ράφει ὁ κ. Κωνσταντῖνος Βαθιώτης, τέως Ἀναπλ. Καθηγητὴς Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.
ΜΕΡΟΣ ΙΔ΄
ΚΟΙΝΩΝIAI ΑΡΡΩΣΤΟI ΑΠΟ ΠΡΟΟΔΟΝ Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΠΕΔΙΑΔΑ
Ἡ θέση τῶν Καζύνσκι καὶ Χαὰγκ γιὰ τὴν καθοριστικὴ σημασία ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ συμμετοχή του σὲ μία διαδικασία ἀπόκτησης ἰσχύος, στὴν ὁποία ἀναφερθήκαμε στὰ δύο προηγούμενα μέρη τοῦ παρόντος ἀφιερώματος, συμπορεύεται μὲ ὅσα πρέσβευε ὁ Αὐστριακὸς ζωολόγος καὶ ἠθολόγος Κόνραντ Λόρεντς (Konrad Zacharias Lorenz, 1903-1989), ὁ ὁποῖος εἶχε συλλάβει τὴν ἀκόλουθη καταπληκτικὴ παρομοίωση: [1]
«Ἡ ἔλλειψη ἀνοχῆς στὸν κόπο, ποὺ δὲν παύει νὰ αὐξάνεται στὶς μέρες μας, μετατρέπει τὶς φυσιολογικὲς ἐξάρσεις καὶ καταπτώσεις τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς σὲ μία τεχνητὴ πεδιάδα. Τὰ ὑπέροχα σκαμπανεβάσματα τοῦ βουνοῦ καὶ τῆς κοιλάδας γίνονται ἀδιόρατα μικρὰ ἐξογκωματάκια σ’ ἕνα στρωμένο δρόμο. Οἱ δυνατὲς φωτοσκιάσεις γίνονται ἕνα μονότονο γκρίζο χρῶμα. Κοντολογίς, ἡ τάση αὐτὴ δημιουργεῖ μία θανάσιμη πλήξη».
Ὁ ἴδιος συγγραφέας κάνει μία συγκλονιστικὴ –καὶ ἄκρως ἐπίκαιρη– ἐπισήμανση: [2] «Ἡ ἀνάπτυξη τῆς σύγχρονης τεχνολογίας καὶ ἰδιαίτερα τῆς φαρμακολογίας, εὐνοεῖ, σὲ βαθμὸ δίχως προηγούμενο, τὴ γενικὴ ἀνθρώπινη προσπάθεια ν’ ἀποφεύγει τὶς δυσάρεστες ἐμπειρίες. Ἔχουμε πάψει ν’ ἀντιλαμβανόμαστε πόσο ἔχουμε γίνει ἐξαρτημένοι ἀπὸ τὶς σύγχρονες “ἀνέσεις”, γιατί τὶς θεωροῦμε πιὰ σὰν κάτι τὸ αὐτονόητο».
Ὡστόσο, «σὲ πολλὲς κοινωνίες τοῦ παρελθόντος, μὲ ὑψηλὸ πολιτισμό, οἱ ἄνθρωποι εἶχαν γίνει πολὺ ἐπιδέξιοι στὴν ἀποφυγὴ δυσάρεστων καταστάσεων. Αὐτὸ ὁδήγησε συχνὰ σὲ μία ἐπικίνδυνη ἐξασθένιση, ἀκόμα καὶ στὴν πλήρη καταστροφὴ ἑνὸς πολιτισμοῦ» [3]. Γι’ αὐτὸ εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ μάχεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν ὑπερνίκηση δύσκολων ἐμποδίων: ἡ μάχη αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἀποτρέψει τὸ «ψυχικὸ βούλιαγμα» [4] ποὺ προκαλεῖται ἀπὸ τὴν «ἀποχαύνωση» [5]. Ἄλλωστε, μετὰ ἀπὸ ἀποτυχημένες ἀπόπειρες αὐτοκτονίας, αἰτία τῶν ὁποίων ἦταν «ἡ ἀνία ποὺ προέρχεται ἀπὸ συναισθηματικὴ χαλάρωση», οἱ διασωθέντες «ὄχι μόνο συνέχισαν νὰ ζοῦν, ἀλλὰ ὡρίμασαν κι ἔγιναν ἰσορροπημένοι καὶ εὐτυχισμένοι ἄνθρωποι» [6].
Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΙΖΕΛΙ
Ἡ θέση τοῦ Λόρεντς συμπίπτει ἀπολύτως μὲ ἐκείνη τοῦ Νοτιοκορεάτη φιλοσόφου καὶ θεωρητικοῦ τοῦ πολιτισμοῦ Μπιοὺνγκ-Τσοὺλ Χάν (Byung-Chul Han), ὁ ὁποῖος στὸ βιβλίο του «Ἡ κοινωνία τῆς παρηγοριᾶς. Ὁ πόνος σήμερα» [7] ἑρμηνεύει τὸ παραμύθι τοῦ Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν «Ἡ πριγκίπισσα καὶ τὸ μπιζέλι» ὡς μία «παραβολὴ τῆς ὑπερευαισθησίας τοῦ ὑποκειμένου τῆς ὄψιμης νεωτερικότητας»:
«Τὸ παράδοξο στὸ σύνδρομο αὐτὸ συνίσταται στὸ ὅτι ὅσο ἐλαττώνεται ὁ πόνος, τόσο περισσότερο ὑποφέρει κανείς. Ὁ πόνος δὲν εἶναι μέγεθος ἀντικειμενικὰ ἐπαληθεύσιμο, ἀλλὰ μία ὑποκειμενικὴ αἴσθηση. Οἱ αὐξανόμενες προσδοκίες ἀπὸ τὴν ἰατρική, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἔλλειψη νοήματος τοῦ πόνου, κάνουν καὶ τὸν πιὸ ἀσήμαντο πόνο νὰ φαίνεται ἀνυπόφορος. Καὶ δὲν ἔχουμε πιὰ νοηματικὲς ἀναφορές, ἀφηγήσεις, ἀνώτερες ἀρχὲς δικαιοδοσίας καὶ σκοποὺς ποὺ θὰ ἐπενδύσουν τὸν πόνο καὶ θὰ τὸν κάνουν ὑποφερτό. Ἀκόμη κι ἂν ἐξαφανιστεῖ τὸ ἐνοχλητικὸ μπιζέλι, οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀρχίσουν νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὰ μαλακὰ στρώματα. Εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ διαρκὴς ἔλλειψη νοήματος τῆς ζωῆς ποὺ πονάει».
Πρὸς τὴν ἴδια κατεύθυνση κινεῖται καὶ ἡ ἡ Ἄννα Λέμπκε (Anna Lembke), Διευθύντρια Ἰατρικῆς τοῦ Ἐθισμοῦ στὸ Πανεπιστήμιο Στάνφορντ. Στὸ βιβλίο της «Ἡ γενιὰ τῆς ντοπαμίνης» [8] ἀναφέρει ὅτι, σὲ ἀντίθεση μὲ ὅ,τι ἰσχύει σήμερα, στὴν ἀρχαιότητα, «οἱ γονεῖς καὶ γενικὰ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἦταν ἐπιφορτισμένοι μὲ τὴ φροντίδα τους ὄφειλαν νὰ τὰ γαλουχοῦν μὲ αὐστηρὴ πειθαρχία ἐνόψει τῆς ἔνταξής τους στὴν κοινωνικὴ ζωή. Ἦταν εὐνόητη ἡ χρήση σωματικῶν τιμωριῶν καὶ ἐκφοβισμοῦ προκειμένου νὰ συνετιστοῦν».
