Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου
Ἡ πρόσφατη συνάντηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου μὲ τὸν Πατριάρχη τῶν Κοπτῶν δὲν ἦταν ἁπλῶς μιὰ ἐθιμοτυπικὴ ἐπίσκεψη, ἀλλὰ μιὰ στιγμὴ φορτισμένη μὲ τὸ βάρος δεκαπέντε αἰώνων ἱστορίας. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Παναγιωτάτου ὅτι οἱ διαφορὲς ποὺ μᾶς χωρίζουν εἶναι «καθαρά πολιτικές» προκάλεσε αἴσθηση, ἀνοίγοντας ἐκ νέου τὴν συζήτηση γιὰ τὸ ἂν ὁ δρόμος πρὸς τὸ κοινὸ Ποτήριο εἶναι ἕνα ζήτημα διπλωματικῶν ἑλιγμῶν ἢ μιὰ βαθειὰ ὑπαρξιακὴ ἐπιστροφὴ στὴν κοινή μας ρίζα. Ὡστόσο, ἡ μελέτη τῶν ἐπίσημων κειμένων τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου ἀποκαλύπτει ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ πέπλο τῆς πολιτικῆς κρύβεται ἕνας σκληρὸς θεολογικὸς πυρήνας, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιδέχεται εὔκολες ἁπλουστεύσεις.
Ἡ ἄποψη ὅτι οἱ διαφορὲς εἶναι «πολιτικές» παραγνωρίζει ὅτι γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τὸ Δόγμα δὲν εἶναι μιὰ ἰδεολογικὴ πλατφόρμα, ἀλλὰ ἡ διατύπωση τῆς ὑπαρξιακῆς ἐμπειρίας. Ἐνῶ ἡ πίστη ἑνώνει, οἱ ἱστορικὲς διαφοροποιήσεις περὶ τὴν ὁρολογία ἢ τὴν μέθοδο ἑρμηνείας τῆς πίστεως συνεπάγονται βαρύτερες συνέπειες στὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη.
Γιὰ τοὺς Ἀντιχαλκηδονίους, ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἀποτελεῖ τὸ ἀπόλυτο θεολογικὸ κριτήριο. Ἡ δική τους παράδοση ἑδράζεται στὴ φράση τοῦ Κυρίλλου «μία φύσις τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένη», τὴν ὁποία ἑρμηνεύουν ὡς δήλωση τῆς ὀργανικῆς καὶ ἀδιαίρετης ἑνότητας τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι θεωροῦσαν ὅτι ὁποιαδήποτε ἀναφορὰ σὲ «δύο φύσεις» μετὰ τὴν ἕνωση (ὅπως ἔπραττε ἡ Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ἡ συμβαίνουσα εἰς τὴν Χαλκηδόνα) εἰσήγαγε μιὰ τεχνητὴ διαίρεση. Ἀντί, λοιπόν, γιὰ τὸν ὅρο «δύο φύσεις», προτιμοῦσαν νὰ μιλοῦν γιὰ μία φύση «ἐκ δύο φύσεων», ὑπονοώντας ὅτι ἀπὸ τὴν θεότητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα προέκυψε μία ἑνιαία θεανθρώπινη πραγματικότητα.
Ἡ πλευρὰ τῶν Ἀντιχαλκηδονίων ἀπέρριπτε τὶς διατυπώσεις τοῦ Πάπα Ρώμης Λέοντος Α’, θεωρώντας ὅτι οἱ ἀναφορές του στὶς ἰδιαιτερότητες τῆς κάθε φύσεως ὁδηγοῦσαν σὲ σύγχυση ἢ διαίρεση. Ὅπως διατυπώθηκε, ὅμως, στὸν σύγχρονο διάλογο, ἡ ἀπόρριψη τῆς Χαλκηδόνας ὀφειλόταν ἐν μέρει σὲ «ἐσφαλμένες πληροφορίες» καὶ παρερμηνεῖες τοῦ Ὅρου τῆς Συνόδου, τὸν ὁποῖο θεωροῦσαν ὅτι παραθεωροῦσε τὴν χριστολογικὴ ὁρολογία τοῦ Κυρίλλου.
