Ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μνημοσύνου πρὸς τὴν Ἀνατολήν τελεῖται – 4ον

Share:

Τοῦ κ. Παναγιώτου Δ. Παπαδημητρίου, PhD

4ον.-Τελευταῖον

Ἱερατικόν 1962

(καί 1977, 1987, 1995, 2000), Ἀ. Δ.

  Δυστυχῶς σὲ αὐτὸ τὸ Ἱερατικόν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τοῦ 1962, βρίσκουμε στὸν Μεγάλο Ἑσπερινό, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις, τὴν μοντερνιστικὴ «τάξη» τῆς Τάξεως τοῦ Μπεκατώρου (βλ. §11) νὰ παραμένει ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα μέχρι τέλους, σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ προηγούμενα Ἱερατικά:

  «Πληρωθέντος δὲ καὶ τοῦ Καὶ νῦν, ὁ ἱερατικῶς Προϊστάμενος, ἢ ὁ Ἱερεύς, ἀπαγγέλλει τὸν Ὕμνον τοῦ Θεοδόχου Συμεὼν καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, ἔνθα καὶ παραμένει ἱστάμενος μέχρι πέρατος».

Προφανῶς ἡ Βʹ Βατικάνεια Σύνοδος (1962-1965) καὶ τὰ προεόρτια αὐτῆς, ἦταν καταλυτικὴ γιὰ τὴν σημείωσιν αὐτὴν (πού προωθεῖ ἐντέχνως καὶ σταδιακῶς τό versus populum), ἀφοῦ ἡ αἱρετικὴ αὐτὴ Σύνοδος τῶν Ῥωμαιοκαθολικῶν παρέσυρε καὶ συνεχίζει νὰ παρασύρει πλῆθος Ὀρθοδόξων.

Ἐπίσης, ὡς συνέπεια τοῦ μοντερνισμοῦ αὐτοῦ, στὸ Ἱερατικόν Συλλείτουργον αὐτοῦ τοῦ Ἱερατικοῦ, ἀφαιρέθηκε ἡ σημείωσις τῶν προηγουμένων Ἱερατικῶν, οἱ Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ νὰ ἵστανται στὸν Σολέα γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου, καὶ πλέον (ὅπως βλέπουμε στὶς ἐνορίες τῶν πόλεων) οἱ Ἱερεῖς παρατάσσονται ἀντικανονικῶς, ἀντιπαραδοσιακῶς, στὴν Ὡραία Πύλη, βλέποντες πρὸς τὸν Λαὸν (versus populum) σὰν σὲ παράσταση, μὴ ἀφήνοντας οὐσιαστικὰ οὔτε τοὺς ἰδίους, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸν Λαὸν νὰ προσευχηθεῖ, ἀφοῦ ὁ Λαὸς πλέον γίνεται ἑκὼν ἄκων θεατὴς – παρατηρητὴς τῶν Ἱερέων.

Παρόμοια μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ 1962, καὶ τὰ Ἱερατικὰ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τοῦ 1977, 1987, 1995, μέχρι καὶ τοῦ 2000, ἔχουν τὴν ἴδια ἀντιπαραδοσιακὴ τάξη στὸν Μεγάλο Ἑσπερινό: «Πληρωθέντος δὲ καὶ τοῦ Καὶ νῦν, ὁ Προεστώς, ἢ αὐτὸς ὁ Ἱερεύς, ἀπαγγέλλει τὸν Ὕμνον τοῦ Θεοδόχου Συμεὼν καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τῆς Ὡραίας Πύλης, ἔνθα καὶ παραμένει ἱστάμενος μέχρι πέρατος».

Ἱερατικόν 1968

(καί 1971, 1981), Ἀ. Δ.

Ἀντίθετα, μὲ τὴν σειρά τοῦ 1962/1977, τὰ ἐνδιάμεσα χρονικῶς Ἱερατικά τοῦ 1968, 1971, 1981, δὲν ἔχουν καμία νεωτεριστικὴ σημείωση νὰ παραμένει ὁ Ἱερεὺς στὴν Ὡραία Πύλη, μετὰ τὸ Νῦν ἀπολύεις.

