Τοῦ κ. Ζόραν Μιλόσεβιτς, δρ. κοινωνιολογικῶν ἐπιστημῶν,
ἀκαδ/κοῦ, Ἀκαδημίας Ἐπ/μῶν καὶ Τεχνῶν – Ἁγ. Πετρούπολις
Γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ὁ παντουρκισμὸς (Turkculuk) δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία ἰδεολογία πολιτιστικῆς συγγένειας, ἀλλὰ ἕνα ἰδεολογικὸ ρεῦμα μὲ σαφῆ ἀλυτρωτικὰ χαρακτηριστικά. Βασικὸς στόχος εἶναι ἡ πολιτιστικὴ ἢ καὶ πολιτικὴ ἑνοποίηση ὅλων τῶν λαῶν ποὺ θεωροῦνται — πραγματικὰ ἢ ὑποθετικὰ — τουρκικῆς καταγωγῆς. Γιὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸ πιὸ ἀνησυχητικὸ στοιχεῖο εἶναι ὅτι ἡ ἰδεολογία αὐτὴ ἀγγίζει ἄμεσα τὰ ζωτικὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα: τὸ Αἰγαῖο Πέλαγος καὶ τὸ δόγμα τῆς «Γαλάζιας Πατρίδας»*, τὴν Κύπρο, τὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο, τὴ Θράκη, τὰ Βαλκάνια καὶ τοὺς ἐνεργειακοὺς διαδρόμους.
Δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ὅτι Ἑλλάδα καὶ Τουρκία ἐξακολουθοῦν νὰ βρίσκονται σὲ ἀντιπαράθεση γιὰ τὶς θαλάσσιες ζῶνες. Ἡ Ἄγκυρα διατηρεῖ ἐδῶ καὶ δεκαετίες τὴν ἀπειλὴ πολέμου σὲ περίπτωση ἐπέκτασης τῶν ἑλληνικῶν χωρικῶν ὑδάτων στὸ Αἰγαῖο, ἐνῶ ἡ Ἀθήνα ἔχει ἐπανειλημμένα διαμαρτυρηθεῖ γιὰ τουρκικοὺς θαλάσσιους σχεδιασμούς, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ νομικὰ ἀβάσιμους. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἑλληνικὴ προσέγγιση μπορεῖ νὰ συνοψιστεῖ ὡς ἑξῆς: ὁ παντουρκισμὸς δὲν εἶναι μία ρομαντικὴ ἀφήγηση περὶ κοινῆς καταγωγῆς τῶν τουρκικῶν λαῶν, ἀλλὰ ἕνα γεωπολιτικὸ ἐργαλεῖο, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἡ Τουρκία ἐπιδιώκει νὰ μετατραπεῖ ἀπὸ περιφερειακὴ δύναμη σὲ κέντρο ἑνὸς εὐρύτερου εὐρασιατικοῦ μπλόκ.
Ἡ Ἑλλάδα, ἑπομένως, δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεται ὡς πολιτιστικὴ πρωτοβουλία, ἀλλὰ ὡς μακροπρόθεσμη στρατηγικὴ ἀπειλή. Οἱ Ἕλληνες ἦλθαν σχετικὰ νωρὶς σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν παντουρκισμό, νωρίτερα ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴ σύγχρονη Ρωσία, ὅπως ἀναφέρει ἡ ἱστοσελίδα elkosmos.gr.
