Τοῦ κ. Παναγιώτου Ἀποστολοπούλου
Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ παρέδωσε στὴν περὶ προσώπου θεολογία του τὸν ὁρισμὸ τοῦ προσώπου ὡς ἑξῆς: Ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται πρόσωπο, βρίσκει τὸ πρόσωπο, μὲ τὴν ταπείνωση, μὲ τὴν κένωση. Δίδαξε ὁ Γέροντας, ὅτι κάθε ἄλλη θεώρηση τοῦ προσώπου εἶναι ἀτομιστικὴ καὶ γνωστική, γιατί οἱ διανοητὲς αὐτῶν τῶν θεωρήσεων καὶ αὐτῶν τῶν ὁρισμῶν τοῦ προσώπου, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ κατέχονται ἀπὸ ὑπερηφάνεια. Κάθε ἄλλος ὁρισμὸς τοῦ προσώπου, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὁδηγήσει σὲ εἰρήνη, κάθε ἄλλος ὁρισμὸς ὁδηγεῖ σὲ ζόφο καὶ σκοτάδι. Γνωρίζουμε ὅτι κάθε ζόφος καὶ κάθε σκοτάδι, καὶ κάθε πειρασμός, νικᾶται μὲ τὴν ταπείνωση, ὅπως μᾶς ἔχει παραδώσει ἡ Ἱερὰ Παράδοση. Αὐτὴ ἄλλωστε εἶναι καὶ ἡ οὐσία τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου Σωφρονίου γιὰ τὸν Γέροντά του, τὸν Ἅγιο Σιλουανό, “ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης”.
Γνωρίζουμε, ὅτι ὅσο ὁ νοῦς δουλεύει στὴν ὑπερηφάνεια, ὁ ἄνθρωπος δέχεται πόλεμο καὶ πληγές, ἐνῶ ὅταν ὁ νοῦς “καταποθεῖ” στὴν ἄβυσσο τῆς ταπείνωσης, ὁ νοῦς εἰρηνεύει καὶ ἡ καρδιὰ ἐλευθερώνεται. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόσωπο.
Ὅσοι ἔδωσαν ἄλλον ὁρισμὸ στὸ πρόσωπο δέχονταν πόλεμο, γιατί κάθε ἄλλος ὁρισμὸς τοῦ προσώπου ἔγινε μὲ τὴν ἱκανότητα τοῦ νοῦ, δηλαδὴ τὴν ὑπερηφάνεια· εἶναι ἀδύνατον ὁ νοῦς νὰ εἰρηνεύσει, ὅταν δουλεύει στὴν ὑπερηφάνεια. Καὶ ὅταν ὁ νοῦς δουλεύει στὴν ὑπερηφάνεια, ἀνεβαίνουν ἀλλαχοῦ ἀπὸ τὴν καρδιά, μὴ ἐνάρετοι λογισμοὶ στὸν Θεό, κάθε εἴδους. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρεῖ τὸ Πρόσωπο, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ περικλείσει μέσα στὴν καρδιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, νομοτελειακά. Ἐκεῖ εἶναι πού γεννιέται καὶ ἡ ὑποστατικὴ προσευχή. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ταπεινώνεται καὶ βρεῖ τὸ Πρόσωπο, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν ἔχει ὑποστατικὴ προσευχή. Κάθε ἄλλος ὁρισμὸς τοῦ προσώπου ἐκτός τῆς εὕρεσής του μὲ τὴν ταπείνωση, εἶναι ἀδύνατον νὰ περικλείσει μέσα στὴν καρδιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχει ὑποστατικὴ προσευχή, νομοτελειακά.
![]()
Πρόσωπον, φύσις καὶ κένωσις. Μία πατερικὴ διευκρίνισις
Τοῦ κ. Γεωργίου Ἰωάννου Καραλῆ, Πυρηνικοῦ Ἰατροῦ
Τὰ τελευταῖα χρόνια ὁ ὅρος «πρόσωπο» χρησιμοποιεῖται συχνὰ στὴ θεολογικὴ συζήτηση μὲ τρόπο ποὺ δημιουργεῖ περισσότερη σύγχυση παρὰ σαφήνεια. Λέγεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀρχικὰ εἶναι «ἄτομο» καὶ ὅτι καλεῖται νὰ γίνει «πρόσωπο» μέσῳ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς κενώσεως. Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀκούγεται πνευματικὴ καὶ ἑλκυστική. Τὸ ἐρώτημα ὅμως εἶναι ἁπλό: εἶναι πράγματι πατερική;
Στὴν πραγματικότητα ἐδῶ ἐμφανίζεται μία μετατόπιση ἐννοιῶν ποὺ ὁδηγεῖ σὲ σύγχυση μεταξὺ φύσεως καὶ ὑποστάσεως.