Ἴσα-ἴσα πού ἀναφέρουν ὅπως καὶ τὰ παλαιότερα Ἱερατικά (1895, 1948, 1951) ὅτι ὁ δὲ Ἱερεὺς ἔσωθεν [ἐκ τοῦ Βήματος, ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἱστάμενος, βλέπων πρὸς Ἀνατολάς] ἐκφωνεῖ τό· Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία.

Στὴν ἑνότητα δέ τοῦ Ἱερατικοῦ Συλλείτουργου συμφωνοῦν μὲ τὸ πρῶτο Ἱερατικὸν τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας (1951) καὶ μὲ τὸ Ἱερατικὸν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 1895, καὶ ἔχουν τοὺς Ἱερεῖς νὰ ἐξέρχονται τοῦ Βήματος καὶ νὰ ἵστανται στὸν Σολέα γιὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Μνημοσύνου.

Ἱερατικόν 2004

(καί 2007, 2021), Ἀ.Δ.

Τὸ Ἱερατικόν τοῦτο, δὲν ἔχει τὴν σημείωση νὰ παραμένει ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα ἀπὸ τὸ Νῦν ἀπολύεις μέχρι τέλους. Λέει ὅτι ὁ Ἱερεὺς μετὰ τοῦ διακόνου εἰσέρχονται εἰς τὸ Ἱερόν μετὰ τὴν ἀρτοκλασίαν, καὶ μετὰ τὸ Καὶ νῦν τῶν ἀποστίχων ὁ προεστὼς ἢ ὁ Ἱερεύς (πού βρίσκεται ἀκόμη στὸ Ἱερόν) λέγει τό «Νῦν ἀπολύεις». Ἄρα πρὸς Ἀνατολάς στὴν Ἁγία Τράπεζα.

Ὅμως, λόγῳ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει καθαρὰ ἡ διόρθωση τῶν παλαιοτέρων Ἱερατικῶν πού περιεῖχαν τὴν μοντερνιστικὴ σημείωση (βλ. §15.iv), καὶ νὰ γράφει ξεκάθαρα ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἀπὸ τοῦ Βήματος, μπροστὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα, βλέπων πρὸς Ἀνατολάς, λέγει τό Νῦν ἀπολύεις, καὶ ἐπίσης ὁ Ἀναγνώστης πρὸς ἀνατολάς λέει τὸ Τρισάγιον, καὶ ἐπίσης νὰ τονίζει τὸ τῶν παλαιῶν Ἱερατικῶν ὅτι ὁ Ἱερεὺς ἔσωθεν [ἐκ τοῦ Βήματος, ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἱστάμενος, βλέπων πρὸς Ἀνατολάς] ἐκφωνεῖ τό· Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία.

Ἐπίσης θὰ πρέπει πλέον νὰ προστεθεῖ καὶ ἡ ἀναλυτικὴ Τάξη τοῦ Μνημοσύνου στὸ Ἱερατικόν, μὲ σαφῆ ἐπεξήγηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καὶ προσευχητικοῦ προσ­ανατολισμοῦ τοῦ Ἱερέως πρὸς Ἀνατολάς, καὶ ἐπίσης νὰ προστεθεῖ καὶ στὸ Συλλείτουργον, ὅπως εἶχαν τὰ παλαιὰ Ἱερατικά, (βλ. §15.iii).

Ἱερατικόν Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου 2020

Τὸ Ἱερατικὸν αὐτὸ κράτησε τὴν Παράδοση στὸ θέμα μας καὶ δὲν ἔχει σημείωση νὰ παραμένει ὁ Ἱερεύς στὰ Βημόθυρα ἀπὸ τὸ Νῦν ἀπολύεις μέχρι τέλους.

Διευκρινίζει σωστὰ ὅτι τὸ Νῦν ἀπολύεις λέγεται «ἔσωθεν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος», ἄρα ἐμπρὸς στὴν Ἁγία Τράπεζα πρὸς τὴν Ἀνατολή:

«Τῶν Ἀποστίχων πληρωθέντων, ὁ Προεστὼς ἢ ὁ Ἱερεὺς ἔσωθεν τοῦ Ἱεροῦ Βήματος λέγει· Νῦν ἀπολύεις». Καὶ ἄρα καὶ τὸ Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία, λέγεται ἀπὸ τὴν ἴδια οἰκεία θέση τοῦ Ἱερέως ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης, βλέπων πρὸς Ἀνατολάς.

