Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη, τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.
Η ΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ πότε ὁ αὐτόχειρας διατηροῦσε τὸ αὐτεξούσιό του, ὅταν ἔλαβε καὶ ὑλοποίησε τὴν ἀπόφασή του νὰ τερματίσει τὴν ζωή του, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν «λύση τῆς συναινέσεως» ποὺ ἀναπτύχθηκε στὸ προηγούμενο μέρος τοῦ παρόντος ἀφιερώματος, ἰδιαιτέρως διαδεδομένη εἶναι ἡ ἄποψη ἐκείνη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία μόνο σὲ μία περίπτωση δὲν εἶναι ἀτομικὰ ὑπεύθυνος γιὰ τὸν θάνατό του ὁ ἴδιος ὁ αὐτόχειρας: ὅταν τὸ αὐτοκαταστροφικὸ ἀποτέλεσμα δὲν δύναται νὰ καταλογισθεῖ στὴν ἐνοχή του, δηλ. ὅταν ἐνήργησε κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε, ἂν τὴν ὑπὸ ἐξέτασιν πράξη τὴν τελοῦσε σὲ βάρος ἄλλου ἀνθρώπου, δὲν θὰ κρινόταν ἔνοχος, εἴτε γιατί θὰ ἦταν ἀνίκανος πρὸς καταλογισμὸν εἴτε γιατί, ἐξαιτίας τῆς ψυχικῆς πίεσης ποὺ βίωσε, δὲν μποροῦσε νὰ πράξει διαφορετικά. Ἡ προσέγγιση αὐτὴ εἴθισται νὰ ἀποκαλεῖται «λύση τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς ἐνοχῆς» (Exkulpationslosung).
Εἰδικότερα, ἔχει διατυπωθεῖ ἡ θέση ὅτι, γιὰ νὰ κριθεῖ ἕνας ἐμπλεκόμενος στὴν αὐτοκτονία τοῦ αὐτόχειρος ὡς ἔμμεσος αὐτουργὸς ἀνθρωποκτονίας, θὰ πρέπει ἡ αὐτοκτονία νὰ θεωρηθεῖ «λογικὴ ἐπιλογή». Τοῦτο θὰ συμβαίνει, «ὅταν ἡ ἀπειλούμενη δράση συνεπάγεται ἐπίσης ἀνθρωποκτονία», ὁπότε «ἡ ἐπιλογὴ τῆς αὐτοκτονίας ἐμφανίζεται λογική, ἀφοῦ οὐσιαστικὰ ἡ ἐπιλογὴ ποὺ τοῦ παρέχεται δὲν εἶναι μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου του, ἀλλὰ μόνο μεταξύ τοῦ τρόπου θανάτου του» [1].
Ἕνα ἀπὸ τὰ παραδείγματα ἀνθρωποκτονίας κατ’ ἔμμεση αὐτουργία ποὺ ἀναφέρονται σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο εἶναι τοῦ δράστη ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὸ θῦμα ὅτι θὰ τὸ πυροβολήσει, ἂν δὲν πέσει στὴ θάλασσα. Ἀντιθέτως, ὅταν ὁ δράστης δὲν ἐκτοξεύει ἀπειλὴ κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ θύματος (ἢ κατὰ οἰκείου προσώπου του, σύμφωνα μὲ τὰ ὁριζόμενα στὸ ἄρ. 13 β΄ ΠΚ), ἀλλὰ «ἀπειλή ποὺ ἐμπεριέχει τὴν τέλεση ἄλλης ἀξιόποινης πράξης, λ.χ. βιασμοῦ, βασανισμοῦ κ.λπ.», τότε, μὲ βάση τὴν ὑπὸ συζήτησιν θέση, δὲν θὰ μπορεῖ νὰ τιμωρηθεῖ «γιὰ ἔμμεση αὐτουργία ἀνθρωποκτονίας, ἀφοῦ δὲν εἶναι λογικὴ ἡ ἐπιλογὴ τῆς αὐτοκτονίας» [2]. Μόνη περίπτωση ἔμμεσης αὐτουργίας, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προαναφερθεῖσα, ὅπου τὸ θῦμα ἁπλὰ ἐπιλέγει τὸν τρόπο θανάτου του, ὑπάρχει, ὅταν ἡ ἀπειλὴ στρέφεται κατὰ τῆς ζωῆς οἰκείου τοῦ θύματος. Ἔτσι, ἔμμεση αὐτουργία θὰ ὑπάρξει καὶ ὅταν ἀπειληθεῖ ἡ ζωὴ κάποιου ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ὁρίζονται στὸ ἄρ. 13 στ. β΄ ΠΚ (π.χ. θὰ σκοτώσω τὸ παιδί σου, ἂν δὲν πέσεις στὴ θάλασσα).