Στὸν ἀντίποδα αὐτῆς τῆς ἀντίληψης ἐπικρατεῖ σήμερα ἡ ἀναγόμενη στὸν Φρόυντ ἄποψη ὅτι οἱ γονεῖς θὰ πρέπει νὰ ἀποφεύγουν τὴν πρόκληση συναισθηματικῶν τραυμάτων στὰ παιδιά τους, ὥστε νὰ μὴ ἐμφανίζουν κάποια ψυχικὴ νόσο στὸ μέλλον. Μὲ τὴν ἴδια λογική, καταβάλλεται προσπάθεια νὰ μὴ δίδονται ἀφορμὲς γιὰ ψυχολογικὲς ἀντιξοότητες στὸ σχολεῖο ἢ στὸ πανεπιστήμιο: «Στὸ δημοτικὸ ἔχει καθιερωθεῖ ἡ ἑβδομαδιαία βράβευση τῶν παιδιῶν – ὄχι ἐπειδὴ καταφέρνουν κάτι, ἀλλὰ μὲ ἀλφαβητικὴ σειρά. Ἐξάλλου, κάθε παιδὶ διδάσκεται νὰ βρίσκεται σὲ ἐπιφυλακὴ γιὰ τυχὸν περιστατικὰ ἐκφοβισμοῦ, μήπως καὶ καταλήξει θεατὴς ἀντὶ ἀκτιβιστὴς στὴ ζωή του. Καὶ στὸ πανεπιστήμιο, καθηγητὴς καὶ φοιτητὲς μιλᾶνε γιὰ “ἐκλυτικοὺς παράγοντες” καὶ “ἀσφαλεῖς χώρους”».
Μολονότι ἡ συγγραφέας ἀναγνωρίζει ὡς θετικὴ ἐξέλιξη τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν καὶ ἡ παιδεία διαμορφώνονται μὲ ὅρους ἀναπτυξιακῆς ψυχολογίας καὶ συναισθηματικῆς κατανόησης, μὲ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας κάθε προσώπου καὶ τὴν ἀποτροπὴ τῆς σωματικῆς ἢ ψυχικῆς κακοποίησης, ἐκφράζει ἕνα ἀπολύτως εὔλογο φόβο:
«Ἔχουμε ἀποστειρώσει καὶ παθολογικοποιήσει σὲ ὑπερβολικὸ βαθμὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, μεγαλώνοντας τὰ παιδιά μας μέσα σὲ κάτι σὰν δωμάτιο ἀπομόνωσης ψυχιατρείου, ἀποκλείοντας τὸ ἐνδεχόμενο νὰ τραυματιστοῦν, ἀλλὰ καὶ στερώντας τους τὴ δυνατότητα νὰ προετοιμαστοῦν γιὰ τὸν κόσμο. Μήπως, προστατεύοντας τὰ παιδιά μας ἀπὸ τὶς ἀντιξοότητες, τὰ ἔχουμε κάνει νὰ τὶς φοβοῦνται φρικτά; Μήπως, τονώνοντας τὴν αὐτοεκτίμησή τους μὲ ἀπατηλοὺς ἐπαίνους καὶ γαλουχώντας τα νὰ ἀγνοοῦν τὶς συνέπειες ποὺ ἔχει τὸ καθετὶ στὸν πραγματικὸ κόσμο, τὰ ἔχουμε καταστήσει λιγότερο ἱκανὰ νὰ συνυπάρχουν μὲ τοὺς ἄλλους περισσότερο ἐγωκεντρικὰ καὶ τυφλὰ ἀπέναντι στὰ ἐλαττώματά τους; Μήπως, ἐνδίδοντας σὲ κάθε ἐπιθυμίας τους, προετοιμάζουμε τὴν ἔλευση μίας νέας ἐποχῆς ἡδονοθηρίας;».
ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
Τὸ ἀσύλληπτα σατανικὸ τέχνασμα ποὺ ἀκολουθοῦν οἱ ὑπηρέτες τοῦ Τεχνολογικοῦ Συστήματος εἶναι ὅτι, ἐφαρμόζοντας τὴν θεοποιημένη σύγχρονη τεχνολογία ποὺ ὑποτίθεται ὅτι τὰ κάνει ὅλα «εὔκολα – γρήγορα – σίγουρα», ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα διαμορφώνει «κοινωνίες ἄρρωστες ἀπὸ πρόοδο» [9], παράγουν ἐγκληματικότητα καὶ ψυχικὲς ἀρρώστιες σὲ τόσο εὐρεῖα κλίμακα, ὥστε νὰ ἐπικαλοῦνται τὴν ἀνάγκη καταπολέμησής τους, προκειμένου νὰ νιώσει ἡ κοινωνία ἀσφαλής. Ὡστόσο, τὸ φάρμακο ποὺ προτείνεται ὡς λύση τοῦ προβλήματος εἶναι φτιαγμένο μὲ ἐκεῖνα τὰ ὑλικά τῆς τεχνολογίας, ποὺ καθιστοῦν δυνατὸ τὸν ὁλοκληρωτικὸ ἔλεγχο ὄχι μόνο ἑνὸς κράτους, ἀλλὰ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἐδῶ ἀκριβῶς βλέπουμε νὰ ἐφαρμόζεται σὲ ὅλο του τὸ μεγαλεῖο τὸ νεοταξίτικο τέχνασμα: προκαλῶ τὸ πρόβλημα, ξεσηκώνω τὴν ἀντίδραση τοῦ φοβισμένου ἢ/καὶ ὀργισμένου κόσμου καὶ φέρνω τὴν (προαποφασισμένη) λύση ποὺ μὲ συμφέρει, ἀνακουφίζοντας ταυτοχρόνως τὴν διαμαρτυρόμενη «συμπαγῆ πλειοψηφία»!
Ὁ ἔλεγχος αὐτὸς ἤδη ἐπιχειρεῖται μὲ τὴν ἐγκατάσταση ἀμέτρητων «ἔξυπνων καμερῶν» στὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια, ποὺ λειτουργοῦν μὲ προγράμματα Τεχνητῆς Νοημοσύνης γιὰ τὴν ἀναγνώριση τοῦ προσώπου καὶ τὴν κατασκοπεία τῆς δράσης τοῦ ὁδηγοῦ ἐντός τοῦ ὀχήματός του. Ἐπίσης, ἡ ὑποχρεωτικὴ ἔκδοση Προσωπικοῦ Ἀριθμοῦ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὶς ἠλεκτρονικὲς ταυτότητες καθιστοῦν κατ’ ἀρχὰς δυνατὴ τὴν καταγραφή, συλλογὴ καὶ ἐπεξεργασία τῶν προσωπικῶν δεδομένων τῶν πολιτῶν.
Ἡ πιὸ ἐφιαλτική, ὅμως, ἐξέλιξη θὰ εἶναι ἡ ἐξάρτηση τῆς πρόσβασης τῶν πολιτῶν σὲ θεμελιώδους σημασίας ὑπηρεσίες καὶ ἀγαθὰ ἀπὸ τὴν χρήση τοῦ Προσωπικοῦ Ἀριθμοῦ. Ἄρα, ὁ ἀρνητὴς τῆς ἠλεκτρονικῆς του ἀριθμοποίησης θὰ ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ Σύστημα καί, κατ’ ἐπέκτασιν, ἀπὸ τὸν κοινωνικὸ-οἰκονομικὸ βίο, ἐρχόμενος ἀντιμέτωπος μὲ τὴν δυστοπικὴ προφητεία τοῦ 13ου Κεφαλαίου τῆς Ἀποκάλυψης τοῦ Ἰωάννη, τὸ ὁποῖο σήμερα φαίνεται νὰ ἔχει ἀναπαραχθεῖ μὲ συχνότητα ποὺ ἔχει ξεπεράσει κάθε ἄλλη στὸ παρελθόν. Αὐτὴ ἡ διαπίστωση ἀποτελεῖ ἀφ’ ἑαυτῆς ἕνα ἰσχυρὸ καμπανάκι γιὰ τὸ κομβικὸ σημεῖο στὸ ὁποῖο βρίσκεται ἡ ἀνθρωπότητα.
Σημειωτέον ὅτι ἤδη πιθανολογεῖται ὅτι δὲν θὰ ἀργήσει ἡ στιγμὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποία ἡ εἴσοδος στὸ Διαδίκτυο ὄχι μόνο γιὰ τοὺς ἀνηλίκους, ἀλλὰ καὶ γιὰ κάθε πολίτη οἱασδήποτε ἡλικίας θὰ προϋποθέτει τὴν ἠλεκτρονικὴ ταυτοποίηση μέσῳ τοῦ συγκεκριμένου «μοναδικοῦ» ἀριθμοῦ, φυσικὰ πάντοτε μὲ τὸ πρόσχημα τῆς ἀσφάλειας.
