Η μεταστροφή έχει προκαλέσει βαθύ σοκ και οργή σε μεγάλο μέρος του αρμενικού κόσμου
Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν
Το 2020, ιδιαίτερα στις συνεντεύξεις του στο BBC και αλλού, ο Νικόλ Πασινιάν υπερασπιζόταν ανοιχτά την αρμενική ταυτότητα του Αρτσάχ, δηλώνοντας πως «το Αρτσάχ είναι αρμενικό εδώ και χιλιάδες χρόνια» και επαναλαμβάνοντας τη γνωστή φράση
«Το Αρτσάχ είναι Αρμενία. Τελεία και παύλα.».
Τόνιζε το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Αρμενίων της περιοχής, προειδοποιούσε για υπαρξιακή απειλή και κατηγορούσε το Αζερμπαϊτζάν ότι επιδιώκει την εκδίωξη του αρμενικού πληθυσμού. Όταν δεχόταν πίεση για το διεθνές νομικό καθεστώς της περιοχής, απαντούσε πως η ιστορική πραγματικότητα, η παρουσία αιώνων, τα αρμενικά μοναστήρια, οι κοινότητες και η βούληση των κατοίκων δεν μπορούν να αγνοηθούν. Εκείνη την περίοδο παρουσίαζε ξεκάθαρα το ζήτημα όχι μόνο ως εδαφική διαφορά, αλλά ως θέμα ιστορικής συνέχειας και ασφάλειας του αρμενικού λαού.
Σήμερα όμως η ρητορική του έχει μεταβληθεί δραματικά. Ο Πασινιάν δηλώνει πλέον ότι «το Καραμπάχ δεν ήταν δικό μας» και ότι «το κίνημα του Καραμπάχ ήταν λάθος».
Αυτή η μεταστροφή έχει προκαλέσει βαθύ σοκ και οργή σε μεγάλο μέρος του αρμενικού κόσμου, επειδή δεν εκλαμβάνεται απλώς ως αλλαγή τακτικής, αλλά ως αποκήρυξη ενός ιστορικού και εθνικού αγώνα. Πίσω από αυτή τη στροφή βρίσκεται η σκληρή πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά την ήττα του 2020 και την πτώση του Αρτσάχ το 2023. Η αντίφαση ανάμεσα στο «Το Αρτσάχ είναι Αρμενία» και στο «δεν ήταν δικό μας» έχει ανοίξει ίσως το βαθύτερο ιδεολογικό και ψυχολογικό ρήγμα στη σύγχρονη αρμενική κοινωνία.
Το Αρτσάχ δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στον χάρτη τον 20ό αιώνα, ούτε αποτελεί μια τυχαία μετασοβιετική διένεξη που γεννήθηκε μετά το 1923 ή το 1991. Η ιστορία του χάνεται βαθιά στην αρχαιότητα και είναι άρρηκτα δεμένη με την ιστορική εξέλιξη του αρμενικού κόσμου.
Στην αρχαιότητα, το Αρτσάχ αναφερόταν ήδη ως μία από τις επαρχίες του βασιλείου της Μεγάλης Αρμενίας. Αρχαίοι γεωγράφοι και ιστορικοί, όπως ο Στράβων και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, κατέγραφαν την περιοχή ως μέρος της Αρμενίας. Η ίδια η ονομασία «Αρτσάχ» είναι αρμενική και συνδέεται με την παλαιά διοικητική και πολιτισμική γεωγραφία του αρμενικού έθνους.
Κατά τους αιώνες των αρμενικών βασιλείων των Αρταξιαδών και αργότερα των Αρσακιδών της Αρμενίας, το Αρτσάχ αποτέλεσε οργανικό τμήμα της αρμενικής πολιτικής και στρατιωτικής ζωής.