Δὲν φαίνεται, ὅμως, καθόλου «λογικὸ» νὰ ἀξιώνει ἡ ἔννομη τάξη ἀπὸ τὸν πολίτη νὰ ἀνεχθεῖ τὸν βιασμὸ ἢ τὸν βασανισμό του, ἀλλιῶς, ἂν ἀποφασίσει νὰ τερματίσει τὴν ζωή του, ἡ αὐτοκτονία του θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογηθεῖ ὡς δικό του ἔργο, ὁ δὲ ὑποκρυπτόμενος ὀργανωτὴς τῆς αὐτοκτονίας νὰ ὑποβιβάζεται σὲ μία ἥσσονος σημασίας φιγούρα τοῦ ἐγκληματικοῦ ἐπεισοδίου, δηλ. ἁπλὸς συμμέτοχος σὲ αὐτοκτονία. Ὅποιος, διὰ τῆς ἀπειλῆς τοῦ βιασμοῦ ἢ τοῦ βασανισμοῦ, ἀσκεῖ μία τόσο σοβαρὴ ψυχικὴ πίεση σὲ ἄλλον ἄνθρωπο, στὴν οὐσία εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κινεῖ παρασκηνιακὰ τὰ νήματα τοῦ ἐγκληματικοῦ συμβάντος, θέτοντας ὑπὸ τὸν ἔλεγχό του τὸν ἀποδέκτη τῆς ἀπειλῆς.
Πέραν τούτου, ἡ συγκεκριμένη «λύση τῆς λογικῆς ἐπιλογῆς» δὲν λαμβάνει καθόλου ὑπ’ ὄψιν τὸν ὑποκειμενικὸ ἀξιακὸ κώδικα τοῦ αὐτοπροσβαλλομένου. Τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ καθίσταται ἀντιληπτὸ καὶ στὴν περίπτωση ποὺ ὁ (ἰδίως πολύτεκνος) ἀπειλούμενος τερματίζει τὴν ζωὴ του ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀπειλῆς τῆς ἀπόλυσής του. Κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς ἴδιας λύσης, δὲν θὰ ἀναιρεῖτο οὔτε ἐδῶ τὸ αὐτεξούσιο τοῦ αὐτόχειρος, ὅποτε ὁ ἀπειλῶν θὰ τιμωρεῖτο μὲ πλημμεληματική ποινὴ ὡς συμμέτοχος σὲ αὐτοκτονία, ἀφοῦ δὲν θὰ θεωρεῖτο «λογικὴ ἐπιλογὴ» ἡ ἐκ μέρους τοῦ ἀπειλουμένου πρόκριση τῆς αὐτοκτονίας ἔναντι τῆς ἀπόλυσής του!
Σὲ κάθε περίπτωση, εὔλογα διερωτᾶται κανεὶς πῶς μπορεῖ νὰ ὁριοθετηθεῖ πειστικὰ τὸ λογικὸ ἔναντι τοῦ παραλόγου σὲ ἕνα κόσμο πού, ὅπως κατεδείχθη μέσα ἀπὸ τὴν θεώρηση τοῦ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ, λειτουργεῖ πλέον ἀνάποδα, δηλαδὴ παράλογα. Καὶ γιατί εἶναι λογικὸ καὶ ὄχι παράλογο νὰ αὐτοκτονήσει ἕνας ἄνθρωπος, ἐπειδὴ κάποιος τὸν ἀπειλεῖ ὅτι, ἂν δὲν αὐτοκτονήσει, θὰ τὸν σπρώξει στὸ κενό, ἀφοῦ ἀρνούμενος νὰ αὐτοκτονήσει, εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ κέρδιζε πολύτιμο χρόνο καὶ ἔτσι ὁ ἀπειλῶν νὰ ἄλλαζε γνώμη, ἐνῶ δὲν ἀποκλείεται ἡ ἀπειλή του νὰ ἦταν ἐξ ἀρχῆς μία «μπλόφα».
