάρδος δὲν θὰ παραλείψει νὰ τοποθετήσει καὶ ἄλλη μία κατηγορία ὄντος, ἐκείνου ποὺ εἶναι αἰώνιο ὂν, ἀλλὰ ὑπάρχει ἀπὸ κάτι ἄλλο. Συνεπῶς, τὰ ὄντα εἶναι τρία, ἐκεῖνο ποὺ ὑπάρχει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του αἰωνίως (Θεός), ἐκεῖνο πού ὑπάρχει ἀπὸ ἄλλο αἰωνίως (ἄγγελος ἢ τὰ ἀρχέτυπα τῆς δημιουργίας) καὶ ἐκεῖνο πού ὑπάρχει ἀπὸ ἄλλο μὴ αἰωνίως (ἡ αἰσθητὴ κτιστὴ πραγματικότητα).
Ἂς δοῦμε τώρα τὴν τριαδικὴ θεολογία τοῦ Ριχάρδου. Ὁ Ριχάρδος δὲν προτιμᾶ τὶς ψυχολογικὲς τριάδες τοῦ Αὐγουστίνου, δηλαδὴ δὲν ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν ψυχή, γιὰ νὰ φτάσει στὶς ἐνδοτριαδικὲς διακρίσεις στὸν Θεό. Προτιμᾶ ἄλλη ὁδό, ἐκείνη τῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Ριχάρδο ἀπαιτεῖ τὴν ὕπαρξη δύο προσώπων, καθότι ἡ ἀνταλλαγὴ δώρων ἀπαιτεῖ μία δυαδικότητα, εἰδάλλως θὰ ὑπῆρχε κάποιο εἶδος ναρκισσισμοῦ. Ἔτσι, χωρὶς τὴν δυαδικότητα αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν αὐθεντικὴ (ΙΙΙ. C. 14). Ὅμως, μία ἀγάπη μεταξὺ δύο προσώπων θὰ ὁδηγοῦσε στὴν ἀποκλειστικότητα. Προκειμένου, λοιπόν, νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ ἀποκλειστικότητα, εἶναι ἀναγκαία ἡ ὕπαρξη ἑνὸς τρίτου προσώπου, αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ προσδίδει κοινωνικότητα στὴν ἀγάπη τοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν Υἱὸ καὶ τὴν κάνει νὰ μὴ εἶναι ἀποκλειστικὴ (III. C. 18), καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διαχέει τὴν ἀγάπη πρὸς τὴν κτιστὴ πραγματικότητα (Γιὰ τὸν Ριχάρδο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Δῶρο, τόσο ἐνδοτριαδικὸ ὅσο καὶ ἐξωτριαδικό, ἐνῶ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση δῶρα εἶναι οἱ φυσικὲς δυνάμεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι ἡ ἴδια ἡ ὑπόστασή του). Ἀκόμη, ὁ Ριχάρδος εἶναι γνωστὸς γιὰ τὴ διάκριση τῆς ἀγάπης σὲ 1) δωρεὰν ἀγάπη, 2) ὀφειλόμενη καὶ δωρεὰν ἀγάπη καὶ 3) μόνο δωρεὰν ἀγάπη. Συγκεκριμένα, ὁ Πατὴρ ἀγαπᾶ δωρεὰν τὸν Υἱό, ἐνῶ παράλληλα ὁ Υἱὸς δέχεται τὴν ἀγάπη αὐτὴ παθητικὰ καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο τὴν ὀφείλει στὸν Πατέρα. Τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ἀγαπᾶται δωρεὰν καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο ταυτίζεται μὲ τὴ μόνο δωρεὰν ἀγάπη, ἐνῶ ὁ Υἱὸς ταυτίζεται μὲ τὴν ὀφειλόμενη καὶ δωρεὰν ἀγάπη, καθότι ἀγαπᾶται δωρεὰν ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀγαπᾶ μὲ ὀφειλὴ τὸν Πατέρα καὶ συνάμα ἀγαπᾶ δωρεὰν τὸ Ἅγ. Πνεῦμα (Richardi a Santo Victore, De Trinitate, V, XVI, PL 196, 961BD).