Μία ἀπὸ τὶς πιὸ χαρακτηριστικὲς προσπάθειες σύνδεσης τῶν βασικῶν ἀρχῶν τοῦ παντουρκισμοῦ μὲ τὸν πανισλαμισμὸ ἔγινε τὸ 1988 ἀπὸ τὸν τότε πρόεδρο τῆς Τουρκίας Τουργκοὺτ Ὀζάλ, στὸ βιβλίο του «Ἡ Τουρκία στὴν Εὐρώπη». Ὁ πρῶτος στόχος τοῦ Ὀζὰλ ἦταν νὰ συγκροτήσει, σὲ βάθος χρόνου, ἕνα ἑνιαῖο τουρκικὸ παράγοντα καὶ νὰ προσδώσει στὸ ὅραμά του ἱστορικὸ βάθος. Ὑποστήριζε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ὑπῆρξαν φορεῖς ὅλων τῶν πολιτισμῶν ποὺ ἄνθησαν κατὰ καιροὺς στὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο — τοῦ χεττιτικοῦ, τοῦ λυδικοῦ, τοῦ ἰωνικοῦ, τοῦ βυζαντινοῦ κ.ἄ. — ἐνῶ φυλὲς καὶ λαοὶ ὅπως οἱ Πελασγοί, οἱ Μινωίτες τῆς Κρήτης, οἱ Μυκηναῖοι, οἱ Κάρες καὶ οἱ Λέλεγες παρουσιάζονταν δῆθεν ὡς τουρκικῆς καταγωγῆς!
Ὁ Ὀζάλ, ὡστόσο, δὲν ἦταν οὔτε ὁ πρῶτος οὔτε ὁ μοναδικὸς Τοῦρκος ποὺ ἐπιχείρησε νὰ ἀμφισβητήσει τοὺς Ἕλληνες καὶ τὴν ἱστορική τους συνέχεια. Ὁ Τοῦρκος «συγγραφέας» Σαλὶχ Σελαχατὶν συνέβαλε ἐπίσης στὴ θεωρητικὴ κατασκευὴ τοῦ παντουρκισμοῦ, διατυπώνοντας σειρὰ ἀπὸ ἐντυπωσιακούς, ἂν ὄχι ἀδιανόητους, ἰσχυρισμούς: “Οἱ Τοῦρκοι πάντοτε σέβονταν τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι τὰ παραβίαζαν πάντοτε. Οἱ Τοῦρκοι ἔφεραν τὸν πολιτισμὸ στὴν Κύπρο. Ὁ κυπριακὸς λαός, ποὺ μιλοῦσε ρωμαίικα καὶ ἦταν ὀρθόδοξος στὸ θρήσκευμα, ὑποδέχθηκε τοὺς Τούρκους ὡς ἀπελευθερωτές. Οἱ Τοῦρκοι, στὴν περιοχὴ τοῦ Αἰγαίου, τὸ 2.480 π.Χ., ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴν Κεντρικὴ Ἀσία, δημιούργησαν τοὺς ἑξῆς πολιτισμούς: στὴν Κρήτη τὸν μινωικὸ πολιτισμό, τὸν κυκλαδικὸ πολιτισμὸ καὶ στὴν Πελοπόννησο τὸν μυκηναϊκὸ πολιτισμό. Ὁ Ἕλληνας ἐπιστήμονας Θαλῆς εἶναι Τοῦρκος. Πῆρε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴν περιοχὴ Τάλας στὴ Φεργκάνα καὶ ἀναφέρεται σὲ οὐιγουρικὰ κείμενα. Ὁ μυθολογικὸς ἥρωας Ἡρακλῆς εἶναι Τοῦρκος, τὸ πραγματικό του ὄνομα εἶναι Γιαρακλής. Τὸ πραγματικὸ ὄνομα τοῦ μεγάλου ποιητῆ Ὁμήρου εἶναι Ὁμέρ”.
Ὅπως μπορεῖτε νὰ συμπεράνετε ἀπὸ τὶς παραπάνω θεωρίες, ἐμφανίζονται σὰν οἱ Τοῦρκοι νὰ ἔθεσαν τὰ θεμέλια τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Σήμερα κανεὶς σοβαρὸς ἱστορικὸς δὲν ἀποδέχεται τὸ μοντέλο τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἔτσι δίδασκε ὁ Σελαχατίν.