Η δυναστεία των Αρταξιαδών ιδρύθηκε περίπου το 189 π.Χ. από τον Αρταξία Α΄, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε την αποδυνάμωση των ελληνιστικών κρατών μετά τη διάλυση της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Αρταξίας ένωσε μεγάλες περιοχές που κατοικούνταν από αρμενικούς πληθυσμούς και δημιούργησε ένα ισχυρό αρμενικό βασίλειο με διοικητική συνοχή. Το Αρτσάχ καταγραφόταν ήδη ως μία από τις επαρχίες του κράτους αυτού.
Η μεγαλύτερη ακμή ήρθε επί Τιγράνη Β΄ του Μεγάλου τον 1ο αιώνα π.Χ. Τότε η Αρμενία μετατράπηκε σε περιφερειακή υπερδύναμη που εκτεινόταν από την Κασπία μέχρι τη Μεσόγειο. Η εποχή αυτή είναι σημαντική γιατί δείχνει ότι η αρμενική πολιτική παρουσία στον Νότιο Καύκασο δεν ήταν τοπική ή περιθωριακή. Υπήρχε οργανωμένο κράτος με στρατό, διοίκηση, πόλεις και επαρχίες. Το Αρτσάχ δεν ήταν «σύνορο ξένου κόσμου», αλλά εσωτερική επαρχία της Μεγάλης Αρμενίας.
Μετά την παρακμή των Αρταξιαδών, η Αρμενία βρέθηκε ανάμεσα σε δύο γιγάντιες δυνάμεις: τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την Παρθική Αυτοκρατορία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδείχθηκε η δυναστεία των Αρσακιδών, συγγενική με την παρθική βασιλική οικογένεια αλλά πλήρως αρμενoποιημένη με το πέρασμα των γενεών.
Οι Αρσακίδες κυβέρνησαν περίπου από τον 1ο έως τον 5ο αιώνα μ.Χ. και επί των ημερών τους διαμορφώθηκαν πολλά από τα βασικά στοιχεία της αρμενικής ταυτότητας. Το πιο καθοριστικό γεγονός ήταν η υιοθέτηση του Χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας το 301 μ.Χ. από τον Τιριδάτη Γ΄ με τη δράση του Γρηγορίου του Φωτιστή. Αυτό συνέβη δεκαετίες πριν τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Εκείνη την περίοδο το Αρτσάχ (σε Ελληνικές πηγές αναφέρετε ως Ορχιστηνή από τον Στράβωνα) εξελίχθηκε σε σημαντικό θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο. Οι αρμενικές εκκλησίες και τα μοναστήρια της περιοχής δεν ήταν απομονωμένα τοπικά μνημεία. Ήταν μέρος ενός ενιαίου αρμενικού εκκλησιαστικού και πολιτιστικού χώρου. Όταν ο Μεσρόπ Μαστότς δημιούργησε το αρμενικό αλφάβητο τον 5ο αιώνα, η διάδοση της νέας γραφής και της αρμενικής παιδείας επεκτάθηκε και στο Αρτσάχ μέσω μοναστηριακών σχολών.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία ιστορικά. Ένα έδαφος δεν χαρακτηρίζεται μόνο από το ποιος το κατείχε στρατιωτικά κάποια στιγμή, αλλά και από το ποιος δημιούργησε εκεί πολιτισμό, θεσμούς, μνήμη και συνέχεια ζωής. Στο Αρτσάχ βρίσκεις επί αιώνες αρμενικές επιγραφές, αρμενική εκκλησιαστική αρχιτεκτονική, αρμενικά χειρόγραφα και αρμενικές ηγεμονικές οικογένειες ήδη από την εποχή των Αρταξιαδών και των Αρσακιδών.
Οι τοπικές αριστοκρατικές οικογένειες ήταν αρμενικές, η γλώσσα του πληθυσμού αρμενική και η χριστιανική παράδοση της περιοχής ταυτισμένη με την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία.
