Εἰκονογραφία: «Τέχνη νηστευτική» – 2ον

Share:

Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη

2ον

«Τέχνη νηστευτική»

  Ἡ εἰκονογραφία ἔχει ἀποκληθεῖ ὡς «νηστευτικὴ τέχνη». Δηλαδὴ χρησιμοποιεῖ τόσα ὑλικά, ὅσα τῆς εἶναι ἀπαραίτητα νὰ ἐκφράσει τὸ δόγμα, τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως ἢ τὴν ἱστορία. Ἡ εἰκόνα δὲν παριστάνει τὸν φυσικὸ κόσμο, τὴν πραγματικότητα, ἀλλὰ ἐκφράζει τὸν μεταμορφωμένο κόσμο, «τὰ ὑπὲρ φύσιν» κατορθώματα. Εἶναι μία διδασκαλία ποὺ μᾶς καλεῖ στὴ ζωὴ ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ εὐαγγέλιο. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, ἡ εἰκόνα εἶναι «γλωττοφόρον εὐαγγέλιον».

   Ὁ εὐλαβὴς προσκυνητὴς ἀσ­πά­ζεται καὶ «ἀναγινώσκει» τὶς εἰκόνες στὴν ἐκκλησία. Εἶναι ἕνα ἁγιασμένο, ἀπὸ θυσίες καὶ μαρτύρια αἰώνων, βιβλίο ποὺ παραμένει ἀνοικτὸ σὲ ὅλους: μικρούς, μεγάλους, πλούσιους καὶ πτωχούς, γραμματισμένους καὶ ἀγράμματους. Ἀρκεῖ νὰ τὸ πλησιάζουν μὲ ταπείνωση καὶ καθαρὴ καρδιά. Ἡ εἰκόνα ὀνομάζεται ἀκόμη: «Θεολογία μὲ ὁρατὲς παραστάσεις», καὶ «εἰκονογραφημένο εὐαγγέλιο». Ἀποτελεῖ δὲ τὸ μοναδικὸ «βιβλίο τῶν ἀγραμμάτων».

  Εἶναι τέχνη «λειτουργική», ποὺ συμπληρώνει καὶ ἑρμηνεύει τὴ θεία λειτουργία, αὐξάνοντας τὴν ἐνέργειά της στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν.

Ἀναγωγικὸς ὁ σκοπός

  Ἡ εἰκόνα γενικά, ἀλλὰ ἰδιαίτερα στὸ χῶρο τῆς λατρείας ἔχει «ἀναγωγικὸ χαρακτῆρα». Ἡ θέαση καὶ προσκύνησή της ὠθεῖ, ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴ σάρκα καὶ τὰ γήινα. Σὲ κάνει νὰ ἀφήνεις «σὰν ἐνοχλητικὸ ροῦχο» «πᾶσαν τὴν βιοτικὴν μέριμναν…». Σοῦ δίνει δύναμη νὰ συνομιλεῖς μὲ τὸν Θεό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς ἁγίους. Ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς λέγει πώς: «Μπορεῖ ὁ χριστιανὸς βλέποντας μόνο τὴν ὀρθόδοξη εἰκόνα, νὰ βρεῖ τὴ σωτηρία του». Καὶ προσθέτει: «Ἐὰν κάποιος ἐθνικὸς (εἰδωλολάτρης) σοῦ πεῖ δεῖξε μου τὴν πίστη σου…τὸν φέρνεις στὴν ἐκκλησία…καὶ ἁπλώνεις μπροστά του τὶς μορφὲς τῶν ἁγίων εἰκόνων».

   πρόσωπο ποὺ εἰκονίζεται μπορεῖ νὰ κατανύξει, νὰ ἀναστατώσει καὶ νὰ ὁδηγήσει σὲ σωτήριες ἀποφάσεις γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ψυχή. Στὶς εἰκόνες ἔχουμε ζωντανὴ τὴν παρουσία τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ εἰκόνα γίνεται ὁ τόπος ποὺ φανερώνεται στὰ μάτια τῶν πιστῶν τὸ ἀόρατο στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἅγιοι, ὅταν ζοῦσαν, ἦταν «πεπληρωμένοι πνεύματος Ἁγίου» καὶ ὅταν (μαρτυρικὰ ἢ εἰρηνικὰ ) κοιμήθηκαν, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπάρχει στὶς ψυχές, στὰ ἱερὰ λείψανα, στοὺς τάφους, στὶς εἰκόνες τους. Αὐτὸ ἄλλωστε εἶναι καὶ τὸ νόημα τῆς τιμητικῆς προσκύνησης ὅλων αὐτῶν ἀπὸ τοὺς πιστούς.