Χρησιμοποιώντας τὸ ἐν πολλοῖς αὐθαίρετο κριτήριο τῆς ἐκ μέρους τοῦ αὐτόχειρα «λογικῆς ἐπιλογῆς» ἑνὸς ἐκ τῶν δύο ἰσοδύναμων τρόπων θανάτου, ἡ προαναφερθεῖσα λύση χρησιμοποιεῖ στὴν οὐσία ὡς βάση της τὸ ἄρθρο 32 τοῦ Ποινικοῦ μας Κώδικα, ὅπου ρυθμίζεται ἡ κατάσταση ἀνάγκης ποὺ ἀποκλείει τὸν καταλογισμό: «Ἡ πράξη δὲν καταλογίζεται σὲ ἐκεῖνον ποὺ τὴν τελεῖ, γιὰ νὰ ἀποτρέψει παρόντα καὶ ἀναπότρεπτο μὲ ἄλλα μέσα κίνδυνο, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ χωρὶς δική του ὑπαιτιότητα τὸ πρόσωπο ἢ τὴν περιουσία τοῦ ἴδιου ἢ οἰκείου του, ἂν ἡ προσβολὴ ποὺ προκλήθηκε στὸν ἄλλον ἀπὸ τὴν πράξη αὐτὴ εἶναι κατὰ τὸ εἶδος καὶ τὴ σπουδαιότητα ἀνάλογη μὲ τὴν προσβολὴ ποὺ ἀπειλήθηκε».
Γιὰ νὰ κριθεῖ, λοιπόν, ὁ ἐμπλεκόμενος στὴν αὐτοκτονία ἔνοχος ὡς ἔμμεσος αὐτουργὸς ἀνθρωποκτονίας, θὰ πρέπει, κατὰ μεταφορὰ τοῦ πνεύματος τοῦ προαναφερθέντος ἄρ. 32 ΠΚ, ὁ τερματισμὸς τῆς ζωῆς τοῦ θύματος νὰ ἀποφασίσθηκε, προκειμένου νὰ ἀποφευχθεῖ μία προσβολὴ ἀνάλογη πρὸς τὴν ἀπειλούμενη, μὲ ἄλλα λόγια: ὁ ἐξαναγκασμὸς τῆς θελήσεως τοῦ αὐτοπροσβαλλομένου νὰ ἔλαβε χώρα «μέσῳ ἀπειλῶν, ἡ πραγματοποίηση τῶν ὁποίων θὰ σήμαινε μία ἀνάλογα μεγάλη καὶ ὀδυνηρὴ καταστροφὴ» πρὸς τὴν ἐπελθοῦσα, «διότι μόνο τότε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἀδιέξοδο μπροστὰ στὸ ὁποῖο βρέθηκε» ὁ αὐτοπροσβαλλόμενος «τοῦ ἀφαίρεσε κάθε δυνατότητα ἐλεύθερης καὶ ὑπεύθυνης πράξεως», ὁπότε ὁ δράστης «χρησιμοποίησε τὸν αὐτόχειρα γιὰ τὴν τέλεση τῆς πράξεως ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του» [3].
Τὸ κλασσικὸ παράδειγμα ποὺ ἀναφέρεται ἐδῶ εἶναι τὸ ἑξῆς: «Οἱ βασανιστὲς τοῦ πολιτικοῦ κρατουμένου Β τοῦ ἀφήνουν στὸ κελλὶ ὅπου αὐτὸς κρατεῖται ἕνα περίστροφο, ὑπονοώντας ὅτι ὁ μόνος τρόπος νὰ ἀποφύγει ἐπανάληψη τῶν φρικτῶν καὶ ἀνυπόφορων βασανιστηρίων –ποὺ νωρίτερα ἢ ἀργότερα θὰ ὁδηγήσουν οὕτως ἢ ἄλλως στὸν θάνατό του– εἶναι νὰ αὐτοκτονήσει πάραυτα. Ὁ Β ἀναλογιζόμενος τὴ θέση του αὐτοκτονεῖ» [4].
