Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου
Ἡ ὑπερβατολογικὴ Χριστολογία εἶναι μία σύγχρονη θεολογικὴ προσέγγιση ποὺ ἀναπτύχθηκε κυρίως ἀπὸ τὸν Karl Rahner, Γερμανὸ ρωμαιοκαθολικὸ θεολόγο, καὶ ἐπιχειρεῖ νὰ κατανοήσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὄχι ἁπλῶς ὡς ἕνα ἐξωτερικὸ ἱστορικὸ γεγονός, ἀλλὰ ὡς τὴν ὁλοκλήρωση τῆς βαθύτερης δομῆς τῆς ἴδιας τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Γιὰ νὰ γίνει κατανοητὴ αὐτὴ ἡ προσέγγιση, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ διευκρινιστεῖ τί σημαίνει «ὑπερβατολογικό». Στὴ φιλοσοφία, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸν Κὰντ καὶ μετά, ὑπερβατολογικὸ δὲν σημαίνει αὐτὸ ποὺ βρίσκεται πέρα ἀπὸ τὸν κόσμο, δηλαδὴ κάτι τὸ ὑπερφυσικό, ἀλλὰ τὶς συνθῆκες δυνατότητας τῆς ἐμπειρίας, δηλαδὴ τὶς βαθιὲς δομὲς τοῦ ὑποκειμένου ποὺ καθιστοῦν δυνατὴ τὴ γνώση, τὴ συνείδηση καὶ τὴν πράξη.
Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁ Κ. Rahner ξεκινᾶ ὅλο του τὸ θεολογικὸ σύστημα ἀπὸ τὴν ἀνθρωπολογία, ἡ περίφημη ἀνθρωπολογικὴ στροφή. Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν Ἰησουίτη θεολόγο καὶ φιλόσοφο, δὲν εἶναι ἕνα κλειστὸ καὶ αὐτάρκες ὄν, ἀλλὰ ἕνα πεπερασμένο πνεῦμα, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία ριζικὴ καὶ ἀπεριόριστη ἀνοικτότητα πρὸς τὸ ἄπειρο. Εἶναι «ἀκροατής, πιθανὸς ἢ πραγματικός, τοῦ Λόγου», δηλαδὴ ἕνα ὂν ποὺ ἤδη ἐκ φύσεως βρίσκεται στραμμένο πρὸς τὸν Θεό, ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ κάθε ρητὴ θρησκευτικὴ διατύπωση. Αὐτὴ ἡ ἀνοικτότητα δὲν ἀποτελεῖ ἐξωτερικὴ προσθήκη, ἀλλὰ συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἴδιας τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης.
Πάνω σὲ αὐτὴ τὴ βάση, ὁ Rahner εἰσάγει μία κρίσιμη διάκριση: ἀνάμεσα στὴν ὑπερβατολογικὴ ἐμπειρία τῆς χάρης καὶ στὴ θεματικὴ πίστη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ζεῖ πραγματικὰ μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ σὲ ἕνα βαθύ, μὴ θεματοποιημένο ἐπίπεδο, χωρὶς ἀκόμη νὰ τὴν ἔχει διατυπώσει συνειδητὰ μέσα σὲ θεολογικὲς ἔννοιες ἢ ρητὴ χριστιανικὴ πίστη. Ἡ χάρη, ἑπομένως, προηγεῖται τῆς συνειδητῆς της κατανόησης.