Εἰκὼν καὶ εἴδωλον

   Ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν εἰκονομάχων ὅτι ἡ προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων εἶναι εἰδωλολατρεία φανερώνει ἄγνοια καὶ διαστροφὴ τοῦ νοήματος τῶν λέξεων, τῶν ὅρων καὶ προϋποθέσεων ἀπόδοσης τιμῆς καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὰ ἱερὰ σύμβολα τῆς Ἐκκλησίας. Διότι ἄλλο εἶναι τὸ εἴδωλο-ἄγαλμα καὶ ἐντελῶς διαφορετικὴ σὲ νόημα, περιεχόμενο καὶ σκοπὸ ἡ εἰκόνα. Εἰκόνα εἶναι τὸ πρωτότυπο τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς ἀληθινοῦ προσώπου ἢ πράγματος. Ἐνῷ τὸ εἴδωλο- ἄγαλμα ἀποτελεῖ φανταστικὴ ὁμοιότητα ψεύτικου ἀνύπαρκτου πρωτοτύπου. Τέτοια ἦταν τὰ εἴδωλα τῶν ψεύτικων, θεοτήτων τοῦ Ἑλληνικοῦ πανθέου, καὶ γενικότερα ὅλων τῶν λεγόμενων «φυσικῶν θρησκειῶν», ποὺ εἶναι δημιουργήματα τῆς ἀνθρώπινης φαντασία. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν κατασκευάζει, οὔτε  προσ­κυνεῖ εἴδωλα καὶ ἀγάλματα. Γι’ αὐτὸ «οὐδέποτε ἀπεδέξατο λαξευτὰς ἢ γλυπτὰς εἰκόνας, ἀλλὰ μόνον γραπτάς». Κι’ αὐτὸ γιατί τὰ ἀγάλματα δὲν ὑπενθυμίζουν μόνο τὶς συνήθειες καὶ τὰ ἔθιμα τῆς εἰδωλολατρίας τοῦ ἐθνικοῦ βίου, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ζωγραφικὴ εἶναι πιὸ λεπτὴ καὶ πνευματικὴ μορφὴ τέχνης. Ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης κατηγορεῖ τοὺς εἰκονοκλάστες, λέγοντας ὅτι: μὲ τὴν κατάργηση τῶν εἰκόνων ὁδηγοῦνται στὴ διαρχία Θεοῦ καὶ ὕλης καὶ στὸν Μανιχαϊσμὸ ποὺ περιφρονεῖ τὴν ὕλη.

Τιμητικὴ προσκύνησις

   Στὴ μακρὰ περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ποὺ ἀναστάτωσε τὴν Ἐκκλησία, οἱ εἰκονομάχοι κατηγοροῦσαν τοῦ εἰκονόφιλους ὡς «εἰδωλολάτρες». Ἰσχυρίζονταν ὅτι οἱ χριστιανοὶ προσκυνοῦν καὶ «λατρεύουν» τὰ ὑλικὰ (ξύλα, χρώματα κ.λ.π.) ἀπ’ τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται οἱ εἰκόνες. Πράγματι, τὴν κατηγορία αὐτή, λίγο πρὶν ἀπ’ τὸ Χρυσόστομο ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης εἶχε ἐπιρρίψει κατὰ τῶν χριστιανῶν, λέγοντας ὅτι: «Τὸ τοῦ σταυροῦ προσκυνεῖτε ξύλον, εἰκόνας αὐτοῦ σκιαγραφοῦντες ἐν τῷ μετώπῳ καὶ πρὸ τῶν οἰκημάτων ἐγγράφοντες». Στὶς πολλὲς αὐτοῦ τοῦ εἴδους κατηγορίες δόθηκαν ἀντίστοιχα οἱ κατάλληλες ἀπαντήσεις. Ἀπ’ τοὺς πρώτους ποὺ στρατεύτηκαν στὸν ἀγῶνα διατυπώσεως τῆς ἀλήθειας ὁ Μέγας Βασίλειος τονίζει πὼς «ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει».

