Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Ἀναγνωρίζοντας τὴν Ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὡς θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Παπισμοῦ, παρεπόμενα ἀναγνωρίζουμε τὸν Παπισμὸ ὡς ἐκκλησία καὶ τὸν Πάπα ὡς κανονικὸ Ἐπίσκοπο τῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Καὶ φυσικὰ ἀναγνωρίζουμε τὸν Παπισμὸ ὡς τὴν Πρωτόθρονη ἐκκλησία. Αὐτὸ δὲν γίνεται ἀντιληπτό;
Ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγονται περὶ τῆς μοναδικότητας τῆς Ἐκκλησίας παραθεωροῦνται; Δὲν γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι τὰ περὶ παπικοῦ πρωτείου ἐνισχύονται, μὲ μία τέτοια ἀναγνώριση καὶ ὅτι ὁ Παπισμὸς προβάλλεται ὡς “παράλληλη” Ἐκκλησία; Στὸν Παπισμὸ οὔτε τὸ παπικὸ πρωτεῖο ἔχουν ἀπορρίψει, οὔτε καὶ τὶς λοιπὲς κακοδοξίες τους. Ὀρθῶς ὁ Ἅγιος Πορφύριος ἀναφέρει πὼς «εἶναι φῶς φανάρι ὅτι τὸν ἐνδιαφέρει νὰ ἀναγνωρίσουν οἱ Ὀρθόδοξοι κεφαλὴν τὸν Πάπα καὶ τίποτε περισσότερο».
Δὲν ἀναγνωρίζουν τὸν Παπισμὸ ὡς ἐκκλησία καὶ μάλιστα ὡς Πρωτόθρονη, μὲ τὴν ἀναγνώριση τῆς Ἑορτῆς τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὡς θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Παπισμοῦ; Πρὸς τί οἱ ἀντιεκκλησιαστικὲς ὑπερβολὲς περὶ τῆς Ἑορτῆς τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὡς θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Παπισμοῦ;
Λησμονοῦμε τὴ μεγάλη ἔγνοια τοῦ Παπισμοῦ, γιὰ τὴν ἐξουσιαστικὴ στρέβλωση τοῦ λεγόμενου παπικοῦ πρωτείου; Εὐκαίρως ἀκαίρως οἱ Παπικοί “πρωτομιλοῦν” γιὰ τὸ παπικὸ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο.
Καθετὶ τὸ ὁποῖο ἀναιρεῖ τὴν κακοδοξία τοῦ Παπικοῦ ἐξουσιαστικοῦ πρωτείου, σκοπίμως οἱ Παπικοὶ τὸ παραγνωρίζουν. Ὅπως γιὰ παράδειγμα τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «λογίζομαι γὰρ μηδὲν ὑστερηκέναι τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων» (Β΄ Κορ. 11,5).
«Τὰ πάντα θὰ σοφισθοῦν, τὰ πάντα θὰ δράσουν, ὅπως ἀναδείξουν τοὺς Πάπας ἡγεμόνας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τυράννους τῆς Οἰκουμένης», ἔγραφε ὁ Ἅγιος Νεκτάριος.
Εἶναι φυσικὸ νὰ μὴ “ἀναπαύουν” τὴν παπικὴ ἐξουσιαστικὴ μανία λόγοι, ὅπως αὐτοὶ τοὺς ὁποίους συναντοῦμε στὴν Πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, οἱ ὁποῖοι πολὺ ἐνοχλοῦν τὸν Παπισμό. «Παῦλος, ἀπόστολος οὐκ ἀπ’ ἀνθρώπων, οὐδὲ δι’ ἀνθρώπου, ἀλλὰ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ Πατρὸς τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ νεκρῶν» (Γαλ. 1,1), «ἀπὸ δὲ τῶν δοκούντων εἶναι τί, ὁποῖοι ποτὲ ἦσαν οὐδέν μοι διαφέρει· πρόσωπον Θεὸς ἀνθρώπου οὐ λαμβάνει· ἐμοὶ γὰρ οἱ δοκοῦντες οὐδὲν προσανέθεντο» (Γαλ. 2,6) καὶ «ὁ γὰρ ἐνεργήσας Πέτρῳ εἰς ἀποστολὴν τῆς περιτομῆς ἐνήργησε καὶ ἐμοὶ εἰς τὰ ἔθνη» Γαλ. 2,8, τονίζει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Αὐτοὶ οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πολὺ ἐνοχλοῦν στὸν Παπισμό.