Ἀπὸ ἐδῶ προκύπτει μία θεμελιώδης θέση: ἡ χάρη δὲν εἶναι ἐξωτερικὸ ὑπερφυσικὸ δῶρο ποὺ προστίθεται στὴ φύση, ἀλλὰ ἐσωτερικὴ διάσταση τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης ὡς ἤδη στραμμένης πρὸς τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος, σὲ ὑπαρξιακὸ ἐπίπεδο, φέρει ἤδη μέσα του αὐτὴ τὴν κίνηση πρὸς τὸ ἀπόλυτο. Αὐτὸ εἶναι ποὺ ὁ Rahner καλεῖ ὑπαρξιακὸ ὑπερφυσικό, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ δομὴ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει σὲ τελικὴ ἀνάλυση ὅτι ἡ χάρη εἶναι «μέρος» τῆς ἀνθρώπινης φύσεως…
Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο διαμορφώνεται ἡ ὑπερβατολογικὴ Χριστολογία. Σύμφωνα μὲ αὐτήν, κάθε ἄνθρωπος, στὸ πιὸ βαθὺ ἐπίπεδο τῆς ὕπαρξής του, εἶναι ἤδη ἀνοικτὸς πρὸς τὸν Χριστό, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν τὸν γνωρίζει ἱστορικὰ ἢ θρησκευτικά. Ἀπὸ ἐδῶ προκύπτει ἡ ἰδέα τοῦ «ἀνώνυμου χριστιανισμοῦ»: ὅτι δηλαδὴ κάποιος μπορεῖ νὰ συμμετέχει στὴ σωτηριώδη χάρη τοῦ Χριστοῦ χωρὶς νὰ ἔχει ρητὴ χριστιανικὴ αὐτοσυνειδησία, μὴ γνωρίζοντας τὸ Χριστό, ἐφόσον ζεῖ μὲ εἰλικρινῆ ἀνοικτότητα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸ ἀγαθό.
Ἡ ἐνανθρώπηση, μέσα σὲ αὐτὴ τὴν προοπτική, δὲν εἶναι ἕνα ἐξωτερικὸ γεγονὸς ποὺ προστίθεται στὴν ἀνθρώπινη ἱστορία, ἀλλὰ ἡ πλήρης πραγμάτωση τῆς βαθύτερης δυνατότητας τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ σημεῖο στὸ ὁποῖο ἡ ἀνθρώπινη ἀνοικτότητα πρὸς τὸν Θεὸ γίνεται ἀπόλυτα πραγματικὴ καὶ ἱστορικὰ συγκεκριμένη, ὡς τὸ τελικὸ «ναὶ» τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ταυτόχρονα τὸ τελικὸ «ναὶ» τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό.
Σὲ αὐτὸ ἐντάσσεται καὶ ἡ ἐκκλησιολογικὴ διάσταση. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἐξωτερικὸς θεσμός, ἀλλὰ ἡ ἱστορικὴ καὶ ὁρατὴ μορφή, μέσα στὴν ὁποία ἡ καθολικὴ καὶ ἤδη ἐνεργὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ γίνεται ρητὰ συνειδητὴ καὶ θεματικὰ διατυπωμένη. Εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, τὸ ὁρατὸ πρόσωπο μίας πραγματικότητας ποὺ προηγεῖται ὑπαρξιακὰ καὶ ἀγκαλιάζει ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.
Ἡ ὑπερβατολογικὴ Χριστολογία τοῦ Rahner διαμορφώνεται ἐπίσης ἀπὸ σημαντικὲς φιλοσοφικὲς ἐπιρροές. Ἀπὸ τὸν Kant ἀντλεῖ τὴν ἔννοια τοῦ ὑπερβατολογικοῦ ὡς συνθήκης δυνατότητας τῆς ἐμπειρίας καὶ τὴ μετασχηματίζει σὲ δομὴ ἀνοικτότητας τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό. Ἀπὸ τὸν ὑπερβατολογικὸ θωμισμὸ τοῦ Maréchal1 κληρονομεῖ τὴν ἰδέα ὅτι ὁ ἀνθρώπινος νοῦς εἶναι δυναμικὰ προσανατολισμένος πρὸς τὸ ἀπόλυτο. Ἀπὸ τὸν Heidegger ἐπηρεάζεται στὴν κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς πεπερασμένου ὄντος ποὺ ζεῖ ὅμως μέσα σὲ μία διαρκῆ ἀνοικτότητα πρὸς τὸ μυστήριο τοῦ Εἶναι.