 Ἡ προσκύνηση τῶν ἁγίων εἰκόνων διδάσκεται ἀπ’ τὴν μακραίωνη Ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία προτρέπει νὰ μὴ γίνονται «καινοτομίες», μετακινοῦντες «ὅρια αἰώνια ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες…». Κορυφαῖος στὸν ἀγῶνα καὶ κύριος θεμελιωτὴς τῆς διδασκαλίας περὶ τῶν εἰκόνων ἀναδείχθηκε ὁ ἱερὸς Δαμασκηνός. Αὐτὸς ἀπέδειξε ὅτι ἡ χρήση τῶν εἰκόνων εἶναι ἐπιτρεπτή, ἀντιμετωπίζοντας τὸ πρόβλημα τῆς λατρείας ποὺ δημιουργήθηκε. Ἀντιμετώπισε τὴν ἔνσταση ὅτι οἱ εἰκόνες εἶναι ὕλη καὶ ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων, ἐνῷ ἡ λατρεία ἐξ ἄλλου ἀνήκει στὸ Θεό. Ἐγὼ λέγει ὁ Δαμασκηνὸς «οὐ προσκυνῶ τὴν ὕλην, προσκυνῶ δὲ τὸν τῆς ὕλης δημιουργόν, τὸν ὕλην δι’ ἐμὲ γενόμενον καὶ ἐν ὕλῃ κατοικῆσαι καταδεξάμενον καὶ δι’ ὕλης τὴν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον». Συνεχίζοντας προσθέτει πὼς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του προσέλαβε ὑλικὸ σῶμα, τὸ ὁποῖο ἔγινε «καθ’ ὑπόστασιν» καὶ σῶμα Θεοῦ. Ἔμεινε ὅμως αὐτὸ ποὺ ἦταν, δηλαδὴ «σὰρξ ἐμψυχωμένη ψυχή τε λογικὴ καὶ νοερά, οὐκ ἄκτιστος». Ἐγώ, λέγει ὁ ἱερὸς Δαμασκηνός, «ταύτην τὴν ὕλην σέβω καὶ δι’ αἰδοῦς ἄγω, δι’ ἧς ἡ σωτηρία μου γέγονεν, ὡς θείας ἐνεργείας καὶ χάριτος ἔμπλεων».

  Γι’ αὐτὸ προτρέπει: «Μὴ κάκιζε τὴν ὕλην, οὐ γὰρ ἄτιμος. Οὐδὲν γὰρ ἄτιμον, ὃ παρὰ Θεοῦ γεγένηται». Συνεπῶς ἄλλη εἶναι «ἡ τῆς λατρείας προσ­κύνησις», ποὺ ἁρμόζει μόνο στὸ Θεὸ καὶ ἄλλη «ἡ ἐκ τιμῆς προσγινομένη». Καὶ ἐπιλέγει: «Προσκυνοῦμεν δὲ ταῖς εἰκόσιν οὐ τῇ ὕλῃ προσφέροντες τὴν προσκύνησιν, ἀλλὰ δι’ αὐτῶν τοῖς ἐν αὐταῖς εἰκονιζομένοις». Διευκρινίζοντας σαφέστερα τὸ θέμα ὁ Δοσίθεος λέγει: «Ὁ γὰρ τὴν εἰκόνα τιμῶν διὰ τῆς εἰκόνος τὸ πρωτότυπον προσκυνεῖ καὶ ἡ δόξα οὐ μερίζεται, οὐδ’ εἰκόνος καὶ τοῦ εἰκονιζομένου». Ὁ θεῖος Ἀμβρόσιος στὸν ἐπιτάφιο λόγο του περὶ τοῦ Θεοδοσίου, γράφει στὴν μακαρία Ἑλένη ὅτι: «Οὐ τῷ ξύλῳ προσεκύνησα τοῦ Σταυροῦ. Τοῦτο γὰρ ἐθνῶν ἴδιον καὶ τῶν ἀσεβῶν ματαιότης. Ἀλλὰ τῷ κρεμασθέντι ἐπὶ τοῦ ξύλου, καὶ σημαινομένου διὰ τοῦ τίτλου…» (Ἐννοεῖ τὴν ἐπιγραφὴ τῆς εἰκόνας).

   Στὴν ἄλλη κατηγορία τῶν εἰκονομάχων ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ζωγραφικὴ ἀπεικόνιση τοῦ ἀόρατου ἀπερίγραπτου ἄϋλου Θεοῦ ὁ Δαμασκηνὸς λέγει πὼς «εἰ ψυχὴν εἰκονίσαι ἀμήχανον πόσῳ μᾶλλον Θεόν, τὸν καὶ τῇ ψυχῇ δόντα τὸ ἄϋλον». Συγχρόνως διακηρύττει: «Εἰκονίζω Θεὸν τὸν ἀόρατον οὐχ ὡς ἀόρατον, ἀλλ’ ὡς ὁρατὸν δι’ ἡμᾶς γενόμενον, μεθέξει σαρκὸς καὶ αἵματος. Οὐ τὴν ἀόρατον εἰκονίζω θεότητα, ἀλλὰ εἰκονίζω Θεοῦ τὴν ὁραθεῖσαν σάρκα. Δηλαδή: «Ζωγραφῶ Θεοῦ τὸ ὁρώμενον» αὐτὸν ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, «Λατρεύω τὴν εἰκόνα ὄχι ὡς Θεό, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶναι γεμάτη ἀπ’ τὴν παντοδύναμη χάρη του. Οἱ εἰκόνες εἶναι μέσο διὰ τῶν ὁποίων διοχετεύεται ἡ θεία χάρη, μέσα ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου στοὺς πιστούς».

Previous Article

Ολέθρια τα αποτελέσματα ενασχόλησης με τον αποκρυφισμό

Next Article

7 ἐπιπλέον θεολογικὰ σφάλματα τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