Ἡ λογικὴ τῶν Πατέρων, πάνω στὴν ὁποία πολέμησαν τὶς αἱρέσεις, εἶναι σαφής: δὲν πρέπει νὰ μεταφέρονται ἰδιότητες τῆς φύσεως στὸ πρόσωπο οὔτε τὰ προσωπικὰ ἰδιώματα τῶν ὑποστάσεων στὴ φύση. Οἱ Πατέρες διατήρησαν αὐτὲς τὶς διακρίσεις ἀκριβῶς, γιὰ νὰ προστατεύσουν τὸ μυστήριο.
Ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ μεταφορὰ συμβαίνει, ὅταν ἡ ταπείνωση παρουσιάζεται ὡς ὁρισμὸς τοῦ προσώπου, ὅπως στὴ φράση:
«Ὅσο ὁ νοῦς ἐργάζεται μέσα στὴν ὑπερηφάνεια ὁ ἄνθρωπος δέχεται πόλεμο καὶ πληγές, ἐνῶ ὅταν ὁ νοῦς καταποντίζεται στὴν ἄβυσσο τῆς ταπεινώσεως ὁ νοῦς εἰρηνεύει καὶ ἡ καρδιὰ ἐλευθερώνεται. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόσωπο».
Ὁ Θεὸς δὲν ἐδημιούργησεν «ἄτομα»
Ἡ πατερικὴ ἀνθρωπολογία εἶναι ἀπολύτως σαφής: ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖται ἐξαρχῆς ὡς ὑπόσταση.
Δὲν ὑπάρχει κάποια προϋπάρχουσα «ἀτομικὴ» κατάσταση ποὺ πρέπει νὰ ξεπεραστεῖ, γιὰ νὰ ἀποκτηθεῖ τὸ πρόσωπο.
Ἂν δεχθοῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται πρόσωπο μόνο μέσῳ τῆς ταπεινώσεως, τότε προκύπτει ἕνα σοβαρὸ θεολογικὸ πρόβλημα: σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν δημιούργησε πρόσωπα ἀλλὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ μετατραποῦν σὲ πρόσωπα μέσῳ μίας πνευματικῆς διαδικασίας.
Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ δημιουργία ἐμφανίζεται ἐλλιπὴς καὶ ἡ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου μετατίθεται στὴν ἀνθρώπινη προσπάθεια.
Ἡ πατερικὴ θεολογία δὲν γνωρίζει κάτι τέτοιο.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑπόσταση ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς δημιουργίας. Ἡ πτώση δὲν καταργεῖ τὴν ὑποστατικότητα. Διαστρέφει ὅμως τὴν κίνηση τῆς φύσεως, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ κινεῖται φυσικὰ πρὸς τὸν Θεὸ ἐκτρέπεται «παρὰ φύσιν» πρὸς τὸν αἰσθητὸ κόσμο καὶ φέρει πάθη.
Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι δημιουργία προσώπου. Εἶναι θεραπεία τῆς κινήσεως τῆς φύσεως, ὥστε ἀπὸ τὸ παρὰ φύσιν νὰ ἐπιστρέψει στὸ κατὰ φύσιν.
Ἡ ἀντίθεσις «ἄτομο – πρόσωπο» δὲν εἶναι πατερικὴ
Στὴν πατερικὴ γλώσσα τὸ «ἄτομον» δὲν ἀποτελεῖ ἀντίθετο τοῦ προσώπου. Πρόσωπο καὶ ὑπόσταση ταυτίζονται θεολογικά.
Ἡ σύγχρονη ἀντίθεση «ἄτομο κλειστὸ – πρόσωπο ἀνοικτὸ» εἶναι νεωτερικὸ φιλοσοφικὸ σχῆμα. Στὴν πατερικὴ σκέψη δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πρόσωπο χωρὶς φύση οὔτε φύση χωρὶς πρόσωπο.
