Πρὸς δόξαν Θεοῦ, οἱ ἐκδόσεις τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» προσεχῶς θὰ ἐκδώσουν τὸν βίο τοῦ προσφάτως ἁγιοκαταχθέντος Ἁγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη.
Δοξάζουμε τὸν φιλάνθρωπο κοινὸ Λυτρωτὴ καὶ Σωτῆρα μας, ποὺ καὶ στοὺς σημερινοὺς δυσκόλους καιροὺς μᾶς στέλνει δικούς του ἀνθρώπους, γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγοῦν στὴν ὁδὸ τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ ζωῆς.
Ἕνας σύγχρονος φωτεινὸς ἀστέρας, ὁ Ἅγιος Δημήτριος Γκαγκαστάθης, ἀνέτειλε στὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας μας· ἕνας ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς, τῆς θυσίας, τῆς ὁμολογίας, ἕνα παράδειγμα τῆς ἀρετῆς. Ἦταν ἄνθρωπος χειραγωγούμενος ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, φίλος τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων καὶ ἰδιαιτέρως τῶν Ἀρχαγγέλων. Ἦταν ἕνας ἁπλὸς τσοπανάκος ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία, ποὺ δὲν ἔλαβε γυμνασιακὴ ἤ πανεπιστημιακὴ μόρφωση, ἔλαβε ὅμως τὴν ἄνωθεν σοφία τοῦ Θεοῦ.
Ἔτσι ἔγινε ἕνα ἀπὸ τὰ σύγχρονα, φωτεινά, ἱερατικὰ πρόσωπα, παράδειγμα πρὸς μίμηση γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἔλεγε συχνά: «καλὰ εἶναι τὰ γράμματα, καλύτερα ὅμως τοῦ Θεοῦ τὰ πράγματα». Ἐπίσης, «ἐὰν ἐγὼ ὁ ἱερέας θὰ κηρύξω καὶ δὲν πράξω, ἄκυρο τὸ κήρυγμα». Πολλὲς φορὲς ἔλεγε γιὰ τὸν ἑαυτό του «εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ τελευταῖος κληρικὸς τῆς ἐποχῆς, μᾶλλον τὸ σκύβαλον τῆς γῆς, ὁ ἔσχατος πάντων, ὁ μικρὸς ἁμαρτωλὸς παπαδάκος».
Γνώρισε στὴν ζωή του σύγχρονες ἅγιες μορφές: τὸν Ἅγιο Ἀμφιλόχιο Πάτμου, τὸν Ἅγιο Ἐφραίμ Κατουνακιώτη, τὸν Ὅσιο Γέροντα π. Φιλόθεο Ζερβάκο, τὸν π. Αἰμιλιανὸ Βαφειάδη, ἡγούμενο Ἱ. Μ. Σίμωνος Πέτρας, τὸν Ἅγιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς καὶ ἄλλους σύχρονους πατέρες. Ἡ ἁγιοκατάταξή Του ἔγινε τὴν 9η Ἰουλίου 2025.
Παραθέτουμε ἕνα σύντομο βιογραφικό του σημείωμα:
Ὁ Ἅγιος Δημήτριος γεννήθηκε στὴν Βάνια (Πλάτανος) Τρικάλων τὴν 1η Αὐγούστου τοῦ 1902. Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς, ἀλλὰ πτωχοὶ καὶ ἀγράμματοι, ὁ Χρῆστος καὶ ἡ Αἰκατερίνη Γκαγκαστάθη.