Μὲ βάση αὐτὴν τὴν ἄποψη, ὅποιοι προκάλεσαν τὴν κατάρρευση τῶν Δίδυμων Πύργων εὐθύνονται γιὰ ἀνθρωποκτονία μὲ δόλο κατ’ ἔμμεση αὐτουργία καὶ κατὰ συρροήν, ἀφοῦ ἔθεσαν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονταν μέσα στὰ κτήρια τὴν ὥρα τῆς ἐπίθεσης πρὸ ἑνὸς διλήμματος, οἱ δύο πόλοι τοῦ ὁποίου ἀφοροῦσαν ἀποκλειστικὰ τὸν τρόπο θανάτου: ἀπὸ ἀσφυξία λόγῳ τῶν ἀναθυμιάσεων ἢ ἀπὸ πρόσκρουση στὸ ἔδαφος (ἢ σὲ ἄλλη ἀνένδοτη ἐπιφάνεια) μετὰ τὴν κατακόρυφη πτώση στὸ κενό.
Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν χιτλερικὴ ἀπειλὴ πρὸς τὸν Ρόμμελ «ἂν δὲν αὐτοκτονήσεις, θὰ σὲ ἐκτελέσω» ἢ γιὰ τὴν κινηματογραφικὴ ἀπειλὴ τῆς ἀμερικανικῆς ταινίας “Brothers” (2009), ὅπου ἕνας στρατιώτης ἐξαναγκάζεται νὰ σκοτώσει τὸν συστρατιώτη του, διότι, ἂν ἠρνεῖτο, θὰ τοῦ τίναζε τὰ μυαλὰ στὸν ἀέρα ὁ ἀνώτερός του, ὁ ὁποῖος τὸν σημαδεύει μὲ τὸ ὅπλο του στὸν κρόταφο.
Δεδομένου, ὅμως, ὅτι, στὴν κατάσταση ἀνάγκης ποὺ αἴρει τὸν καταλογισμό, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρο 32 ΠΚ, ἀρκεῖ ἡ ἀπειληθεῖσα καὶ ἡ προκληθεῖσα προσβολὴ νὰ εἶναι ἀνάλογες, θὰ ἔπρεπε καὶ γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς ἐμπλοκῆς τοῦ δράστη στὴν αὐτοκτονία τοῦ θύματος ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς ἀνθρωποκτονίας κατ’ ἔμμεση αὐτουργία νὰ μὴ ἀπαιτεῖται ὁπωσδήποτε ἐπιλογὴ μεταξὺ δύο ἰσοδύναμων τρόπων θανάτου, ἀλλὰ νὰ ἀρκεῖ ἡ ἐπιλογὴ τῆς αὐτοκτονίας, προκειμένου νὰ ἀποτραπεῖ ἕνα κακὸ ποὺ θὰ ἦταν «λίγο κατώτερο» [5] τῆς ἀπώλειας τῆς ζωῆς. Συνεπῶς, δὲν εἶναι ὀρθὸ νὰ κατασκευάζονται παραδείγματα ἀνθρωποκτονίας κατ’ ἔμμεση αὐτουργία μὲ ἀπειλή χρήσης μόνο θανατηφόρων βασανιστηρίων. Γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐξισωθεῖ ὁ ἀπειλῶν μὲ δράστη ἀνθρωποκτονίας ἐκ προθέσεως, θὰ πρέπει νὰ ἀρκεῖ τὸ ἀπειλούμενο κακὸ νὰ εἶναι ἡ χρήση βασανιστηρίων ποὺ θὰ προκαλέσουν π.χ. βαριὰ σωματικὴ βλάβη στὸν ἀπειλούμενο ἢ τρόμο θανάτου.
Δεδομένου δὲ ὅτι ἡ κάμψη τῆς ἀντίθετης βούλησης τοῦ ἀπειλουμένου στηρίζεται ἀκριβῶς στὸ συναίσθημα τοῦ φόβου, τὸ ὁποῖο δὲν καθορίζεται μόνο ἀπὸ ἀντικειμενικὲς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὑποκειμενικὲς παραμέτρους, ὅπως εἶναι τὰ προσωπικὰ βιώματα τοῦ ἀπειλουμένου, οἱ ψυχικές του ἰδιαιτερότητες, ἀλλὰ καὶ οἱ οἰκογενειακὲς καὶ ἐπαγγελματικὲς περιστάσεις, φρονῶ πὼς γιὰ τὴν κατάφαση τῆς ἀνθρωποκτονίας κατ’ ἔμμεση αὐτουργία δὲν εἶναι ὀρθὸ (καί, ταυτοχρόνως συμβατὸ μὲ τὸν τρόπο λειτουργίας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς) νὰ ἀξιώνεται «ἡ ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία ἀντιμετώπισης τοῦ κινδύνου μὲ ἄλλα μέσα, ἡ διαπίστωση δηλαδὴ ὅτι ὁ κίνδυνος δὲν μποροῦσε ἀντικειμενικά, καὶ ὄχι μόνο κατὰ τὴν ἐκτίμηση τοῦ δράστη, νὰ ἀντιμετωπιστεῖ διαφορετικὰ» [6].