Μάλιστα, ἡ ἀνάγκη ἐπίτευξης ἀκόμη μεγαλύτερης εὐκολίας καὶ ἀσφάλειας θὰ εἶναι πιθανότατα ὁ λόγος ἐκεῖνος ποὺ θὰ ὠθήσει τὸ Σύστημα νὰ ἀξιώσει ἀπὸ τοὺς πολίτες νὰ ἐμφυτεύσουν κάτω ἀπὸ τὸ δέρμα τους τὸν προσωπικὸ ἀριθμό τους. Ἔτσι, ὁδηγοὶ καὶ πεζοὶ θὰ ἀνιχνεύονται αὐτόματα ἀπὸ τὶς δυστοπικὲς πύλες ἐλέγχου ποὺ ἐκτιμᾶται ὅτι θὰ ὑψωθοῦν σὲ ἀμέτρητα σημεῖα τῶν «ἔξυπνων πόλεων», χωρὶς νὰ ἀγχώνεται κανεὶς ὅτι δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μετακινηθεῖ, ὅταν δὲν θὰ βρίσκει τὴν ξεχασμένη ἢ χαμένη ταυτότητα μὲ τὸν «μαγικὸ Δαὶ-Μοναδικὸ Ἀριθμό».
«ΠΡΟΟΔΟΣ» ΜΕ ΑΝΙΑΝ
Ἡ αἰσιοδοξία τοῦ 18ου αἰώνα γιὰ μία τεχνολογικὴ πρόοδο ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε σὲ ἕνα ἐπίγειο παράδεισο, ὅπου «τὰ ἀνθρώπινα ὄντα θὰ εἶναι ἀπαλλαγμένα ἀπὸ τὴν ἀνάγκη νὰ δουλεύουν, γιὰ νὰ ζήσουν καὶ ἄρα θὰ μποροῦν νὰ ἀφιερωθοῦν στὴν φιλοσοφία, στὴν ἐπιστήμη, στὴν μουσική, στὴν φιλολογία καὶ στὶς καλὲς τέχνες» διαψεύσθηκε παταγωδῶς.
Διότι οἱ ὧρες τοῦ ἐλεύθερου χρόνου ποὺ ἐξοικονομήθηκε ἀπὸ τὴν ἀνατεθειμένη σὲ μηχανὲς καὶ ἐργοστάσια ἐργασία, ἀλλὰ καὶ σὲ ἐξελιγμένες χύτρες ταχύτητας, ποὺ μαγειρεύουν τὸν κιμὰ σὲ 20 λεπτὰ ἀντὶ τῆς μίας ὥρας, «μετατράπηκαν σὲ ἕνα κενὸ ποὺ προκαλεῖ ἀνία καὶ νωθρότητα, γιὰ νὰ γεμίσει κατὰ προτίμηση μὲ τὴν παρακολούθηση τῆς ζωῆς τῶν “διασημοτήτων” ἀπὸ τὶς στῆλες τῶν κουτσομπολίστικων ἐφημερίδων καὶ τὴν ἠλεκτρονικὴ ψυχαγωγία ποὺ πλασάρεται σὰν “μουσική”» [10].
Ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐπισημαίνει ὁ Χαάγκ: [11] «Ἐνῶ οἱ διανοούμενοι τοῦ Διαφωτισμοῦ ὁραματίσθηκαν μία κοινωνία ἐμποτισμένη στὸν Μπὰχ καὶ τὸν Ἔντμουντ Σπένσερ, αὐτὸ ποὺ στὴν πραγματικότητα ἔγινε ἦταν ἕνας πληθυσμὸς ναρκωμένος ἀπὸ θεάματα τύπου Κολοσσαίου, μὲ μονομάχους ποδοσφαιρικὲς ὁμάδες καὶ τὸν θόρυβο τοῦ κουτσομπολιοῦ γιὰ “περσόνες”, ὅπως ἡ Κὶμ Καρντάσιαν» [12].