Συνοψίζοντας, ἡ ὑπερβατολογικὴ Χριστολογία βλέπει τὸν Χριστὸ ὄχι ἁπλῶς ὡς μοναδικὸ ἱστορικὸ πρόσωπο, ἀλλὰ ὡς τὴν πλήρη πραγματοποίηση τῆς ἴδιας τῆς δομῆς τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ὂν ποὺ εἶναι ἐκ φύσεως ἀνοικτὸ στὸ ἄπειρο, βρίσκει στὸν Χριστὸ τὴν ὁλοκλήρωση αὐτῆς τῆς βαθύτερης κλήσης. Ἔτσι, ἡ Χριστολογία μετατρέπεται σὲ μία ἑνιαία ἀνθρωπολογικὴ καὶ θεολογικὴ ἑρμηνεία τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὄντος ποὺ βρίσκει τὴν ἀλήθειά του στὴν αὐτοαποκάλυψη τοῦ Θεοῦ.
Κριτικὴ ἐξ ὀρθοδόξου ἐπόψεως
Πίσω ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς θέσεις διακρίνεται ἕνα βαθύτερο πρόβλημα: μία σύγχυση γύρω ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τῆς χάριτος. Ἂν ἡ χάρη θεωρηθεῖ ὡς ὑπαρξιακὴ δομὴ τοῦ ἀνθρώπου, τότε φαίνεται νὰ ἀνήκει ἤδη στὴν ἴδια τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἡ χάρη δὲν θὰ ἦταν πλέον ἕνα ἄκτιστο δῶρο τοῦ Θεοῦ ποὺ θεοποιεῖ, ἀλλὰ κάτι ποὺ εἶναι πάντοτε παρὸν σὲ κάθε ἀνθρώπινο ὂν καί, κατ’ ἀνάγκην, θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθεῖ κτιστό.
Δὲν εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὑπὸ καθεστὼς χάριτος, ὅπως ὑπονοεῖ ὁ Rahner. Ἡ πατερικὴ θεολογία διακρίνει μεταξὺ δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ καὶ θεοποιοῦ παρουσίας Του στοὺς ἀξίους καὶ δι’ αὐτῶν στοὺς ὑπόλοιπους πιστούς. Ὁ Θεὸς εἶναι πανταχοῦ παρὸν προνοητικῶς ἀλλὰ ὄχι θεοποιητικῶς.
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸν ἀνώνυμο χριστιανισμὸ τοῦ Rahner, ἡ ταύτιση τῆς χάριτος ὡς ὑπαρξιακοῦ ὑπερφυσικοῦ, δηλαδὴ ὡς ὑπαρξιακῆς δομῆς τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ὁδηγεῖ νὰ ὑποστηρίξει ὅτι μποροῦν νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ εἶναι χριστιανοὶ ἀνεπίγνωστα, ἔχοντας ἀποδεχτεῖ νὰ εἶναι ὁ ἴδιος τους ὁ ἑαυτὸς (ἀξίωμα τοῦ ὑπαρξισμοῦ). Ἄρα ἡ ἀνοικτότητα γιὰ τὴν ὁποία μιλάει ὁ Rahner εἶναι ἕνα ὑπερφυσικὸ στοιχεῖο τοῦ φυσικοῦ. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅμως, ἡ ἀνοικτότητα τοῦ ἀνθρώπου βασίζεται στὴν πάλη του κατὰ τοῦ γνωμικοῦ του θελήματος· αὐτὴ ἡ πάλη θὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο δεκτικὸ στὴ θεία χάρη. Αὐτὴ ἡ πάλη εἶναι φυσικὴ καὶ ὄχι ὑπερφυσική. Ἄρα, ἄλλο εἶναι ἡ τάση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ ἄκτιστο ὡς δημιουργήματος κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο φέρει φυσικὴ βούληση, ἐλευθερία καὶ λόγο, καὶ ἄλλο ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ ποὺ ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς θέας τοῦ ἀκτίστου φωτός, τὸ ὁποῖο ἐκχέεται τόσο ἀπὸ τὴ θεία φύση ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴ σάρκωση καὶ μετά. Ἄρα, εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ φύση καὶ ἡ χάρη συγχέονται στὸν Κ. Rahner, σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ διακρίνονται.