Ἐν τούτοις, τὸ Ἱερατικὸν αὐτὸ ἀντιπαραδοσιακῶς κατήργησε τὴν παλαιὰ σημείωση τοῦ Μνημοσύνου στὸ Συλλείτουργον, (βλ. §15.i).

Τὰ κόλλυβα τοποθετοῦνται «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ἢ ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ τοῦ Τέμπλου;

Ἡ Παράδοση λέει «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ὅπως εἴδαμε καὶ ὅπως τηροῦνταν ἐκ νεότητός μας.

Παλαιὰ ὑπῆρχε μόνιμα μικρὸ φορητό (ἢ μὴ) εἰκονοστάσι (δισκέλιον) ἐν «τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ (ἢ καὶ περισσότερα ἀπὸ ἕνα), στὸν κεντρικὸ ἄξονα τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄλλες εἰκόνες. Αὐτὸ τὸ φορητὸ εἰκονοστάσι (προσκυνητάρι) τὸ βλέπουμε «ἐν τῷ μέσῳ» καὶ σήμερα, στὴν Μ. Ἑβδομάδα, στὶς Παρακλήσεις τῆς Παναγίας μας, στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο. Καὶ ὁ Ἐσταυρωμένος τῆς Μ. Πέμπτης τοποθετεῖται στὴν ἴδια θέση ἐν «τῷ μέσῳ», καὶ στὸ ἴδιο σημεῖο τελοῦνται ἡ Ἀρτοκλασία, ὁ Ἁγιασμός. Μερικὲς ἐνορίες καὶ σήμερα διατηροῦν τὸ κεντρικὸ αὐτὸ προσκυνητάρι σὲ μόνιμη βάση. Ἐπίσης καὶ ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τὸ διατηροῦν σὲ μόνιμη βάση. Ἐκεῖ στὸ ἴδιο περίπου σημεῖο διαβαζόταν παλαιὰ πρὸς Ἀνατολὰς καὶ ἡ ὀπισθάμβωνος Εὐχή. Αὐτὸ τὸ κεντρικὸ προσκυνητάρι θὰ πρέπει νὰ ἐπανέλθει στὶς ἐνορίες μας (φέρων τὴν εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως τὶς Κυριακές! Ἄλλο καὶ τοῦτο στὶς Ἑλληνικὲς ἐκκλησίες, Κυριακὴ ἡμέρα κατ’ ἐξοχὴν τῆς Ἀναστάσεως, καὶ νὰ μὴ ὑπάρχει πρὸς προσκύνηση πουθενὰ ἡ εἰκὼν τῆς Ἀναστάσεως).

Ἄρα ἡ τοποθέτηση τῶν κολλύβων ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ τοῦ Τέμπλου (ὅπου γίνεται), ἀντὶ τῆς παραδόσεως ἐν «τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ἴσως προέρχεται εἴτε ἀπὸ τὴν κατάργηση τοῦ κεντρικοῦ μικροῦ προσ­κυνηταρίου, ἔμπροσθεν τοῦ ὁποίου τοποθετοῦνταν τὰ κόλλυβα (παλαιὰ βέβαια στὰ μοναστήρια γινόταν στὸν Νάρθηκα), εἴτε γινόταν κατ’ οἰκονομία (καὶ εὐκολία, ἢ καὶ διάκριση στὸν κόσμο) σὲ «μικρὰ» μνημόσυνα (“Τρισάγια”), καὶ ἡ οἰκονομία ἔγινε τελικὰ κανόνας καὶ στὰ μεγάλα Μνημόσυνα. Καὶ πάλιν ὅμως, ὁ Ἱερεὺς πρέπει νὰ κατεβαίνει κάτω ἔμπροσθεν τῶν Κολλύβων καὶ νὰ τελεῖ τὸ Μνημόσυνον κατ’ Ἀνατολάς.