Ἀλλὰ ἂς ἐξετάσουμε, ὅμως, τὸ ζήτημα σὲ εὐρύτερο πλαίσιο. Πρὶν παρουσιαστεῖ ἡ πορεία τοῦ παντουρκισμοῦ ἐντὸς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί, ἀργότερα, τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας, πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς χρησιμοποιήθηκε σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις — εἴτε σκόπιμα, εἴτε ἀπὸ σύγχυση — ὡς συνώνυμο τοῦ παν-τουρανισμοῦ καὶ τοῦ τουρκισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ πρώιμου τουρκικοῦ ἐθνικισμοῦ. Ὁ παντουρανισμὸς ὑποστηρίζει τὴν ἕνωση ὅλων τῶν λαῶν ποὺ κατάγονται ἢ θεωροῦν ὅτι κατάγονται ἀπὸ μία φαντασιακὴ περιοχὴ τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας, τὸ Τουράν.
Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια, πρόκειται γιὰ εὐρύτερη ἔννοια ἀπὸ τὸν παντουρκισμό, καθὼς περιλαμβάνει καὶ λαοὺς ὅπως οἱ Οὗγγροι, οἱ Φινλανδοὶ καὶ οἱ Ἐσθονοί. Ἀντίθετα, ὁ ὅρος «τουρκισμὸς» (Turkluk) ἀναφέρεται στὸν πρώιμο τουρκικὸ ἐθνικισμὸ καί, σύμφωνα μὲ Ὀθωμανοὺς διανοουμένους, εἶχε στενότερο περιεχόμενο ἀπὸ τὸν παντουρκισμό, καθὼς περιοριζόταν κυρίως στὸν ἐθνικισμὸ τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων.
Ἀργότερα, ἀρκετοὶ παντουρκιστὲς ὑποστήριξαν ὅτι ὁ παντουρκισμὸς ἀποτελεῖ τὴν πιὸ αὐθεντικὴ μορφὴ τοῦ τουρκικοῦ ἐθνικισμοῦ.
Κατὰ τὸν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ τὴ συνεργασία τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας μὲ τὶς Κεντρικὲς Δυνάμεις, ἡ ἰδεολογία αὐτὴ λειτούργησε ὡς ἐργαλεῖο κινητοποίησης τῶν λαῶν τῆς τουρκικῆς καταγωγῆς στὴν Κεντρικὴ Ἀσία, μὲ στόχο νὰ συμβάλουν στὴν ἀποδυνάμωση καὶ τελικὰ στὴ διάλυση τῆς Ρωσικῆς Αὐτοκρατορίας.
Κατὰ τὸν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ἰδίως μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀτατοὺρκ τὸ 1938, ὁ παντουρκιστικὸς χῶρος γνώρισε νέα ἄνθηση. Ἡ γερμανικὴ ἐπίθεση κατὰ τῆς ΕΣΣΔ θεωρήθηκε ἀπὸ παντουρκιστικοὺς κύκλους ὡς μεγάλη εὐκαιρία γιὰ τὴν αὐτονόμηση περιοχῶν τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης ὅπου ζοῦσαν τουρκογενεῖς πληθυσμοί. Ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ ναζισμοῦ, ὁ παντουρκισμὸς ἀπέκτησε τότε καὶ ἔντονη ρατσιστικὴ διάσταση, προβάλλοντας τὴν ὑποτιθέμενη ἀνωτερότητα τῆς τουρκικῆς φυλῆς.