Τέλος, ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι αὐτὴ ποὺ περιγράφει τὸ ὑπαρξιακὸ ὑπερφυσικὸ τοῦ Rahner, ἀλλὰ ἡ φανέρωση τοῦ ἀναστημένου σώματος τοῦ Χριστοῦ στοὺς φίλους Του καὶ δι’ αὐτῶν στοὺς πιστοὺς ποὺ ἀγωνίζονται νὰ καθαρθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ χρήση τῶν φυσικῶν τους παθῶν. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὴ μελῶν της δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πρῶτοι ἁπλῶς περιγράφουν – θεματοποιοῦν αὐτὸ ποὺ ἤδη συμβαίνει σὲ ὅλους, τὴν ἀνοικτότητα πρὸς τὸ ἄπειρο καὶ τὴν πλήρωση αὐτῆς τῆς ἀνοικτότητας διὰ τῆς αὐτοκοινοποιήσεως τοῦ Λόγου στοὺς ἀνθρώπους, ὅπως θὰ ἤθελε ὁ Rahner, ἀλλὰ στὸ ὅτι οἱ βαπτισμένοι, μιμούμενοι τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ, εἰσέρχονται στὴ ζωὴ τῆς ἀνάστασης ἤδη ἀπὸ τώρα. Ἡ θέση τοῦ Rahner περὶ ἀνωνύμου χριστιανισμοῦ καταλήγει ἀναπόφευκτα στὸν θρησκευτικὸ σχετικισμό.
Ὁ Κ. Rahner ἔχει ἐπηρεάσει σὲ μεγάλο βαθμὸ ὅλους τοὺς μεταπατερικοὺς θεολόγους ὅλων τῶν ὁμολογιῶν. Εἶναι δύσκολος καὶ ζητῶ ἀπὸ τὸν ἀναγνώστη νὰ διαβάσει προσεκτικὰ τὸ παρὸν κείμενο. Ἀλλὰ ἅμα κατανοηθεῖ ὁ τρόπος σκέψης τοῦ Rahner, τότε θὰ εἴμαστε σὲ θέση νὰ καταλάβουμε ὅτι πρόκειται γιὰ ἀποδομητὴ τῆς κλασσικῆς θεολογίας, ἔτσι ὅπως τὴν ξέρουμε.
Σημείωσις:
Ὁ Marechal, Βέλγος Ἰησουίτης, προσπάθησε νὰ συνδυάσει τὴ φιλοσοφία τοῦ Κὰντ μὲ τὴ φιλοσοφία καὶ τὴ θεολογία τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη· αὐτὴ ἡ σύνθεση ὀνομάζεται «ὑπερβατολογικὸς θωμισμὸς» καὶ ἐπιχειρεῖ νὰ ἑνώσει στοιχεῖα πού, κατὰ πολλούς, δὲν εἶναι εὔκολα συμβατά. Γιὰ νὰ γίνω πιὸ κατανοητός, θὰ δώσω ἕνα παράδειγμα: ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἀνθρώπινος νοῦς, μέσῳ τῆς ἀφαίρεσης, μπορεῖ νὰ γνωρίσει τὶς οὐσίες τῶν κτιστῶν ὄντων καί, μὲ τὸ κτιστὸ φῶς τῆς δόξας, νὰ γνωρίσει τὴν ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ, θέσεις οἱ ὁποῖες θεωροῦνται ἀπαράδεκτες ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη. Ἀντίθετα, ὁ Κὰντ ἀρνεῖται τὴ δυνατότητα γνώσης τῶν πραγμάτων καθαυτῶν, δηλαδὴ τῶν οὐσιῶν, καὶ ἀποδέχεται μόνο τὴ γνώση τῶν φαινομένων, ὅπως αὐτὰ ἐμφανίζονται στὸν ἀνθρώπινο νοῦ μέσῳ τῶν γνωστικῶν του δομῶν· ὅσον ἀφορᾶ τὸν Θεό, ὁ Κὰντ ὑποστηρίζει ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὸν γνωρίσουμε μέσῳ τοῦ θεωρητικοῦ λόγου.