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἀπειλὴ ἀπόλυσης τοῦ μετέπειτα αὐτόχειρος, εἶναι προφανὲς ὅτι, μὲ βάση τὴν προσέγγιση ποὺ ὡς κριτήριο ὁριοθέτησης χρησιμοποιεῖ τὴν ψυχικὴ πίεση, τὴν ὁποία βιώνει ὁ ἀπειλούμενος στὸ πλαίσιο τῆς κατάστασης ἀνάγκης ποὺ αἴρει τὸν καταλογισμό, δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ἀπὸ τοὺς θιασῶτες αὐτῆς τῆς ἄποψης ὡς ἕνας κίνδυνος προσβολῆς τοῦ ἀπειλουμένου ποὺ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸν κίνδυνο κατὰ τῆς ζωῆς του, ἀφοῦ θεωρεῖται ὅτι «ἡ ψυχικὴ πίεση ποὺ ἀσκεῖται δὲν ἔχει τέτοια ἔνταση, ὥστε νὰ ἀναιρεῖται κάθε δυνατότητα ἐπιλογῆς» [7]. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου, ὁ ἀπειλῶν δὲν δύναται νὰ θεωρηθεῖ ἔμμεσος αὐτουργὸς ἀνθρωποκτονίας [8].
Ὡστόσο, μία τέτοια ἄποψη εὐνοεῖ ἀδικαιολογήτως τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο ποὺ ἔχει ἐκτροχιασθεῖ ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῆς νομιμότητας, μετερχόμενος τὸ ἐξαναγκαστικὸ μέσο τῆς ἀπειλῆς. Εἰδικότερα, ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν ἐσφαλμένη προϋπόθεση ὅτι καθένας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπειλεῖ ἕνα συνάνθρωπό του μὲ τὴν ἐπέλευση ἑνὸς κάθε ἄλλο παρὰ ἀμελητέου κακοῦ (ἐδῶ ἀνήκει κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἀπειλὴ τῆς ἀπόλυσης ἢ τῆς χρήσης βασανιστηρίων), προκειμένου νὰ ἐπιτύχει τὸν ἐπιδιωκόμενο σκοπό του, μετακυλίοντας στοὺς ὤμους τοῦ ἀπειλουμένου τὸ βάρος τῆς βασανιστικῆς ἐπιλογῆς του.
Κατόπιν αὐτῶν, ἡ «λύση τῆς συναινέσεως» ποὺ ἀναπτύχθηκε στὸ προηγούμενο μέρος (βάσει αὐτῆς, ἀτομικῶς ὑπεύθυνα ἐνεργεῖ ὁ αὐτόχειρας, ὅταν διαθέτει τὴν ἀπαιτούμενη κριτικὴ ἱκανότητα, ὥστε νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἀντιληφθεῖ καὶ νὰ σταθμίσει τὴν σημασία καὶ τὶς συνέπειες τῆς αὐτοκαταστροφικῆς ἀπόφασής του, χωρὶς νὰ βρίσκεται ὑπὸ τὸ κράτος πλάνης, ἀπάτης ἢ ἀπειλῆς) ἔχει τὸ προβάδισμα ἔναντι τῆς «λύσης τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς ἐνοχῆς», δεδομένου ὅτι ἀνταποκρίνεται καλύτερα στὴν ἀνάγκη προστασίας τοῦ κατὰ κανόνα εὐάλωτου στὶς ἐξωτερικὲς ἐπιρροὲς αὐτόχειρος.