Παντουρκιστὲς ἐμιγκρέδες ἀπὸ τὴν ΕΣΣΔ, ὅπως οἱ Ahmet Caferoglu καὶ Ayaz Ishaki, διαδραμάτισαν σημαντικὸ ρόλο σὲ ἐπαφὲς καὶ διαπραγματεύσεις τόσο στὴ Γερμανία ὅσο καὶ στὴν Τουρκία. Παντουρκιστὲς χρησιμοποιήθηκαν ἀκόμη καὶ γιὰ τὴ στρατολόγηση τουρκόφωνων αἰχμαλώτων τοῦ Κόκκινου Στρατοῦ σὲ γερμανικὰ στρατόπεδα. Οἱ ὁμάδες ποὺ συγκροτήθηκαν διεξήγαγαν ἀνταρτοπόλεμο σὲ συνεργασία μὲ τὶς τακτικὲς γερμανικὲς δυνάμεις — γεγονὸς ποὺ ἡ ΕΣΣΔ δὲν ξέχασε.
Ἐπισήμως, βέβαια, ἡ τουρκικὴ κυβέρνηση, παρότι σὲ ἕνα βαθμὸ ἀνεχόταν καὶ ἐνθάρρυνε αὐτὲς τὶς κινήσεις, δήλωνε ὅτι παραμένει οὐδέτερη. Ἡ στάση αὐτὴ ἦταν βαθιὰ ὀπορτουνιστικὴ καὶ συνδεόταν ἄμεσα μὲ τὸν φόβο τῆς σοβιετικῆς ἰσχύος. Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ μαρτυρία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ τότε Τοῦρκος ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν Mehmet Sukru Saracoglu ἐκμυστηρεύθηκε στὸν Franz von Papen ὅτι, ὅσο ἡ Γερμανία δὲν εἶχε συντρίψει ὁλοκληρωτικὰ τὴν ΕΣΣΔ, ἡ Τουρκία δὲν μποροῦσε νὰ συμμαχήσει μαζί της, φοβούμενη ἀντίποινα εἰς βάρος τῶν ἐκεῖ «τουρκικῶν» μειονοτήτων.
Ἀπὸ τὴν ἄνοδο τοῦ AKP στὴν ἐξουσία ἕως σήμερα, ὁ παντουρκισμὸς ἀποκτᾶ νέα πολιτικὴ χρησιμότητα. Ἡ ἐπικράτηση ἑνὸς ἰσλαμικοῦ κόμματος τὸ 2002 σηματοδότησε σημαντικὲς ἀλλαγὲς στὴν τουρκικὴ πολιτικὴ σκηνή. Ὁ Ρετζὲπ Ταγὶπ Ἐρντογάν, ἔχοντας διδαχθεῖ ἀπὸ τὰ λάθη τοῦ πολιτικοῦ του μέντορα, Νετσμετὶν Ἐρμπακάν, ἀρχικὰ ἐμφανίστηκε μὲ μετριοπαθὲς πρόσωπο. Ἀξιοποιώντας τὶς δημοκρατικὲς μεταρρυθμίσεις ποὺ ἀπαιτοῦνταν γιὰ τὴν εὐρωπαϊκὴ πορεία τῆς Τουρκίας, κατάφερε σταδιακὰ νὰ περιορίσει τὸ κεμαλικὸ κατεστημένο καὶ νὰ ἀποδυναμώσει τὸν κεμαλισμὸ ὡς κυρίαρχη κρατικὴ ἰδεολογία.
Ὁ τελικὸς στόχος τοῦ Τούρκου προέδρου εἶναι ἡ ἀνάδειξη τῆς χώρας του σὲ δύναμη παγκόσμιας ἐμβέλειας, ἱκανὴ νὰ συνομιλεῖ ἐπὶ ἴσοις ὅροις μὲ τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, τὴ Ρωσία καὶ τὴν Κίνα. Ἡ ρητορική του συνδυάζει, ἀνάλογα μὲ τὴν περίσταση καὶ τὸ ἀκροατήριο, στοιχεῖα νεο-ὀθωμανισμοῦ (Yeni Osmanlıcılık), πανισλαμισμοῦ, παντουρανισμοῦ, τουρκισμοῦ καὶ παντουρκισμοῦ.