Ἀλλὰ καὶ ἡ ἴδια ἡ ἰδέα ὅτι ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος εἶναι «κλειστὸς» καὶ ἀνίκανος πρὸς κοινωνία δὲν ἀντέχει σὲ σοβαρὴ ἐξέταση.
Ἂν ἕνας ἄνθρωπος ἦταν πράγματι ἀνίκανος νὰ σχετιστεῖ, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἐπικοινωνήσει οὔτε μὲ τὸ κακό. Ἂν ὁ Χίτλερ δὲν μποροῦσε νὰ κοινωνήσει μὲ τὴν κακία καὶ μὲ ἄλλους κακοὺς ἀνθρώπους, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὀργανώσει τὴν καταστροφὴ ποὺ προκάλεσε.
Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ κοινωνήσει εἴτε ζεῖ παρὰ φύσιν εἴτε κατὰ φύσιν.
Ἡ κοινωνία δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν ἀρετή. Ἀκόμη καὶ οἱ δαίμονες ἔχουν μεταξύ τους κοινωνία καὶ Πρῶτον· τὸ πρόβλημά τους δὲν εἶναι ἡ κοινωνία μεταξύ τους, ἀλλὰ ἡ σχέση τους μὲ τὸν Θεό.
Ἡ ἁμαρτία δὲν ἀκυρώνει τὴν ὑποστατικότητα τοῦ ἀνθρώπου. Διαστρέφει τὴν κίνηση τῆς φύσεως. Καὶ ἀκριβῶς τὸ πρόσωπο, μέσῳ τῆς γνώμης, μπορεῖ νὰ κατευθύνει τὴ φύση εἴτε πρὸς τὸν Θεὸ εἴτε πρὸς τὸν αἰσθητὸ κόσμο.
Ὅταν αἱ καταστάσεις τῆς φύσεως γίνονται ὁρισμὸς τοῦ προσώπου
Ἡ ταπείνωση, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ εἰρήνη τοῦ νοῦ ἢ ἡ ταραχὴ τῆς καρδιᾶς ἀνήκουν στὸ πεδίο τῆς κινήσεως τῆς φύσεως.
Ἡ φύση εἴτε κινεῖται φυσικὰ πρὸς τὸν Θεὸ εἴτε ἐκτρέπεται «παρὰ φύσιν» μέσῳ τῆς γνώμης τοῦ προσώπου.
Οἱ καταστάσεις αὐτὲς δὲν συγκροτοῦν τὴν ὑπόσταση.
Ὅταν ὅμως παρουσιάζονται ὡς ὁρισμὸς τοῦ προσώπου, τότε ἰδιότητες τῆς φύσεως μεταφέρονται στὸ ἐπίπεδο τῆς ὑποστάσεως.
Ἡ ταπείνωση δὲν δημιουργεῖ τὸ πρόσωπο. Δείχνει πῶς τὸ ἤδη ὑπάρχον πρόσωπο καλεῖται νὰ κατευθύνει τὴ φύση του.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται πρόσωπο, ἐπειδὴ ταπεινώνεται. Παραμένει πρόσωπο ἀκόμη καὶ ὅταν ἁμαρτάνει.
Ἡ κένωσις δὲν εἶναι κένωσις τοῦ προσώπου
Στὴν ἴδια προβληματικὴ ἐντάσσεται καὶ ἡ χρήση τοῦ ὅρου «κένωση».
Ἂν ἡ κένωση ἀποδοθεῖ στὸ πρόσωπο ὡς πρόσωπο, τότε προκύπτει ἕνα σοβαρὸ θεολογικὸ ἐρώτημα: τί ἀπομένει ἀπὸ τὸ πρόσωπο, ὅταν κενωθεῖ;
Στὴν τριαδικὴ θεολογία κάθε πρόσωπο ὑπάρχει μέσῳ τῶν ὑποστατικῶν του ἰδιωμάτων. Ὁ Πατὴρ εἶναι Πατὴρ, ἐπειδὴ γεννᾶ τὸν Υἱό. Ὁ Υἱὸς εἶναι Υἱὸς, ἐπειδὴ γεννᾶται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Πνεῦμα, ἐπειδὴ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα.