Ακόμη και όταν η περιοχή πέρασε διαδοχικά υπό περσική, αραβική, σελτζουκική ή μογγολική κυριαρχία, ο αρμενικός χαρακτήρας του Αρτσάχ δεν εξαφανίστηκε. Οι Αρμένιοι της περιοχής διατήρησαν τις κοινότητές τους, τα μοναστήρια τους, την τοπική αριστοκρατία τους και μια ισχυρή αίσθηση συνέχειας. Στον Μεσαίωνα αναδείχθηκαν τα περίφημα πέντε αρμενικά πριγκιπάτα του Αρτσάχ, (Varanda, Khachen, Jraberd, Gulistan και Dizak) μικρές αρμενικές ηγεμονικές αυτόνομες περιοχές που λειτουργούσαν ως κέντρα αντίστασης και αυτοδιοίκησης. Οι πρίγκηπες ήταν απόγονοι αριστοκρατικών οικογενειών, είχαν στρατιωτική δύναμη και διατηρούσαν την αρμενική ταυτότητα στις πέντε περιοχές του Αρτσάχ που καταλάμβαναν έκταση 10.000-14.000 Km2 σύμφωνα με εκτιμήσεις.

Το Σουσί ήταν το βασικό διοικητικό, οικονομικό και στρατιωτικό κέντρο της περιοχής
Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, οι Αρμένιοι αποτελούσαν πλειοψηφία του πληθυσμού της πόλης Σουσί την οποία αποκαλούσαν «πολιτιστική πρωτεύουσα» του Αρτσάχ ή ακόμα και «Παρίσι του Καυκάσου» αλλά και της περιοχής γύρω από αυτήν. Το 1920 όμως σημειώθηκε η Σφαγή του Σουσί, όταν μεγάλο μέρος του αρμενικού πληθυσμού εξοντώθηκε και εκδιώχθηκε από τους Τούρκους-Αζέρους και οι αρμενικές συνοικίες καταστράφηκαν σε μία από τις μεγάλες τραγωδίες της αρμενικής ιστορίας του Καυκάσου.
Κατά την Σοβιετική περίοδο το 1923 ο Στάλιν ενέταξε μια περιοχή μόνο 3.170 Km2 στο Αζερμπαϊτζάν ως αυτόνομη περιφέρεια, αποκλείοντας το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού Αρτσάχ και χωρίς να συνορεύει με την Αρμενία, εξυπηρετώντας συγκεκριμένες γεωπολιτικές και εσωτερικές σκοπιμότητες της ΕΣΣΔ και προς ικανοποίηση του γενοκτόνου Μουσταφά Κεμάλ. Επίσης το Αζερμπαϊτζάν διέθετε τις πολύτιμες πετρελαιοπηγές του Μπακού, γεγονός που έδινε στους Αζέρους μπολσεβίκους μεγαλύτερη οικονομική και πολιτική επιρροή στις διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα, συγκριτικά με τη φτωχή και κατεστραμμένη από τη Γενοκτονία Αρμενία.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η τουρκική και αζερική παρουσία στην περιοχή ήταν ιστορικά πολύ μεταγενέστερη. Οι τουρκόφωνοι μουσουλμανικοί πληθυσμοί εγκαταστάθηκαν μαζικά στον Νότιο Καύκασο κυρίως μετά τις σελτζουκικές και περσικές μετακινήσεις πληθυσμών, αιώνες αφότου το Αρτσάχ ήταν ήδη γνωστό ως αρμενική επαρχία με αρμενικούς ναούς, επιγραφές και πληθυσμό.
Γι’ αυτό οι Αρμένιοι δεν αντιμετωπίζουν το Αρτσάχ ως μια απλή «διαφιλονικούμενη περιοχή» της σοβιετικής εποχής. Το βλέπουν ως τμήμα μιας ιστορικής συνέχειας που ξεκινά από τα αρχαία αρμενικά βασίλεια και φτάνει μέχρι τη σύγχρονη εποχή.