Οἱ λεγόμενες «πανιδεολογίες», ὅπως ὁ πανισλαμισμὸς καὶ ὁ παντουρκισμός, λειτουργοῦν ὡς πολλαπλασιαστὲς ἰσχύος γιὰ τὴν Τουρκία, καθὼς ἀποσκοποῦν στὸ νὰ τὴ μετατρέψουν σὲ σημεῖο ἀναφορᾶς μίας εὐρύτερης γεωπολιτικῆς ἑνότητας.
Τὰ τελευταῖα χρόνια, ὁ παντουρκισμὸς φαίνεται νὰ καταλαμβάνει ὁλοένα πιὸ κεντρικὴ θέση στοὺς σχεδιασμοὺς τῆς Ἄγκυρας, ἐπειδὴ τῆς προσφέρει ἕνα πεδίο μικρότερου ἀνταγωνισμοῦ σὲ σχέση μὲ ἄλλα γεωπολιτικὰ μέτωπα.
Ἀπευθυνόμενος στὰ τουρκογενῆ κράτη τοῦ Καυκάσου καὶ τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας, ὡς ἡγέτης τοῦ πολυπληθέστερου καὶ ἰσχυρότερου τουρκικοῦ κράτους, ὁ Ἐρντογὰν μπορεῖ νὰ χρησιμοποιεῖ ταυτόχρονα τόσο τὸ χαρτὶ τῆς θρησκείας ὅσο καὶ τὸ χαρτὶ τῆς κοινῆς ἐθνοτικῆς καταγωγῆς. Ὁ προσωπικός του στόχος εἶναι νὰ ἐμφανιστεῖ ὡς ἕνας νέος Ἀτατοὺρκ — ὡς «πατέρας τῶν Τούρκων» — ὄχι μόνο γιὰ τοὺς Τούρκους ἐντὸς τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τοὺς τουρκογενεῖς λαούς. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια, στὴν Ἀστάνα τοῦ Καζακστάν, μίλησε γιὰ 300.000.000 Τούρκους.
Ἡ κυβερνητικὴ συνεργασία τοῦ Κόμματος Δικαιοσύνης καὶ Ἀνάπτυξης (AKP) μὲ τὸ Κόμμα Ἐθνικιστικῆς Δράσης (MHP) συνέβαλε ἀναμφίβολα στὴν ἐνίσχυση τοῦ παντουρκισμοῦ ὡς ἐργαλείου ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἄλλωστε, ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, τὸ MHP ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1960 λειτουργεῖ ὡς ὁ κύριος πολιτικὸς φορέας αὐτῆς τῆς ἰδεολογίας στὴν Τουρκία. Τὸ τελευταῖο μεγάλο κῦμα ἀνεξαρτητοποίησης κρατῶν σημειώθηκε στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1990, ὅταν ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωση διαλύθηκε καὶ στὴ θέση της ἐμφανίστηκε ἡ Ρωσικὴ Ὁμοσπονδία καὶ μία σειρὰ μικρότερων κρατῶν.
Σχεδὸν ἀμέσως, στὸν λεγόμενο εὐρασιατικὸ χῶρο ἀναδύθηκαν νέες πολιτικὲς ὀντότητες, οἱ ὁποῖες ἐπιδίωξαν νὰ αὐτοπροσδιοριστοῦν καὶ νὰ συγκροτήσουν τὸν δικό τους μῦθο ἐθνικῆς συνείδησης. Στὴν Κεντρικὴ Ἀσία, εἰδικότερα, τὰ νέα κράτη προσπάθησαν νὰ ἀπομακρυνθοῦν — ἄλλοτε μὲ ἐπιτυχία καὶ ἄλλοτε ὄχι — ἀπὸ τὸν προηγούμενο «δυνάστη» τους καὶ νὰ ἀναζητήσουν νέους συμμάχους, στηριζόμενα κυρίως σὲ οἰκονομικὰ συμφέροντα. Ἡ Τουρκία, ἑπομένως, φάνταζε γι’ αὐτὰ ὡς ἡ πιὸ πρόσφορη ἐπιλογή, ἰδίως ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ δεσμοὶ μαζί της μποροῦσαν νὰ παρουσιαστοῦν ὡς ἔχοντες ἰσχυρὸ ἱστορικὸ ὑπόβαθρο.