Μὲ τὰ λόγια τοῦ Καζύνσκι: [13] «Τὸ εἶδος τῆς τέχνης καὶ τῆς λογοτεχνίας στὸ ὁποῖο ἐμβυθίζεται ὁ μέσος σύγχρονος Ἀμερικανὸς εἶναι αὐτὸ ποὺ προσφέρουν ἡ τηλεόραση, ὁ κινηματογράφος, τὰ λαϊκὰ μυθιστορήματα καὶ περιοδικά, καὶ δὲν εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ εἶχαν στὸν νοῦ τους οἱ αἰσιόδοξοι τοῦ 18ου αἰώνα. Στὴν πραγματικότητα, ἡ ἀμερικανικὴ λαϊκὴ κουλτούρα περιορίζεται σὲ ἕνα σκέτο ἡδονισμό, καὶ μάλιστα ἕνα ἡδονισμὸ τοῦ χειρίστου εἴδους. Σοβαρὴ τέχνη ὑπάρχει μέν, ἀλλὰ ρέπει πρὸς τὴν νεύρωση, τὴν ἀπαισιοδοξία καὶ τὴν ἡττοπάθεια».
Στὴν Ἑλλάδα, δυστυχῶς, τὰ πράγματα εἶναι ἀκόμη χειρότερα, ἀφοῦ τὸ 2025 ἡ Ἐθνικὴ Πινακοθήκη μετατράπηκε σὲ «ναὸ ἀντιχριστιανικῆς προπαγάνδας», ὅπου ἐκτέθηκαν βλάσφημα ἔργα, στὰ ὁποῖα ἡ Παναγία, τὸ Θεῖο Βρέφος, ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ καὶ ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀπεικονίζονται κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε ὄχι ἁπλῶς νὰ σπιλώνεται ἡ θεϊκή, πάνσεπτος καὶ ἁγία ὑπόστασή τους, ἀλλά, πολὺ περισσότερο, νὰ μεταπίπτουν σὲ μία ὑπόσταση μὲ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετη ἰδιότητα, δηλ. τὴν διαβολική.
ΠΕΡΙΤΤΗ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΙΑΝΟΙΑ
Περαιτέρω, ὁ Χαὰγκ συμφωνεῖ μὲ τὸν Καζύνσκι ὅτι ἡ ἐξαφάνιση τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους μπορεῖ νὰ ἐπέλθει ἐξαιτίας ἑνὸς ρομποτικοῦ συστήματος ποὺ δὲν θὰ χρειάζεται τὴν ἀνθρώπινη διάνοια [14]. Ἀνεξάρτητα ἂν θὰ ὑλοποιηθεῖ ἡ διεστραμμένη φαντασίωση τῶν μετανθρωπιστῶν περὶ εὑρέσεως μίας τεχνικῆς λύσης γιὰ τὴν νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου, τὸ νὰ μπορεῖ νὰ διατηρηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ζωντανὸς γιὰ πάντοτε εἶναι ἐξέλιξη ἀσύμβατη μὲ τοὺς νόμους τῶν αὐτοαναπαραγόμενων ρομποτικῶν συστημάτων. Οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐγγυῶνται τὴν ἀχρήστευση τῆς ἀξίας τῶν ἀνθρώπων, «ἀφοῦ οἱ ρομποτικοὶ νόες θὰ ἐξελίσσονται συνεχῶς, προκειμένου νὰ ἀποκτοῦν ἀνταγωνιστικὸ πλεονέκτημα ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς» [15].