Τὸ διάταγμα τοῦ Sancti Oficii, τὸ ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος ὁ Ι΄ στὶς 21 Ἰανουαρίου 1647, «ἀναθεματιζόταν ὡς αἱρετικὸς» ἀναφέρει ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ Παῦλος Μπαγιεστέρ*, «κάθε χριστιανὸς ποὺ θὰ τολμοῦσε νὰ πιστέψει, νὰ ἀκολουθήσει ἢ νὰ μεταδώσει τὴν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου περὶ τῆς αὐθεντίας τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος»*.
Μάλιστα ἀνέφερε τὸ διάταγμα τοῦ Sancti Oficii καὶ τὴν μεταθανάτια τιμωρία ὡς ἀπειλή. Γνωρίζουν οἱ Παπικοὶ ὅτι ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «λογίζομαι γὰρ μηδὲν ὑστερηκέναι τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων» (Β΄ Κορ. 11,5) “δυσκολεύει” τὴν κακοδοξία τοῦ Παπικοῦ ἐξουσιαστικοῦ πρωτείου. Ἡ Παπικὴ μείωση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, σκοπό, ἔχει τὴν ἑδραίωση τοῦ Παπικοῦ ἐξουσιαστικοῦ πρωτείου.
Παρενθετικὰ νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ Παῦλος Μπαγιεστὲρ (Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος), πρώην φραγκισκανὸς μοναχὸς Ἱσπανικῆς καταγωγῆς, σὲ φραγκισκανὸ μοναστήρι στὴ Βόρεια Ἱσπανία, ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὴ περίπτωση σοβαρὰ προβληματισθέντος γιὰ τὸ παπικὸ ἐξουσιαστικὸ πρωτεῖο, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐπιστροφή του στὴν Μία Ἁγία Ἐκκλησία, τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐνοχλεῖ τοὺς Παπικοὺς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει τὴν ἰσότητά του, τόσο μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, ὅσο καὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σὲ σχόλιά του στὴν Πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἀναφέρει ὅτι, «(ὁ Ἀπόστολος Παῦλος) διακηρύσσει τὴν ἰσότητά του μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ συγκριθεῖ ὄχι μόνο μὲ τοὺς ὑπολοίπους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν πρῶτον ἀπὸ αὐτούς, γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι ὅλοι εἶχαν τὸ ἴδιο ἀξίωμα». Εἶναι ἐπακριβῶς αὐτὸ δηλαδή, τὸ ὁποῖο ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς ὅτι, «ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι ἦταν ὅ,τι καὶ ὁ Πέτρος, δηλαδὴ προικισμένοι μὲ τὴν ἴδια τιμὴ καὶ ἐξουσία»**.
Κατὰ τὴν Ἑσπερινὴ Ἀκολουθία, τῆς Ἑορτῆς τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου ψάλλουμε, «Ἔδωκας στηρίγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ σου, Κύριε, τὴν τοῦ Πέτρου στερρότητα, καὶ τοῦ Παύλου τὴν σύνεσιν, καὶ λαμπρὰν σοφίαν, καὶ τὴν ἑκατέρων, θεηγορίαν ἀληθῆ…».
Ἡ Ἐκκλησία μας στὴν Ἱερὰν Ὑμνολογία της, ὀρθὰ τοὺς καλεῖ πρωτόθρονους τῶν Ἀποστόλων καὶ ὡς τέτοιους τοὺς τιμᾶ. Κάθε προσπάθεια ἀπὸ μέρους τῶν Παπικῶν, “παραγκωνισμοῦ” διδασκαλιῶν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, δὲν συνάδει μὲ τὸ νόημα τῆς Ἑορτῆς τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων.
Ποιὰ λοιπὸν ἡ ἔννοια τῆς ἀναγνώρισης τῆς Ἑορτῆς τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὡς θρονικῆς ἑορτῆς τοῦ Παπισμοῦ. Περὶ ποίου θρόνου μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε μετὰ τὸ σχίσμα καὶ τὴν ἀποκοπὴ τοῦ Παπισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία; Περὶ ποιᾶς θρονικῆς ἑορτῆς στὸν Παπισμό, μποροῦμε νὰ ὁμιλοῦμε;
Σημειώσεις:
* Οἱ ἀναφερόμενες πληροφορίες, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν τὸν μακαριστὸ Ἐπίσκοπο Ναζιανζοῦ Παῦλο Μπαγιεστέρ, ἔχουν παρθεῖ ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Ἡ ἐπιστροφή μου στὴν Ὀρθοδοξία», (Ἔκδοσις Ἱερᾶς Βασιλικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Μαχαιρᾶ – 2009).
** Οἱ μεταφράσεις τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη Χρυσόστομου καὶ τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ ἔχουν παρθεῖ ἀπὸ τὸ προαναφερθὲν βιβλίο.