Τὴν 10η Ἀπριλίου 1921 στρατεύθηκε στὴν Μικρὰ Ἀσία, ὑπηρέτησε ὅμως καὶ σὲ διάφορα μέρη τῆς Μακεδονικῆς γῆς. Στὶς 18 Ἰουνίου 1924 ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1928 νυμφεύθηκε τὴν Ἐλισάβετ Κουτσιμπίρη ἀπὸ τὴν Βάνια. Τὸ ἴδιο ἔτος χειροθετήθηκε ἀναγνώστης ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Τρίκκης Πολύκαρπο. Τὴν 24η Μαΐου 1931 ἔγινε Διάκονος καὶ τὴν 26η τοῦ ἰδίου μηνὸς ἱερεύς ἀπὸ τὸν ἴδιο Ἐπίσκοπο. Ἀπέκτησε ἐννέα θυγατέρες. Διετέλεσε ἐφημέριος τοῦ χωριοῦ του ἐπὶ 42 συναπτὰ ἔτη, ἕως τὴν 1η Ὀκτωβρίου 1973, παραιτηθεὶς γιὰ λόγους ὑγείας.
Ἔκτοτε ἔζησε στὸ σπίτι του ὡς ὅσιος, προσευχόμενος ἀδιαλείπτως ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ δοξάζων καὶ εὐχαριστῶν τὸν Θεὸ διὰ τὴν σκληρὴ δοκιμασία τῆς ἀσθενείας του. Τὴν ἁγία του ψυχὴ παρέδωσε εἰς χεῖρας τοῦ ζῶντος Θεοῦ, τὴν 29η Ἰανουαρίου 1975, ἐν εἰρήνῃ…
Ὁ Ἅγιος Δημήτριος εἶχε γράψει τὴν αὐτοβιογραφία του ποὺ περιέχεται στὸν ὑπὸ ἔκδοση βίο του. Ἐνδεικτικὰ παραθέτουμε ἕνα ἀπόσπασμα:
«Ἡ γιαγιά μου ἐδιακόνησε ἐπὶ ἔτη πολλὰ τὸν Ναὸν τῆς Θεοτόκου δωρεὰν καὶ ἐν Κυρίῳ καὶ ἡ μητέρα μου ὅσον ἠδύνατο περιποιεῖτο τὸν Ναὸν τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν. Εἶχαν μεγάλην εὐλάβειαν καὶ σεβασμόν.
Ἄρχισα καὶ ἐγὼ πάντα νὰ πηγαίνω συχνὰ εἰς τὸν ἐνοριακὸν Ναὸν Ἅγιον Νικόλαον καὶ ἐξυπηρετοῦσα τὸν ἱερέα εἰς τὰς Λειτουργίας καὶ νὰ πηγαίνω συχνὰ καὶ εἰς τοὺς Ταξιάρχας νὰ κάνω ὅ,τι ἠμποροῦσα. Ἀφοῦ ἐτελείωσα τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον, ἀγόρασα πρόβατα κι ἔγινα τσοπάνος καὶ εἰς τὴν καλύβα, ὅπου ἔμενα, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ τὰ βοσκοῦσα ἐδιάβαζα διάφορα βιβλία, τοὺς βίους τῶν Ἁγίων, ἀγαποῦσα πολὺ τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ πηγαίνω τακτικὰ καὶ ὅπου εὑρισκόμουν προσπαθοῦσα νὰ βρῶ εὐκαιρία καὶ ἡσυχία νὰ προσευχηθῶ. Ἕνα βράδυ, καὶ πολλὲς φορὲς μοῦ συνέβη, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν βραδιὰ οἱ πονηροί σχημάτισαν σχέδιον, νὰ μὲ βγάλουν ἀπὸ τὴν καλύβα μου, διότι μελετοῦσα, προσευχόμην καὶ εἶχον ἀρκετὰς εἰκόνας ἁγίων καὶ ἤθελαν νὰ μὲ ἐξοντώσουν. Ἐσχηματίσθησαν ὡς ἀέρας δυνατὸς καὶ φωνὲς δυνατὲς νὰ καταστρέψουν τὴν καλύβαν, ἀλλὰ ἡ Χάρις τῶν Ἀρχαγγέλων δὲν τοὺς ἐπέτρεψε, μὲ ἐπρόσεχαν καὶ μὲ ἐφύλαγαν, διότι ἡ μητέρα μου εὑρίσκετο καθημερινῶς εἰς τοὺς Ταξιάρχας, τὸ σπίτι μου ἦτο πλησίον τοῦ Ναοῦ».