Ἀναπαράγοντας τὰ λόγια τοῦ Καζύνσκι ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Ἀντὶ-Τεχνολογικὴ Ἐπανάσταση: Γιατί καὶ πῶς», τὸ ὁποῖο εἶχε κυκλοφορήσει τὸ 2016 [16], ὁ Χαὰγκ σημειώνει τὰ ἑξῆς:
«Εἶναι καταφανῶς παράλογο νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τὸ παγκόσμιο τεχνολογικὸ σύστημα πρόκειται ποτὲ νὰ παράσχει σὲ ἑπτὰ δισεκατομμύρια ἀνθρώπινα ὄντα ὅλα ὅσα χρειάζονται, γιὰ νὰ μείνουν ζωντανὰ ἐπ’ ἀόριστον. Ἂν τὸ σχέδιο τῆς ἀθανασίας εἶναι [ἐν γένει] ἐφικτό, αὐτὸ θὰ μπορεῖ νὰ εἶναι μόνο γιὰ ἕνα πολὺ μικρὸ ὑποσύνολο τῶν ἑπτὰ δισεκατομμυρίων – μία ἐπίλεκτη μειονότητα… Οἱ λάτρεις τῆς τεχνολογίας ὑποθέτουν ὅτι οἱ ἴδιοι θὰ περιλαμβάνονται στὴν ἐπίλεκτη μειονότητα ποὺ ὑποτίθεται ὅτι θὰ παραμείνει στὴν ζωὴ ἐπ’ ἀόριστον. Αὐτὸ ποὺ τοὺς βολεύει νὰ παραβλέπουν εἶναι ὅτι τὰ αὐτοαναπαραγόμενα συστήματα μακροπρόθεσμα θὰ φροντίσουν τὰ ἀνθρώπινα ὄντα –ἀκόμα καὶ τὰ μέλη τῶν ἐπιλέκτων– μονάχα στὸν βαθμὸ κατὰ τὸν ὁποῖο εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ συστήματος νὰ τὰ φροντίζουν. Ὅταν δὲν θὰ εἶναι πλέον χρήσιμα γιὰ τὰ κυρίαρχα αὐτοαναπαραγόμενα συστήματα, οἱ ἄνθρωποι –εἴτε ἀνήκουν σὲ αὐτὴν τὴν ἐπίλεκτη μειονότητα εἴτε ὄχι– θὰ ἐξαλειφθοῦν» [17].
Μάλιστα, ὁ Καζύνσκι συμπληρώνει τὴν παραπάνω θέση του μὲ μία κρίσιμη σκέψη ποὺ ἔχει παραλειφθεῖ ἀπὸ τὸν Χαάγκ: [18]
«Γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν, οἱ ἄνθρωποι ὄχι μόνο θὰ πρέπει νὰ εἶναι “χρήσιμοι”, ἀλλὰ περισσότερο χρήσιμοι σὲ σχέση μὲ τὸ κόστος συντήρησής τους· μὲ ἄλλα λόγια, θὰ πρέπει νὰ παρέχουν μία πιὸ ἐξισορροπημένη σχέση κόστους-ὀφέλους ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ μὴ ἀνθρώπινα ὑποκατάστατα. Αὐτὴ εἶναι μία δύσκολη ὑπόθεση, καθὼς οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολὺ πιὸ δαπανηροὶ στὴ συντήρηση ἀπὸ ὅ,τι οἱ μηχανές. Οἱ ἄνθρωποι χρειάζονται τροφή, ἔνδυση, στέγαση, ἐκπαίδευση, ψυχαγωγία, πειθαρχία καὶ ἰατρικὴ περίθαλψη. Ἐνῶ οἱ μηχανὲς μποροῦν νὰ λειτουργοῦν ἀσταμάτητα, μὲ ἐξαίρεση τὴν κατὰ περίσταση διακοπή τῆς λειτουργίας τους ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἐπισκευή τους, οἱ ἄνθρωποι χρειάζονται πολὺ χρόνο γιὰ νὰ κοιμοῦνται καὶ νὰ ξεκουράζονται».
Τὸ ἐπιχείρημα τῆς χρησιμότητας ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς (σύμφωνα μὲ τὸν διακαῆ πόθο τῶν μετανθρωπιστῶν) μεταφορτωμένους στὸ Διαδίκτυο ἐγκεφάλους, οἱ ὁποῖοι «δὲν θὰ γίνουν ἀνεκτοὶ ἐπ’ ἀόριστον παρὰ μόνο ὅσο παραμένουν χρήσιμοι (δηλαδή, πιὸ χρήσιμοι ἀπὸ τὰ ὑποκατάστατά τους ποὺ δὲν προέρχονται ἀπὸ ἀνθρώπινα ὄντα), καὶ προκειμένου νὰ παραμείνουν χρήσιμοι, θὰ πρέπει νὰ μεταφορτωθοῦν καὶ νὰ μὴ ἔχουν πιὰ τίποτα κοινὸ μὲ τοὺς ἀνθρώπινους νόες ποὺ ὑπάρχουν σήμερα» [19].