Καθοριστικὴ καμπὴ στὴν ἐξέλιξη τοῦ παντουρκισμοῦ ὑπῆρξε ἡ ἐκλογικὴ νίκη τοῦ τουρκικοῦ Κόμματος Δικαιοσύνης καὶ Ἀνάπτυξης (AKP) τὸ 2002. Τὸ κόμμα αὐτό, ἀντιλαμβανόμενο ὅτι τὰ σχέδια περὶ εὐρωπαϊκῆς ἐνσωμάτωσης καὶ νεοοθωμανισμοῦ, σταδιακὰ «βυθίζονταν», ἔτσι ἐγκατέλειψε τὴν πανισλαμικὴ ἀτζέντα καὶ υἱοθέτησε τὸ σχέδιο τοῦ παντουρκισμοῦ.
Ἐπιπλέον, ὁ πρώην πρόεδρος τοῦ Καζακστὰν Νουρσουλτὰν Ναζαρμπάγεφ πρότεινε τὸ 2006 τὴ δημιουργία ἑνὸς ὀργανισμοῦ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς Εὐρασιατικῆς Ἕνωσης, παρέχοντας σημαντικὴ στήριξη στὴν ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ ἐγχειρήματος.
Τὸ 2009, μὲ τὴ Συμφωνία τοῦ Ναχιτσεβάν, ἱδρύθηκε τὸ Συμβούλιο Συνεργασίας Τουρκόφωνων Κρατῶν, στὸ ὁποῖο συμμετεῖχαν ἡ Τουρκία, τὸ Καζακστάν, τὸ Κιργιστὰν καὶ τὸ Ἀζερμπαϊτζάν, ἐνῶ τὸ 2019 σὲ αὐτὴ τὴν ἐθελοντικὴ συμμαχία προσχώρησε καὶ τὸ Οὐζμπεκιστάν.
Τὸ 2018, ἡ Οὑγγαρία τοῦ Βίκτωρ Ὄρμπαν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκφράσει δημόσια τὸν θαυμασμό του γιὰ τὸν Ρετζὲπ Ταγὶπ Ἐρντογάν, ἀπέκτησε καθεστὼς κράτους-παρατηρητῆ, δίνοντας ὤθηση καὶ στὸ «οὐδέτερο» Τουρκμενιστὰν νὰ ἀκολουθήσει τὸ ἴδιο παράδειγμα τὸ 2021.
Κάποιοι Ἕλληνες γεωπολιτικοὶ ἀναλυτὲς δὲν ἀντιμετωπίζουν κατὰ κανόνα τὸν παντουρκισμὸ ὡς ἁπλὴ «πολιτιστικὴ συνεργασία τῶν τουρκόφωνων λαῶν», ἀλλὰ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἐργαλεῖα τῆς τουρκικῆς στρατηγικῆς ἐπέκτασης, δηλαδὴ ὡς ἐργαλεῖο γεωπολιτικῆς. Γιὰ αὐτούς, πρόκειται γιὰ μία ἰδεολογικὴ ὀμπρέλλα, ποὺ ἐπιτρέπει στὴν Ἄγκυρα νὰ παρουσιάζει τὶς φιλοδοξίες της ὡς «φυσικὴ διασύνδεση τοῦ τουρκικοῦ κόσμου» καὶ ὄχι ὡς ἐπέκταση ἐπιρροῆς.