Τὸ πρόβλημα, ὅμως, μετὰ ἀπὸ χίλια πεντακόσια χρόνια δὲν μπορεῖ νὰ ξεπεραστεῖ μονάχα μὲ πολιτικὴ προσέγγιση, διότι πλέον ἔχει κτιστεῖ καὶ διαφοροποιηθεῖ ἀπὸ τὸν σωστὸ δρόμο καὶ ἀπὸ τὴν σκέπη τῆς Ἐκκλησίας ἡ νοοτροπία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τουτέστι τοῦ λαοῦ. Μετὰ τὴν πάροδο τῶν αἰώνων, ἡ νοοτροπία ἔχει διαμορφωθεῖ καὶ διαφοροποιηθεῖ ἀπὸ τὴν κανονικὴ τροχιὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ «ἐκκλησία» τους ἔχει παράξει μιὰ δική της ἁγιολογία, τιμώντας πρόσωπα ποὺ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη ὑπῆρξαν πρωταίτιοι τοῦ σχίσματος. Αὐτοὶ οἱ «ἅγιοι» συντηροῦν ζωντανὴ τὴ θεολογικὴ μνήμη τῆς σύγκρουσης τοῦ 451, καθιστώντας τὴν ἀποδοχὴ τῆς Χαλκηδόνας μιὰ πράξη ποὺ φαντάζει στὰ μάτια τους ὡς προδοσία τῆς ἴδιας τους τῆς πνευματικῆς ταυτότητας. Ἐδῶ ἀναδύεται τὸ μέγα ἐρώτημα: Εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθεῖ ἀπὸ μιὰ ὁλόκληρη κοινότητα ἡ ἀπόρριψη τῆς ἱστορικῆς της παραδόσεως; Μιὰ τέτοια μεταστροφὴ ἀπαιτεῖ ὄχι μόνο συστηματικὴ κατήχηση, ἀλλὰ μιὰ βαθειὰ ὑπαρξιακὴ ταπείνωση καὶ μετάνοια. Ἐνῶ μέσῳ τῆς θείας χάριτος τὰ πάντα εἶναι δυνατά, παραμένει μετέωρο τὸ ἐρώτημα, ἂν οἱ σύγχρονες συναντήσεις καὶ οἱ διάλογοι ἐκπορεύονται ἀπὸ μιὰ γνήσια δίψα γιὰ τὴν Ἀλήθεια ἢ ἂν ἀποτελοῦν ἁπλῶς μιὰ διπλωματικὴ διαχείριση, γιὰ νὰ συντηρεῖται μιὰ ἀτέρμονη συζήτηση.
Ὅπως ἀναφέρεται στὶς ἐκθέσεις τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς, ἡ ἀπόσχιση ἐπῆλθε συχνὰ ἀπὸ «ὑπερβάλλοντα ζῆλο» γιὰ τὴν προστασία τῆς πίστεως καὶ λόγῳ μὴ ὀρθῆς ἀξιολόγησης τοῦ Ὅρου τῆς Χαλκηδόνας ἐξαιτίας ἐσφαλμένων πληροφοριῶν. Ὁ Πατριάρχης Σενούδα Γ’ εἶχε δηλώσει ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν «ἐπίμονη διαφωνία» τῶν Ὀρθοδόξων θεολόγων, ἀναγνωρίζοντας σὲ αὐτὴν τὴν ἴδια αὐστηρὴ ὑπεράσπιση τῆς πίστης ποὺ διακρίνει καὶ τὴ δική του παράδοση. Ἐκεῖ ἀκριβῶς βρίσκεται καὶ ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ἂν δύναται νὰ ἐπέλθει ἑνότητα, καὶ ὅταν μιλᾶμε γιὰ ἑνότητα ἐννοοῦμε τὴν ἐπιστροφὴ αὐτῶν στοὺς κόλπους τῆς μητέρας Ἐκκλησίας. Ὄχι ἀπὸ τὴν ὑποβάθμιση τοῦ δόγματος σὲ πολιτική, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀναγνώριση ὅτι, παρὰ τὶς διαφορετικὲς διαδρομές, ἡ καρδιά μας κτυπᾶ στὸν ἴδιο παλμὸ τῆς Ἀλεξανδρινῆς καὶ Πατερικῆς παράδοσης. Ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία καὶ κατανόηση τῶν ὅρων μπορεῖ νὰ θέσει τὶς πρῶτες στέρεες βάσεις γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ «ἀσώτου υἱοῦ» στὸ σπίτι τοῦ Πατρός του.
Σύμφωνα μὲ τὶς εἰσηγήσεις τῆς Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς, ἡ Ἐκκλησία διατηρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἄρει ἀναθέματα Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ὑπὸ τὴν αὐστηρὴ προϋπόθεση ὅτι θὰ διαπιστωθεῖ πώς ὁ ἀναθεματισθεὶς δὲν ἦταν στὴν πραγματικότητα αἱρετικός, ἀλλὰ ἡ καταδίκη του ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα παρανοήσεων ἢ ἀρνήσεως ἀποδοχῆς μιᾶς Συνόδου γιὰ λόγους ὁρολογίας. Ἡ διαδικασία αὐτὴ ἀπαιτεῖ ὁμοφωνία ὅλων τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐκφραστεῖ μέσῳ μιᾶς Πανορθοδόξου Συνόδου. Ἔτσι κατανοεῖται καλλίτερα καὶ ἡ χρήση τῶν λέξεων «our Churches have journeyed along parallel paths, at times separated by the weight of historical circumstances and doctrinal misunderstandings» (οἱ Ἐκκλησίες μας ἔχουν πορευθεῖ παράλληλα, χωρισμένες ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἱστορικῶν συγκυριῶν καὶ τῶν δογματικῶν παρεξηγήσεων).