Ἐξάλλου, ὁ ὑπὸ ψυχικὴ πίεση εὑρισκόμενος δράστης πρέπει νὰ ὑπερβεῖ τὸ αἴσθημα ἀποδοκιμασίας ποὺ τὸν διακατέχει ὡς πρὸς τὴν τέλεση ἀδίκου πράξεως σὲ βάρος ἄλλου ἀνθρώπου καί, ταυτοχρόνως, νὰ ὑπερνικήσει τὸν φόβο τῆς τιμώρησής του. Ἀντιθέτως, στὶς αὐτοπροσβολὲς τέτοιοι ἀνασχετικοὶ φραγμοὶ δὲν ὑπάρχουν, ἀφοῦ στὸ δικό του σῶμα ἐπιτρέπεται καθένας νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, ἐφόσον δὲν θίγει ἀγαθὰ ἄλλων προσώπων. Ἑπομένως, ἡ ἐξαναγκαστικὴ πίεση ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αὐτοκτονία θὰ πρέπει νὰ γίνει δεκτὸ ὅτι μπορεῖ νὰ προκληθεῖ καὶ μὲ τὴν ἀπειλὴ ἑνὸς κακοῦ μικρότερης βαρύτητας σὲ σχέση μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ τὴ συγχώρηση τοῦ δράστη ἐπὶ καταστάσεως ἀνάγκης ποὺ αἴρει τὸν καταλογισμό.
ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
Τὴν αὐστηρὴ γιὰ τὸν κατηγορούμενο «λύση τῆς συναινέσεως» προέκρινε πρὶν ἀπὸ ἕξι χρόνια καὶ τὸ Ὁμοσπονδιακὸ Συνταγματικὸ Δικαστήριο τῆς Γερμανίας, τὸ ὁποῖο μὲ τὴν ἀπὸ 26.2.2020 ἀπόφασή του ἀπεφάνθη ὅτι: [9] Ἡ ἀπόφαση γιὰ διάπραξη αὐτοκτονίας πηγάζει ἀπὸ μία αὐτόνομα διαμορφωμένη, ἐλεύθερη βούληση (autonom gebildeter, freier Wille), ὅταν τὸ ἄτομο λαμβάνει τὴν ἀπόφασή του μὲ βάση μία στάθμιση ποὺ γίνεται ἀνάμεσα στὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ μειονεκτήματα καὶ ἡ ὁποία ἑδράζεται ἐπὶ πραγματικοῦ ἐδάφους (realitatsbezogen), εὐθυγραμμίζεται δὲ μὲ τὴν παράσταση ποὺ ἔχει ὁ ἐπίδοξος αὐτόχειρας γιὰ τὸν ἑαυτό του (Selbstbild).
Κατὰ συνέπεια, μία ἐλεύθερη ἀπόφαση αὐτοκτονίας προϋποθέτει, καταρχάς, τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀτόμου ἀφ’ ἑνὸς νὰ διαμορφώνει τὴν βούλησή του ἐλεύθερα, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ μία ὀξεῖα ψυχικὴ διαταραχὴ καί, ἀφ’ ἑτέρου, νὰ ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη. […] Ἐπιπλέον, ὁ ἐπίδοξος αὐτόχειρ πρέπει νὰ γνωρίζει ὅλες τὶς κρίσιμες παραμέτρους τῆς ἀπόφασής του. Εἰδικότερα, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἔχει στὴν διάθεσή του ὅλες τὶς σχετικὲς πληροφορίες, δηλαδὴ νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ σταθμίσει ρεαλιστικὰ τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατά, στηριζόμενος σὲ μία ἐπαρκῆ βάση ἀξιολόγησης.
Ἡ ἐλεύθερη διαμόρφωση τῆς βούλησης προϋποθέτει, ἰδίως, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ πρόκειται νὰ λάβει τὴν ἀπόφασή του ἀναγνωρίζει τυχὸν ὑφιστάμενες ἐναλλακτικὲς λύσεις ἀντὶ τῆς αὐτοκτονίας, ἀξιολογεῖ τὶς ἀντίστοιχες συνέπειές τους καὶ λαμβάνει τὴν τελικὴ ἀπόφαση γνωρίζοντας ὅλες τὶς οὐσιώδεις περιστάσεις καὶ δυνατότητες. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ἰσχύουν οἱ ἴδιες ἀρχὲς μὲ ἐκεῖνες ποὺ διέπουν τὴν παροχὴ τῆς συναίνεσης τοῦ ἀσθενοῦς σὲ μία ἰατρικὴ θεραπεία. Καὶ σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ὁ ἐνδιαφερόμενος πρέπει νὰ γνωρίζει τὶς περιστάσεις ποὺ εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴν παροχὴ τῆς συναίνεσής του, συμπεριλαμβανομένων τῶν διαθέσιμων ἐναλλακτικῶν λύσεων, προκειμένου νὰ λάβει τὴν ἀπόφασή του στὸ πλαίσιο τῆς ἀτομικῆς εὐθύνης καὶ τῆς αὐτοδιάθεσής του.