Τὰ Κόλλυβα τῶν Μνημοσύνων (εἰδικὰ τοῦ 40ήμερου) κανονικὰ πρέπει νὰ τοποθετοῦνται παραδοσιακῶς «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ, ὅπως παλαιά. Ἂν δὲν εἶναι ἐφικτὸν αὐτό, τότε μέχρι νὰ γίνει χῶρος στὸ κέντρον, νὰ τοποθετοῦνται στὸ κέντρον τοῦ Σολέα (πάντοτε στὴν εὐθεῖα τῆς Ἁγίας Τράπεζας), καὶ τὸ τραπέζι τῶν κολλύβων μπορεῖ νὰ μετακινεῖται στὸ κέντρον ὀλίγον πρὸ τοῦ Μνημοσύνου, ὅπως στὴν Ἀρτοκλασία (οἱ ἀνθοδέσμες καὶ οἱ ἀνθόκηποι, καὶ οἱ δυτικὲς ἀτμόσφαιρες πρέπει ἐπιτέλους νὰ ἐκλείψουν ἢ τοὐλάχιστον νὰ μειωθοῦν κἂν σὲ …ἕνα ἁπλὸ μικρὸ βάζο).

Καλὸ θὰ ἦταν ἐπίσης, τοὐλάχιστον σὲ μικρὲς ἐνορίες, νὰ ἐπανέλθει ἡ παράδοση τῆς διανομῆς καθαρῶν κεριῶν μελισσῶν, καὶ τῶν ἀναμμένων κεριῶν ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς καὶ τοὺς Πιστοὺς κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μνημοσύνου, βλ. §2.

Ἐπίλογος

Εἴδαμε λοιπὸν ὅτι τὸ Μνημόσυνον τελεῖται παραδοσιακῶς πρὸς Ἀνατολάς, ὅπως καὶ ὅλες οἱ Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ «ἐν τῷ μέσῳ» τοῦ Ναοῦ.

Μοναδικὴ παραφωνία στὴν παγκόσμια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀποτελεῖ ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπου οἱ περισσότεροι Κληρικοὶ ἔχουν παρασυρθεῖ (τῶν Ἐπισκόπων συμπεριλαμβανομένων) ἀπὸ τοὺς λειτουργικοὺς τάχα ἀναγεννητές, καὶ τελοῦν ἀπὸ τὸν προηγούμενο αἰῶνα τὸ Μνημόσυνον πρὸς τὴν Δύση, προσευχόμενοι πρὸς τὸν Λαόν (versus populum), ἐξ ἀποστάσεως, ἀφ’ ὑψηλοῦ, μὴ μετακινούμενοι διόλου ἐκ τῆς Ὡραίας Πύλης.

Εἴδαμε μὲ τί «ὀργάνωση» καὶ «τέχνη», σταδιακῶς προωθήθηκε καὶ ἐπιβλήθηκε (καὶ δυστυχῶς διατηρεῖται) στὴν Ἐκκλησία μας, καὶ αὐτὸς ὁ μοντερνισμὸς (ἡ πλάνη) τῆς πρός τήν Δύση τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου. Ἀπορίας ἄξιον εἶναι ἐπίσης πῶς ἡ Ἑλληνορθόδοξη Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς κρατάει τὴν παράδοσιν τῆς πρὸς τὴν Ἀνατολή τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου.

Σήμερα, ἔχουν ἐξαλειφθεῖ οἱ μοντερνιστικὲς παλαιὲς σημειώσεις στὰ σύγχρονα Ἱερατικὰ καὶ ἐνιαύσια Τυπικά, ποὺ προωθοῦ­σαν τὴν ἀντιπαραδοσιακὴ τέλεση τοῦ Μνημοσύνου. Ἄρα, ἕνας λόγος παραπάνω νὰ ἐπανέλθει ἡ Ἐκκλησιαστική τάξις.