Κλείνοντας τὴν παρουσίαση τῆς τριαδικῆς θεολογίας τοῦ Ριχάρδου, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ παραληφθεῖ ὁ ὁρισμὸς ποὺ δίνει στὸ πρόσωπο. Ὁ Ριχάρδος ἑρμηνεύει τὸ πρόσωπο ὡς ὕπαρξη μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἔκστασης (existentia), ὅρος ὁ ὁποῖος δὲν δεικνύει τὴν οὐσία, ἀλλὰ ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ἀρχῆς ἢ τῆς ὕπαρξης ἀπὸ κάτι ἄλλο (IV, 12). Tό λατινικὸ ρῆμα existere σημαίνει τὸ ἑλληνικὸ προέρχομαι ἀπό. Ἐφόσον τὸ προέρχομαι ἀπὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κάνει ἕνα θεῖο πρόσωπο νὰ διακρίνεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο, κάθε πρόσωπο πρέπει νὰ ἔχει μία αἰτία προέλευσης διαφορετικὴ ἀπὸ τὸ ἄλλο, προκειμένου νὰ μπορεῖ νὰ διακριθεῖ ἐναργῶς. Ὁ Πατὴρ κατέχει τὸ θεῖο εἶναι ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ὁ Υἱὸς τὸ κατέχει ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τέλος τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸ κατέχει καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱὸ (filioque). Ἐπιπλέον, ὁ Ριχάρδος θὰ ἀποδώσει μὲ ἕνα ὠριγενικὸ τρόπο στὸν Πατέρα τὴ δύναμη, στὸν Υἱὸ τὴ σοφία καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ἀγαθότητα, καθιστώντας τον τοιουτοτρόπως ἕνα ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς λεγόμενης λατινικῆς ἰδιοποίησης, μὲ τὴν ὁποία ἀσχοληθήκαμε ἐκτεταμένα στὰ περσινά μας κείμενα. Τὸ πρόβλημα, ὅμως, εἶναι ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε τὰ φυσικὰ ἰδιώματα, γιὰ νὰ διακρίνουμε τὰ ὑποστατικά, καθότι ὅλες οἱ ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδας κατέχουν τὴν πληρότητα τῶν ἀκτίστων θείων ἰδιωμάτων ὡς Θεὸς μὲ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο.
Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ὅμως, ἡ ἀγάπη δὲν χρησιμοποιεῖται, γιὰ νὰ δηλωθεῖ ἡ ὑπερούσια οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης, ἡ ἀγάπη δὲν χρησιμοποιεῖται, γιὰ νὰ διακριθοῦν τὰ τριαδικὰ πρόσωπα μεταξύ τους, καθότι τόσο ὁ Πατὴρ ὅσο ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀγαποῦν ὡς Θεὸς καὶ ὄχι ὡς πρόσωπα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι φυσικὸ ἰδίωμα ἤ, ἀλλιῶς, θεωνυμία κοινὴ σὲ ὅλα τὰ τριαδικὰ πρόσωπα (Βλ. Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, Περὶ θείων ὀνομάτων, PG 03, 708AB καὶ 712Α. Βλ. ἀκόμη τὸ ἐξαιρετικὸ βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Παϊσίου Καρεώτου μὲ τί-τλο Ἡ Ἀναίρεση τοῦ Ὁμοούσιου στὴ Θεολογία τοῦ Προσώπου, Ἅγιον Ὄρος, Καρυαὶ 2025), ὅπως αὐτὸ τῆς δικαιοσύνης, τοῦ ἐλέους, τῆς δύναμης, τῆς σοφίας καὶ οὕτω καθεξῆς. Κανένα φυσικὸ ἰδίωμα δὲν παρεμβάλλεται μεταξὺ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας, εἰδάλλως τὸ ὁμοούσιο τῶν θείων ὑποστάσεων θὰ καταργεῖτο. Ὁ μόνος ἀποδεκτὸς τρόπος διάκρισης τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων εἶναι τὸ αἴτιο καὶ τὸ αἰτιατό, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. Ὁ Πατὴρ εἶναι ὁ Μόνος αἴτιος (καὶ γι’ αὐτὸ ἀναίτιος) καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι αἰτιατοί. Τὰ αἰτιατὰ δὲν διαφέρουν μεταξύ τους, ἐπειδὴ σχετίζονται αἰτιωδῶς, ὅπως ἀναφέρει ἐσφαλμένα ἡ λατινικὴ παράδοση, ἀλλὰ κατὰ τὸ ὅτι προέρχονται ἀπὸ τὸν Πατέρα μὲ διαφορετικὸ αἰτιακὸ τρόπο. Ὁ Υἱὸς προέρχεται ἐκ Πατρὸς γεννητῶς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο προέρχεται ἐκ Πατρὸς ἐκπορευτῶς. Ἑπομένως, ὁ ὅρος ἔκσταση τοῦ Ριχάρδου δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὸς ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, διότι ὑπονοεῖ τὸ ρωμαιοκαθολικὸ filioque.
Στὸ ἑπόμενό μας κείμενο θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸν φραγκισκανὸ μοναχὸ Μποναβεντούρα.




