Ὑπακοὴν εἰς τὸν Ἀναστάντα ἤ εἰς τοὺς νεκρούς;

Share:

Τοῦ Πρεσβυτέρου π. Γερασίμου Βουρνᾶ

«Τί εἶναι ἡ ἁγία ὑπακοή;»

  Δυστυχῶς, τήν ἔννοια καί τήν σημασία τῆς ὑπακοῆς δυσκολευόμαστε πολύ νά τήν καταλάβουμε. Δυσκολεύονται ἀκόμη καί ἄνθρωποι πού ἔχουν χρόνια στήν Ἐκκλησία καί στήν μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.

  Ἡ λέξη ὑπακοή χρησιμοποιεῖται τόσο ἀδιάκριτα ἀπό τούς θρησκευόμενους σήμερα πού ἔχει εὐτελιστεῖ. Αὐτοῦ τοῦ τύπου οἱ θρησκευόμενοι διακηρύσσουν παντοῦ ὅτι θά πρέπει νά κάνουμε ὑπακοή σέ ὁποιονδήποτε πολιτειακό ἤ ἐκκλησιαστικό παράγοντα μέ κάποια διοικητική θέση, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί μᾶς προτρέπει νά κάνουμε. Ὅταν δέ διερωτώμεθα «γιατί πρέπει νά κάνω ὑπακοή;», δέν λαμβάνουμε κάποια ἱκανοποιητική ἀπάντηση. Τό μόνο πού ἀξίζει νά σχολιάσουμε εἶναι αὐτό πού κάποιες φορές ἀναφέρουν, ὅτι δηλαδή καί οἱ Πατέρες μας σέβονταν τίς ἐκκλησιαστικές καί πολιτειακές ἀρχές. Μάλιστα, χρησιμοποιοῦν τό παράδειγμα τοῦ Πατρός καί Διδασκάλου μας π. Βασιλείου Βολουδάκη, πού τόν ζήσαμε ἀπό κοντά, εἴδαμε τό τί ἔπραττε, καθώς καί ἀκούσαμε τό τί δίδασκε ἐπ’ αὐτοῦ.

  Ὁ π. Βασίλειος σεβόταν τούς πάντες, ἀπό τό μικρό παιδάκι μέχρι τόν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη. Δέν ἔκανε ὅμως ποτέ ὑπακοή (μέ τήν ἔννοια πού δίδεται συνήθως στήν λέξη) σέ ὁ,τιδήποτε ἀντίθετο στόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πολλές φορές εἴδαμε τόν π. Βασίλειο νά ρωτᾶ καί νά ἀκούει τή γνώμη ἀκόμα καί μικρῶν παιδιῶν, γιατί πίστευε ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά μιλήσει μέσα ἀπό τούς πάντες, ἀρκεῖ νά ἔχουμε νοῦ νά ἀκούσουμε καί νά διακρίνουμε τί εἶναι τοῦ Θεοῦ καί τί ὄχι.

  Ὅσοι διακηρύσσουν τήν ὑπακοή μόνο καί μόνο ἐπειδή κάποιος ἔχει τήν ὁποιαδήποτε διοικητική θέση, θά πρέπει νά  ἀναλογιστοῦν  μήπως  στήν  πρα­γματικότητα ἐπιζητοῦν νά ἀποποιηθοῦν τίς εὐθύνες τῶν πράξεών τους. Ἄν ἔπρεπε νά κάνουμε ὑπακοή σέ ὁποιονδήποτε κατέχει διοικητική θέση, τότε ὁ Χίτλερ θά ἔφερε τήν ἀποκλειστική εὐθύνη γιά τά ἐγκλήματα τῆς Γερμανίας καί ὄχι ὁ λαός πού συνέπραξε, κάνοντας ἁπλῶς… ὑπακοή!

  Αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἄποψη περί ὑπακοῆς εἶχαν καί οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων τήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ. «Πολλοί ἐκ τοῦ ὄχλου ἐπίστευσαν» στόν Χριστό. Ὡστόσο, οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ, ἐπειδή ἦσαν διεφθαρμένοι κατά τόν ἅγιο Χρυσόστομο,[1] ἤλεγχαν τόν ἁπλό λαό γιά τήν ὑπακοή του σέ  Ἐκεῖνον, λέγοντας: «Μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς Αὐτόν;» (Ἰω. 7, 48). Μάλιστα, καταράσσονταν ὅσους ὑπήκουον στόν Χριστό (PG 59, 365). Ἀλλά καί οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς καί φαρισαῖοι, τήν κρίσιμη στιγμή δήλωσαν ὅτι προτιμοῦν τήν ὑπακοή στή θεσμική ἐξουσία ἀντί γιά τόν Θεό:

«Οὐκ ἔχομεν βασιλέα, εἰ μή Καίσαρα»!