Πρόσθετη προϋπόθεση εἶναι τὸ ἐν λόγῳ ἄτομο νὰ μὴ εἶναι ἐκτεθειμένο σὲ ἀνεπίτρεπτες ἐπιρροὲς ἢ πιέσεις. Τέλος, ἡ ὕπαρξη ἐλεύθερης βούλησης μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ δεδομένη, μόνο ἂν ἡ ἀπόφαση τερματισμοῦ τῆς ζωῆς χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία κάποια «διάρκεια» καὶ «ἐσωτερικὴ σταθερότητα».
(Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις:
[1] Μπέκας, Ἡ προστασία τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας στὸν Ποινικὸ Κώδικα, ἔκδ. Π.Ν. Σάκκουλας, Ἀθήνα 2004, σελ. 97. Πρβλ. ἤδη Ἀνδρουλάκη, Ποινικὸν Δίκαιον, Εἰδικὸν Μέρος, ἔκδ. Ἄντ. Ν. Σάκκουλα, Ἀθῆναι 1974, σελ. 32: «ἐπὶ ἐμμέσῳ αὐτουργίᾳ εἰς ἀνθρωποκτονίαν ἐκ προθέσεως θὰ πρέπει νὰ τιμωρηθῆ καὶ ὁ διὰ βίας ἢ ἀπειλῆς ἐξαναγκάσας τὸν αὐτόχειρα εἰς τὴν ἀπονενοημένην πρᾶξιν του ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη ἡ ἐξουθένωσις τοῦ τελευταίου, ὥστε ὁ θάνατος νὰ παρίσταται δι’ αὐτὸν ὡς κατανοητὴ καὶ “ἔμφρων” λύσις ἐν ὄψει τοῦ ἀδιεξόδου εἰς ὅ περιῆλθε». [2] Μπέκας, ὅ.π. [3] Χαραλαμπάκης, Ἡ ἔμμεση αὐτουργία, ἔκδ. Ἀντ. Ν. Σάκκουλα, Ἀθήνα-Κομοτηνὴ 1988, σελ. 334, 335. [4] Χαραλαμπάκης, ὅ.π., σελ. 235. [5] Γιὰ τὴν ἑρμηνεία αὐτὴ στὸ πλαίσιο τῆς κατάστασης ἀνάγκης ποὺ αἴρει τὸν καταλογισμὸ βλ. Δ. Σπιννέλη, εἰς: Συστηματικὴ Ἑρμηνεία τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα, Ἄρθρα 1-133, ἐκδ. Π.Ν. Σάκκουλα, Ἀθήνα 2005, Ἄρθρο 32, ἀριθμ. περ. 3. [6] Ἔτσι, ὅμως, ἡ Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ὁ ἐπίμονος πλοίαρχος, εἰς: Μπιτζιλέκη/Συμεωνίδου-Καστανίδου, Πρακτικὰ Θέματα Ποινικοῦ Δικαίου, ἔκδ. Νομικὴ Βιβλιοθήκη, Ἀθήνα 2019, σελ. 21 ἑπ., σελ. 23. [7] Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ἐγκλήματα κατὰ τῆς ζωῆς, 2001, σελ. 512. [8] Ἔτσι καὶ ἡ Συμεωνίδου-Καστανίδου, Ὁ ἐπίμονος πλοίαρχος, σελ. 23. Ἐπίσης ὁ Χαραλαμπάκης, ὅ.π., σελ. 336, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει τὸ παράδειγμα τοῦ Α, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὸν (μετέπειτα αὐτόχειρα) Β μὲ ἀποκάλυψη οἰκονομικῶν ἀτασθαλιῶν του, ἂν αὐτὸς δὲν βρεῖ τὸ θάρρος νὰ θέσει ὁ ἴδιος τέρμα στὴν ζωή του. [9] BVerfGE 153, σελ. 182. Βλ. καὶ Sternberg-Lieben/Weiber, εἰς: Tubinger Kommentar, Strafgesetzbuch, 31η ἔκδ., 2025, § 216, ἀριθμ. περ. 15.




