Ο Νεομάρτυρας Γεώργιος στην τοπική θρησκευτική συνείδηση…

Share:

 Παναγιώτης Γεωργούλας

  Στις 17 Ιανουαρίου 1838 ο  Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος οδηγήθηκε στο Κουρμανιό, εκτός των τειχών του κάστρου των Ιωαννίνων, όπου και εκτελέστηκε δια απαγχονισμού σε δημόσια θέα. Το σώμα του παρέμεινε εκτεθειμένο επί δύο ημέρες, πρακτική που εντασσόταν στη λογική του παραδειγματισμού και του εκφοβισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με τις πηγές της εποχής, το γεγονός αυτό δεν προκάλεσε αποθάρρυνση στους χριστιανούς κατοίκους της πόλης, αλλά αντίθετα ενίσχυσε το αίσθημα δέους και σεβασμού προς το πρόσωπό του, το οποίο αντιμετωπίστηκε ως νικηφόρος μάρτυρας της πίστεως και όχι ως ηττημένος.

  Οι μαρτυρίες που διασώζονται αναφέρονται σε φαινόμενα τα οποία οι πιστοί ερμήνευσαν ως θαυμαστά: φωτεινή ακτινοβολία στο πρόσωπο του νεκρού κατά τη διάρκεια της νύχτας, ευωδία και διατήρηση της θερμότητας του σώματος παρά τις χαμηλές θερμοκρασίες. Οι αντιδράσεις των φρουρών, οι οποίοι φέρονται να πυροβολούσαν στον αέρα προσπαθώντας να απομακρύνουν τους συγκεντρωμένους, καταδεικνύουν την ένταση που προκάλεσαν τα γεγονότα. Παρά τον κίνδυνο, πιστοί προσέγγιζαν το σημείο και λάμβαναν μικρά τεμάχια από τα ενδύματά του ή από το σχοινί της αγχόνης, αποδίδοντας σε αυτά αγιαστική δύναμη και θεραπευτική χάρη.

  Στις 19 Ιανουαρίου 1838, κατόπιν σχετικής άδειας, το σώμα του παραδόθηκε στη χριστιανική κοινότητα και μεταφέρθηκε με τιμές στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου, όπου και ενταφιάστηκε. Η κηδεία εξελίχθηκε σε μαζική εκδήλωση συλλογικού πένθους και τιμής, με ευρεία συμμετοχή των κατοίκων της πόλης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η μέριμνα του τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων Ιωακείμ, μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχη, ο οποίος φρόντισε για την αποτύπωση της μορφής του μάρτυρα, αναθέτοντας στον πρωτοψάλτη και ζωγράφο της Μητρόπολης την καταγραφή των χαρακτηριστικών του προσώπου του για τη δημιουργία της πρώτης εικόνας.

  Η φήμη της αγιότητάς του ενισχύθηκε περαιτέρω μέσω αναφορών σε θαυματουργικές επεμβάσεις, όπως θεραπείες ασθενών, πνευματική παρηγορία και ενίσχυση δοκιμαζομένων πιστών. Στην παράδοση εντάσσονται και μαρτυρίες για πνευματική στήριξη της οικογένειάς του, ιδίως της συζύγου του Ελένης, η οποία, σύμφωνα με τις πηγές, ενδυναμωνόταν ψυχικά ώστε να αντιμετωπίσει τη χηρεία και τη φτώχεια, ανατρέφοντας τον γιο τους με πίστη και υπομονή.

  Το 1839, μετά από επίσημες αναφορές και καταγραφή θαυμαστών γεγονότων, το Οικουμενικό Πατριαρχείο προχώρησε στην αγιοκατάταξή του. Με πατριαρχική και συνοδική πράξη αναγνωρίστηκε ως αυθεντικός μάρτυρας της Ορθόδοξης Εκκλησίας και καθορίστηκε η 17η Ιανουαρίου ως ημέρα τιμής της μνήμης του. Αν και η σχετική πράξη τηρήθηκε αρχικά με διακριτικότητα, πιθανότατα για λόγους ασφαλείας, η ήδη ανεπτυγμένη λαϊκή ευλάβεια δεν περιορίστηκε.

  Έκτοτε, η παρουσία του νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταυτότητα της πόλης των Ιωαννίνων. Η οικία του, τα προσωπικά του αντικείμενα, οι τόποι σύλληψης και μαρτυρίου του, καθώς και ο ναός της ταφής του, λειτουργούν όχι μόνο ως ιστορικά τεκμήρια, αλλά και ως χώροι μνήμης και λατρευτικής αναφοράς. Στο συλλογικό θρησκευτικό βίωμα της τοπικής κοινωνίας, οι χώροι αυτοί προσλαμβάνονται ως σημεία πνευματικής παρουσίας και διαρκούς υπενθύμισης της μαρτυρίας του.

  Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ιστορικό πρόσωπο του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανό στοιχείο της τοπικής εκκλησιαστικής συνείδησης. Η περίπτωσή του αναδεικνύει τη θεολογική θέση ότι η αγιότητα δεν περιορίζεται στον μοναχικό βίο, αλλά μπορεί να αναδυθεί και μέσα στην καθημερινότητα, στον οικογενειακό χώρο και στον μόχθο των απλών ανθρώπων, ως καρπός σταθερής πίστης και έμπρακτης ομολογίας.

proinoslogos.gr

Previous Article

Ανοικτή Επιστολή στον Σεβ. Μητροπολίτη Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Κύριλλο.

Next Article

Μεταδίδεται η γάγγραινα των Χριστομάχων