  Ἐκεῖ ὁδηγεῖ ἡ κακῶς νοούμενη ὑπακοή. Ὁ π. Βασίλειος, γιά νά ἐπιστρέψουμε στό παράδειγμα πού ἐπικαλοῦνται κάποιοι, σεβόταν τούς πάντες, ὅμως δέν ἔκανε ὑπακοή στό κράτος, ὅταν μέ νομοθετήματα ἀποφαινόταν ὅτι οἱ Ἱεροί Ναοί εἶναι ἑστίες μολύνσεως, ἤ ὅτι ἀπό τήν προσκύνηση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων ἤ τήν Θεία Μετάληψη μεταδίδονται νοσήματα! Ἤ, στό ζήτημα τῶν ἐμβολίων, ἕνα καθαρά ἰατρικό θέμα, δέν μίλησε ποτέ γιά ὑπακοή στούς γιατρούς τῆς κυβέρνησης, ἀλλά εἶπε πώς θά πρέπει νά μᾶς πείσουν μέ ἐπιχειρήματα γιά τήν ὠφέλεια τοῦ ἐμβολίου καί ὄχι μέ ἐντολές καί ἀπειλές, ἐπικαλούμενοι τήν ἐξουσία τους.

  Μέ παρόμοιο τρόπο προέτρεπε τά πνευματικά παιδιά νά φέρονται πρός τόν ποιμένα τους. Διευκρίνιζε ὅτι ὑπακοή σημαίνει: θέτω τόν ἑαυτό μου ὑπό ἀκοήν, δηλαδή ἀκούω τί μοῦ λέει ὁ ἄλλος καί τοῦ θέτω τίς κατάλληλες ἐρωτήσεις, ὥστε νά πεισθῶ. Γι’ αὐτό καί κάκιζε τήν συμπεριφορά ὁρισμένων πνευματικῶν πού ἔλεγαν στά παιδιά τους «εἶμαι πνευματικός σου καί θά κάνεις αὐτό πού σοῦ λέω». Μᾶς προέτρεπε νά διαλέγουμε τόν πνευματικό μας ὁδηγό μέ γνώμονα τό κατά πόσον ἐκφράζει αὐθεντικότερα τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί αὐτό ἀπαιτεῖ δουλειά ἐκ μέρους τοῦ πνευματικοῦ τέκνου.

  Ὅσοι πρεσβεύουν τήν τυφλή ὑπακοή βαριοῦνται στήν πραγματικότητα νά ἐργαστοῦν καί νομίζουν ὅτι θά μεταθέσουν τίς εὐθύνες γιά τίς πράξεις τους σέ ἄλλους. Ὁ προπάτοράς μας Ἀδάμ αὐτό ἀκριβῶς προφασίσθηκε. Εἶπε στόν Θεό ὅτι, «ἡ γυνή ἥν δέδωκάς μοι» εὐθύνεται πού ἔπεσα, ἄρα Ἐσύ Θεέ μου, γιατί ἐγώ ἔκανα τυφλή ὑπακοή σέ ἐκείνη πού μοῦ ἔδωσες. Ὅμως, στήν μέλλουσα κρίση «ἑκάστου τά ἔργα γυμνωθήσονται» καί δέν θά μᾶς ρωτήσει ὁ Θεός, ἄν ἔγιναν ἀπό ὑπακοή σέ κάποιον ἄλλο, ἀφοῦ γι’ αὐτό μᾶς ἔχει δώσει τό αὐτεξούσιο, ὥστε νά Τόν ἐπιλέγουμε κάθε στιγμή ἀνεπηρέαστοι ἀκόμα καί ἀπό Ἐκεῖνον, πολλῷ δέ μᾶλλον ἀπό ἀνθρώπους.

  Στό ἐρώτημα πού τίθεται λοιπόν, «τί εἶναι ἡ ἁγία ὑπακοή;» θά πρέπει νά ἀπαντήσουμε ὅτι εἶναι ἡ ὑπακοή στόν Ἅγιο Θεό, στούς Ἁγίους, σέ ὅποιον μᾶς λέει κάτι πού εἶναι Ἅγιο καί ὄχι ἄθλιο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει τήν ἀνυπακοή ἀκόμη καί στόν Ἄγγελο φωτός, ὅταν αὐτός μᾶς προτρέψει σέ κάτι πού εἶναι ἀντίθετο σέ ὅσα μᾶς δίδαξε Θεός μας διά τῶν Ἁγίων Του.

Πρέπει νά ἀναστηθοῦμε! Νά ἀναστηθεῖ τό μυαλό μας, πού ἔχει ἀπό τήν ἀχρησία καταντήσει ἀνάπηρο! Γι’ αὐτό Ἀνέστη ὁ Χριστός μας, γιά νά ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς καί νά μή ἀμφιβάλουμε γιά τό ποιόν πρέπει νά ὑπακοῦμε: στόν ἀναστάντα Χριστό ἤ στούς καπήλους τῆς Ἀναστάσεώς του;

Ἄς ἀναστηθεῖ καί ὁ νεκρωμένος μας νοῦς!

Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!

Σημείωσις:

[1] Ἁγ. Χρυσοστόμου, Εἰς τό κατά Ἰωάννην, PG 59, 365.

Previous Article

«Πάσχα ἱερὸν ἡμῖν σήμερον ἀνεδέδεικται»!

Next Article

Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