Ἂν λοιπὸν τὸ πρόσωπο «κενωθεῖ», τί συμβαίνει μὲ αὐτὰ τὰ ἰδιώματα; Ὁ Πατὴρ παύει νὰ εἶναι Πατήρ; Ὁ Υἱὸς παύει νὰ εἶναι Υἱός;
Ἡ πατερικὴ θεολογία δὲν γνωρίζει τέτοια ἀλλοίωση τῆς ὑποστάσεως.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ μιλᾶ γιὰ τὴν κένωση τοῦ Χριστοῦ:
«ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών… γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ».
Ἡ κένωση δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Υἱὸς παύει νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Σημαίνει ὅτι ὁ Υἱὸς λαμβάνει μορφὴ δούλου καὶ δέχεται ἐλεύθερα τὴν ἀνθρώπινη κατάσταση μέχρι τὸν σταυρικὸ θάνατο.
Ἡ κένωση εἶναι γεγονὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως, ὄχι ἀλλοίωση τοῦ προσώπου.
Ἡ πατερικὴ ἀνθρωπολογία τῶν Καππαδοκῶν
Οἱ Καππαδόκες Πατέρες δίδαξαν ὅτι ἡ φύση ὑπάρχει πάντοτε σὲ ὑποστάσεις καὶ ποτὲ ἀφηρημένα.
Δὲν ὑπάρχει φύση χωρὶς ὑπόσταση οὔτε ὑπόσταση χωρὶς φύση.
Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται πρόσωπο μέσῳ μίας πνευματικῆς διαδικασίας. Ὑπάρχει ἐξαρχῆς ὡς ὑπόσταση.
Αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ εἶναι ἡ κατεύθυνση τῆς κινήσεως τῆς φύσεως — ἂν θὰ κινηθεῖ κατὰ φύσιν πρὸς τὸν Θεὸ ἢ παρὰ φύσιν πρὸς τὸν αἰσθητὸ κόσμο.
Συμπέρασμα
Ἡ σύγχυση γεννιέται, ὅταν τὸ κατὰ φύσιν καὶ τὸ παρὰ φύσιν — ποὺ ἀφοροῦν τὴν κίνηση τῆς φύσεως — μεταφέρονται στὸ ἐπίπεδο τῆς ὑποστάσεως. Ἔτσι δημιουργεῖται ἡ ψευδὴς ἀντίθεση «ἄτομο – πρόσωπο».
Ἡ ἁμαρτία δὲν ἀκυρώνει τὴν ὑποστατικότητα.
Ἡ ταπείνωση δὲν δημιουργεῖ τὸ πρόσωπο.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πρόσωπο ἀπὸ τὴ δημιουργία του.
Ἡ σωτηρία δὲν κατασκευάζει τὴν ὑπόσταση· θεραπεύει τὴν ἐκτροπὴ τῆς κινήσεως τῆς φύσεως, ὥστε νὰ ἐπιστρέψει ἐκεῖ ὅπου ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἦταν προορισμένη: πρὸς τὸν Θεό.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐπιχείρησαν νὰ ἐξηγήσουν τὸ μυστήριο σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ φιλοσοφικὸ πρόβλημα. Στάθηκαν μπροστά του μὲ δέος καὶ φρόντισαν νὰ τὸ φυλάξουν ἀπὸ τὴ σύγχυση.
Ἡ θεολογία τους δὲν εἶναι κατασκευὴ ἐννοιῶν ἀλλὰ φύλαξη ὁρίων.
Νὰ διακρίνουμε χωρὶς νὰ χωρίζουμε.
Νὰ ἑνώνουμε χωρὶς νὰ συγχέουμε.
Ἐκεῖ βρίσκεται ἡ λεπτὴ ἰσορροπία τῆς πατερικῆς σοφίας.
Καὶ ἐκεῖ, μέσα σὲ αὐτὴ τὴ διάκριση ποὺ δὲν χωρίζει καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ἕνωση ποὺ δὲν συγχέει, φωτίζεται καὶ τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου.
Γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν καλεῖται νὰ γίνει κάτι ἄλλο ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἤδη εἶναι·
καλεῖται νὰ ἐπιστρέψει σὲ Ἐκεῖνον πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κινεῖται ἡ φύση του.
Καὶ τότε ἡ φύση βρίσκει τὴν ἀνάπαυσή της στὸν Θεὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος τὸ ἀληθινό του φῶς.