Ἴσως γι’ αὐτὸ ὁ Τσάπεκ, ἕνα αἰώνα πρὶν ἀπὸ τὸν Καζύνσκι, στὸ κλασικὸ θεατρικὸ ἔργο του «Τὰ ρομπότ», τὸ ὁποῖο παρουσιάσθηκε στὸ ΣΤ΄ Μέρος τοῦ παρόντος ἀφιερώματος, μᾶς πληροφοροῦσε ὅτι μοναδικὸς διασωθείς ἀπὸ τὴν ἐπέλαση τῶν ρομπὸτ ἐναντίον τῶν στελεχῶν τοῦ ἐργοστασίου παραγωγῆς τους ὑπῆρξε ὁ κτίστης Ἄλκουιστ, στὸν ὁποῖο τὰ ρομπὸτ χάρισαν τὴν ζωή, ἀντιμετωπίζοντάς τον ὡς «ρομπότ», ἐπειδὴ δούλευε μὲ τὰ χέρια, ὅπως τὰ ρομπὸτ καὶ τοὺς ἦταν χρήσιμος γιὰ τὸ κτίσιμο τῶν καινούργιων σπιτιῶν, ὅπου θὰ κατοικοῦσαν τὰ νέα ρομπότ!
(Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις:
[1] Λόρεντς, Τὰ 8 θανάσιμα ἁμαρτήματα τοῦ πολιτισμοῦ μας (μτφ.: Α. Κοντοσιάνος, ἔκδ. Θυμάρι, Ἀθήνα 1979, σελ. 82. [2] Λόρεντς, ὅ.π., σελ. 79. [3] Λόρεντς, ὅ.π., σελ. 78. [4] Λόρεντς, ὅ.π., σελ. 89. [5] Λόρεντς, ὅ.π., σελ. 79. [6] Λόρεντς, ὅ.π., σελ. 88 (γιὰ τὸν ὑψηλὸ ἀριθμὸ αὐτοκτονιῶν στὴν Ἑλλάδα βλ. τὸ πρωτοσέλιοδο τῆς ἐφημ. «Κυριακάτικη Δημοκρατία», 22.09.2024: «Σοκάρουν τὰ στοιχεῖα γιὰ τὶς αὐτοκτονίες», 2001-2009: 364 νεκροί, 2010-2018: 507 νεκροί, 2019-2023: 486 νεκροὶ / Στὸ -16% οἱ αὐτοχειρίες στὴν Ε.Ε. ἀπὸ τὸ 2010 μέχρι τὸ 2019, στὸ +46% στὴν Ἑλλάδα). [7] Μτφ.: Β. Τσαλής, ἔκδ. opera, Ἀθήνα 2021, σελ. 47. [8] Μτφ.: Π. Γεωργίου, ἔκδ. Πατάκη, Ἀθήνα 2023, σελ. 48 ἑπ. [9] Βλ. τὸ βιβλίο τοῦ Marc Ferro, Κοινωνίες ἄρρωστες ἀπὸ πρόοδο, μτφ.: Ε. Ψυχούλη, ἔκδ. Λιβάνη, Ἀθήνα 1999. [10] Χαάγκ, Ἡ φιλοσοφία τοῦ Τὲντ Καζύνσκι. Γιατί ὁ Γιουναμπόμπερ εἶχε δίκιο γιὰ τὴν σύγχρονη τεχνολογία, 2024, σελ. 105. [11] Χαάγκ, αὐτόθι. [12] Βλ. καὶ Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 389. [13] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 106. [14] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 81. [15] Χαάγκ, αὐτόθι. [16] Kaczynski, Anti-Tech Revolution: Why and How. [17] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 82. [18] Kaczynski, Anti-Tech Revolution, ὅ.π., σελ. 70. [19] Χάαγκ, ὅ.π., σελ. 173/174.
Ἡ τεχνολογία ὡς «ὁδοστρωτήρας» τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας – Μέρος ΙΓ΄




