Συμφώνως πρὸς δημοσίευμα τοῦ ἱστολογίου ΑΚΤΙΝΕΣ τῆς 26ης Ἰουνίου:
«Εἶδα σὲ ἕνα ὀλιγόλεπτο ἀπόσπασμα τηλεοπτικῆς ἐκπομπῆς στὸν δίαυλο τοῦ Open, τὸν Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο νὰ ὑπερασπίζεται ἀρειμανίως τὶς νέες αὐξήσεις τῶν μητροπολιτῶν. Ὁμολογῶ πὼς στάθηκα μὲ ἰδιαίτερη ἔκπληξη μπροστὰ σὲ μία δημόσια τοποθέτηση πού, ἀνεξαρτήτως προθέσεων, ἄφηνε τὴν ἐντύπωση μίας ἐξόφθαλμης καὶ ἀνίερης μετατόπισης ἀπὸ τὴ θεολογικὴ γλώσσα τοῦ λειτουργήματος στὴ ξύλινη τυπολατρικὴ γλώσσα τῆς διοικητικῆς καὶ μισθολογικῆς ἀντιστοίχισης, ὅπως αὐτὴ συνηθίζεται στὸν εὐρύτερο δημόσιο τομέα. Μὲ λίγα λόγια οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ἀπάντησε στὴν δημοσιογράφο, ἡ ὁποία τὸν “ἔφερε στὰ σχοινιὰ” ὅτι ὅπως κάθε ὑψηλόβαθμο ἐπάγγελμα τοῦ δημοσίου ἀμοίβεται καλὰ ἔτσι ἀντίστοιχα πρέπει νὰ ἀμείβονται καὶ οἱ ἀνώτεροι θεσμικὰ ἱεράρχες.
Τόλμησε ὁ ἀθεόφοβος τὸ ὕψιστο λειτούργημα καὶ τὴν ἱερὴ διακονία τοῦ Μητροπολίτη, τὴν ὁποία ἔχουν ὑπηρετήσει μὲ σθένος καὶ παρρησία οὐκ ὀλίγοι Ἅγιοι ἀπὸ τὸν Μέγα Βασίλειο καὶ τὸν Ἅγιο Ἐλευθέριο μέχρι τὸν Ἅγιο Νεκτάριο νὰ τὴν ἐξισώσει μὲ τὰ κοινὰ βιοποριστικὰ ἐπαγγέλματα.
Διότι ὅταν τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα περιγράφεται πρωτίστως μὲ ὅρους “θέσης”, “ἀντιστοίχισης” καὶ “ἀπολαβῶν”, τότε δὲν ἔχουμε ἁπλῶς μία συζήτηση τεχνικοῦ χαρακτήρα, ἀλλὰ μία βαθύτερη ἐκκλησιολογικὴ μετακίνηση ἀπὸ τὴ διακονία τοῦ Σταυροῦ πρὸς μία θεσμικὴ κατανόηση ποὺ προσεγγίζει τὴ λογικὴ τῆς κρατικῆς ἱεραρχίας.
Σὲ μία κοινωνία κόπωσης, οἰκονομικῆς πίεσης καὶ ὑπαρξιακῆς ἀνασφάλειας, κάθε δημόσια ἀναφορὰ σὲ ἀπολαβὲς καὶ “ἀντιστοιχίες” δὲν εἶναι οὐδέτερη. Ἐνδέχεται νὰ παρερμηνευθεῖ, νὰ ὀξύνει ἐντυπώσεις ἢ νὰ ἀποσυνδέσει τὸν λαὸ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ διάσταση τοῦ λειτουργήματος.
Ἡ αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας δὲν γεννήθηκε ἀπὸ προνόμια, τίτλους καὶ ἀντιστοιχίες μὲ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία. Γεννήθηκε ἀπὸ ταπεινοὺς ποιμένες ποὺ σήκωσαν τὸν σταυρό τους. Ὅταν ὅμως ἀρχίζει νὰ υἱοθετεῖ τὴ γλώσσα τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ περιγράψει τὸν ἑαυτό της, τότε ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος δὲν εἶναι νὰ χάσει τὴν κοινωνική της ἐπιρροή, ἀλλὰ νὰ θαμπώσει ἡ εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου ποὺ ὀφείλει νὰ ἀντανακλᾶ. Γιατί στὸ τέλος τῆς ἡμέρας, δὲν εἶναι ἡ ἀποζημίωση ἑνὸς θεσμοῦ ποὺ κρίνεται, ἀλλὰ ἡ πιστότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸ πνεῦμα Ἐκείνου ποὺ “οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι”».
Στυλιανὸς Καβάζης