Κατὰ τὴν γνώμη μας, ὁ πιστὸς Λαὸς πρέπει νὰ ἐνημερωθεῖ ὅτι τὴν ὥρα τοῦ Μνημοσύνου προσεύχονται γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ κεκοιμημένου, καὶ ἐπίσης γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων τους. Ἐπίσης, καλύτερα θὰ εἶναι τὰ κόλλυβα τοῦ Μνημοσύνου νὰ τὰ φτιάχνει ἡ φιλόπτωχος τοῦ Ναοῦ ὅπου ὑπάρχει, ἢ κυρίες τῆς ἐνορίας, κατόπιν παράκλησης τοῦ Προϊσταμένου, ἐπειδὴ ἡ σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη κατάσταση ἔχει ξεφύγει μὲ τὶς πολλὲς καὶ μεγάλες ἀνθοσυνθέσεις καὶ ἀνθοστῆλες (2 μεγάλες στῆλες ἀνθοσυνθέσεων ἀνὰ μνημόσυνο), μονοπωλούντων τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν πιστῶν πιὸ πολὺ ἀπὸ τὶς εἰκόνες τοῦ Τέμπλου (ἂν δὲν τὶς ὑποσκιάζουν κιόλας). Ἐπίσης, καλὸ θὰ εἶναι νὰ ἐπανέλθει στὰ Μνημόσυνα (εἰδικὰ σὲ μικροὺς Ναούς) ἡ διανομή μελισσο-κεριῶν στὸν κόσμο.

Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ οἱ Ναοὶ εἶχαν ἐλάχιστες (κινούμενες) καρέκλες καὶ μόνο στὰ κλίτη (καὶ μόνο μεγάλοι παπποῦδες κάθονταν), φτάσαμε σὲ 30-40 χρόνια στὸ σημεῖο νὰ ἔχουν γεμίσει ἀσφυκτικὰ οἱ Ναοὶ μὲ μόνιμες μάλιστα καρέκλες ἀκόμη καὶ στὸ κέντρο τοῦ Ναοῦ μέχρι τὸν Σολέα. Ἂς δωρηθοῦν αὐτὲς οἱ καρέκλες σὲ Ναοὺς ποὺ δὲν ἔχουν (ἢ ἔχουν χαλασμένες) καρέκλες, καὶ ἔτσι θὰ ὑπάρξει καὶ πάλι χῶρος γιὰ τὸ Μνημόσυνον, καὶ ἡ Ἐκκλησία θὰ «ἀνασάνει» ἀπὸ τὶς πολλὲς καρέκλες, καὶ θὰ συνεισφέρουν στὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ ἄσκηση τοῦ Λαοῦ.

Σημειωθήτω ὅτι ἀπόρροια τοῦ λατινογενοῦς αὐτοῦ μοντερνισμοῦ (versus populum), καὶ τοῦ ἄλλου ὁμοίως λατινογενοῦς μοντερνισμοῦ τῶν φωνακτῶν Εὐχῶν – Προσευχῶν, εἶναι νὰ διαβάζουν Ἱερεῖς μας φωνακτὰ τὰ ὀνόματα (Ψυχοσάββατα, Παρακλήσεις, κτλ.) ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη, βλέποντας πρὸς τὸν Λαό. Πρὸς Ἀνατολὰς διαβάζονται ἅγιοι Πατέρες τὰ ὀνόματα, μυστικῶς, ἐν σιγῇ στὴν Ἁγία Τράπεζα (πρὸς ἀνατολὰς προσ­ευχόμαστε ὄχι πρὸς τὸν Λαό). Οὔτε δασκαλεύουμε τοὺς Ψάλτες νὰ σιωπήσουν, ἐνῶ οἱ Κληρικοὶ διαβάζουν ἐκφώνως τὰ ὀνόματα, γιὰ νὰ τὰ ἀκούσουν οἱ γιαγιάδες, διότι α) δὲν εἶναι τῆς Παραδόσεως, β) ὁ Λαὸς γίνεται ἑκὼν ἄκων θεατὴς – παρατηρητὴς τῶν Ἱερέων, γ) καὶ μὲ τὸ διαρκὲς μουρμουρητό ἐμποδίζεται ὁ πιστὸς Λαὸς νὰ προσευχηθεῖ.

Τέλος, ἡ ἀναφορὰ στὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔγινε μόνον γιὰ τὴν ἐπαλήθευση τῆς Παραδόσεως τῆς κατ’ Ἀνατολὰς τελέσεως τοῦ Μνημοσύνου.

Τέλος, καὶ τῷ Θεῷ, δόξα πάντων ἕνεκεν

  Next Article

Σχόλιο στο πρόσφατο προκληθέν σχίσμα στον Αγγλικανισμό