Εἰδικότερα, ἡ ἄρση τῶν ἀναθεμάτων κατὰ προσώπων, ὅπως ὁ Διόσκορος ἢ ὁ Σεβῆρος, πρέπει νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν ταυτόχρονη ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ποὺ οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι ἔχουν ἐπιβάλει κατὰ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἁγίων Πατέρων, ὅπως ὁ Πάπας Λέων Α’. Αὐτὴ ἡ ἀμοιβαία κίνηση δὲν ἀποτελεῖ ἕνα «διπλωματικὸ συμβιβασμό», ἀλλὰ τὴν ἐπίσημη διακήρυξη ὅτι ἡ διαίρεση τοῦ 451 δὲν ὀφειλόταν σὲ οὐσιαστικὴ δογματικὴ ἀπόκλιση, ἀλλὰ σὲ ἐλλιπῆ ἀξιολόγηση τῶν ἑκατέρωθεν θέσεων. Ὡστόσο, ἡ κανονικὴ αὐτὴ ἀποκατάσταση συνεπάγεται τὴν πλήρη ἀποδοχὴ τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὡς ὀρθοδόξων ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν Κοπτῶν, μιὰ ἀπαίτηση ποὺ ἀγγίζει τὸν πυρήνα τῆς ἱστορικῆς τους ταυτότητος.
Ἡ ἑνότητα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι προϊὸν μιᾶς «πολιτικῆς σκοπιμότητας» ἢ ἑνὸς «οἰκουμενιστικοῦ συναισθηματισμοῦ». Ὅπως κατέδειξε ὁ Πατριάρχης Σενούδα Γ’, ἡ αὐστηρότητα στὴν πίστη εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς χαρακτηρίζει καὶ αὐτὸ ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀληθινὴ ἕνωση. Ἡ ἐπιστροφὴ τῶν Ἀντιχαλκηδονίων στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπαιτεῖ τὴν ὑπέρβαση τῶν ἱστορικῶν προκαταλήψεων δέκα πέντε αἰώνων καὶ τὴν εἰλικρινῆ ἀποδοχὴ τῆς συνοδικῆς αὐθεντίας τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τῶν χριστολογικῶν ὅρων καὶ ἡ ἄρση τῶν «παρεξηγήσεων» περὶ τὸν Ὅρο τῆς Χαλκηδόνας εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα. Τὸ δεύτερο καὶ δυσκολότερο εἶναι ἡ μεταμόρφωση τῆς νοοτροπίας καὶ ἡ ἐναπόθεση τῆς ἱστορικῆς ἰδιαιτερότητας ἐνώπιον τῆς καθολικῆς ἀλήθειας τῆς Ἐκκλησίας. Μόνο τότε οἱ διάλογοι θὰ πάψουν νὰ εἶναι «ἀτέρμονες συζητήσεις» καὶ θὰ γίνουν ἡ πύλη γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαίρετης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἐπιθυμία ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν ἀνακοίνωση τοῦ Φαναρίου, ἀλλὰ δὲν ὁρίζεται. Συγκεκριμένα, τὸ κείμενο ἀναφέρει «Thus, the path before us continues, not as an abstract theological aspiration, but as a living ecclesial reality» (Ἔτσι, ὁ δρόμος μπροστά μας συνεχίζεται, ὄχι σὰν ἀκαθόριστη θεολογικὴ φιλοδοξία, ἀλλὰ σὰν ζωντανὴ ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα). Εἶναι ἡ θεολογικὲς διαφορὲς ἀκαθόριστες καὶ χωρισμένες ἀπὸ τὴν ζωντανὴ Ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα;
Ἡ ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν ἀποτελεῖ ἐπιθυμία ὅλων τῶν πιστῶν, ἀφοῦ πρῶτα καὶ κύρια ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπιθυμία τοῦ Χριστοῦ. Οἱ κατὰ τόπους λαϊκὲς καὶ ἐθνικὲς παραδόσεις δὲν ἀποτελοῦν ἐμπόδιο στὴν πορεία αὐτή, παρὰ μόνο ὅταν αὐτὲς συνδέονται ἄμεσα μὲ παρανόηση τῆς θεολογίας καὶ ἔχουν ἐμφυτεύσει στὸν λαὸ τὴ συγκεκριμένη νοοτροπία. Ἄλλο ἡ ἐπιθυμία, ὅμως, καὶ ἄλλο ἡ πραγματικότητα. Καλλίτερα τὰ μεγάλα λόγια νὰ λέγονται, ὅταν μποροῦν νὰ ὑποστηριχθοῦν καὶ ἀπὸ ἀντίστοιχες πράξεις. Γιατὶ ἱστορικὴ μνήμη ἔχουν καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι, μνήμη ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ καὶ τὸν δέοντα σεβασμό.