Ἡ πιὸ αὐστηρὴ ἑλληνικὴ ἀποτίμηση θὰ μποροῦσε νὰ διατυπωθεῖ ὡς ἑξῆς: ὁ παντουρκισμὸς εἶναι ἡ χερσαία ἐκδοχὴ αὐτοῦ ποὺ ἀποτελεῖ ἡ «Γαλάζια Πατρίδα» γιὰ τὴ θάλασσα — ἕνα σχέδιο διεύρυνσης τοῦ χώρου τῆς τουρκικῆς ἰσχύος. Στὸ Αἰγαῖο, στὴν Ἀνατολικὴ Μεσόγειο καὶ στὴν Κύπρο αὐτὸ ἐκδηλώνεται ὡς θαλάσσια πίεση· στὸν Καύκασο καὶ στὴν Κεντρικὴ Ἀσία ὡς ἐθνοπολιτιστικὴ καὶ ἀμυντικὴ δικτύωση· στὰ Βαλκάνια ὡς ἤπια παρουσία μέσῳ τῆς θρησκείας, τοῦ πολιτισμοῦ, τῶν μειονοτήτων, τῶν μέσων ἐνημέρωσης, τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῆς οἰκονομίας.
Ἐνδιαφέρον ἔχει ὅτι κάποιοι Ἕλληνες ἀναλυτὲς κάνουν ἐδῶ μία σημαντικὴ διάκριση: δὲν ὑποστηρίζουν ὅλοι ὅτι ἡ Τουρκία ἐπιδιώκει ἄμεσα τὴ δημιουργία ἑνὸς «Τουρὰν» ὡς ἑνιαίου κράτους. Ὑποστηρίζουν, ὅμως, ὅτι ἡ Ἄγκυρα οἰκοδομεῖ συστηματικὰ ἕνα δίκτυο ἐξαρτήσεων καὶ πιστότητας. Ὁ Ὀργανισμὸς Τουρκικῶν Κρατῶν ἐπισήμως μιλᾶ γιὰ ἐμβάθυνση τῆς συνεργασίας καὶ τῆς ἀλληλεγγύης μεταξὺ τῶν τουρκικῶν κρατῶν στὴ βάση τῆς κοινῆς ἱστορίας, γλώσσας καὶ κουλτούρας, ἐνῶ τὸ ἔγγραφο «Turkic World Vision 2040» προβλέπει πολιτικὴ ἀλληλεγγύη, συντονισμό, κοινὸ μιντιακὸ χῶρο, διασπορά, ἐκπαίδευση, ἐνέργεια καὶ συνεργασία στὸν τομέα τῆς ἀσφάλειας.
Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀρκετοὶ Ἕλληνες στρατηγικοὶ ἀναλυτὲς τὸ ἑρμηνεύουν ὡς θεσμοποίηση τοῦ παντουρκισμοῦ καὶ ὄχι ὡς φολκλόρ. Γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ἀνάγνωση, τὸ Ἀζερμπαϊτζὰν ἀποτελεῖ τὸ βασικὸ παράδειγμα ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ παντουρκισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀφήγημα. Ἡ Διακήρυξη τῆς Σούσα ἀναβάθμισε τὶς σχέσεις Τουρκίας καὶ Ἀζερμπαϊτζὰν σὲ ἐπίπεδο συμμαχίας, μὲ ἔμφαση στὸ σύνθημα «ἕνα ἔθνος, δύο κράτη», στὸν συντονισμὸ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ στὴ συμβολὴ στὴν ἀνάπτυξη τοῦ τουρκικοῦ κόσμου. Ἕλληνες ἀναλυτές, τονίζουν ὅτι αὐτὸ δείχνει τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Τουρκία συνδέει τὴν ταυτότητα, τὴ στρατιωτικὴ συνεργασία, τὴν ἐνέργεια καὶ τὸν γεωπολιτικὸ διάδρομο ἀπὸ τὴν Ἀνατολία πρὸς τὸν Καύκασο καί, στὴ συνέχεια, πρὸς τὴν Κεντρικὴ Ἀσία.
Οἱ σκληροὶ ἑλληνικοὶ γεωπολιτικοὶ κύκλοι, ὅπως ἐκεῖνοι γύρω ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Μάζη καὶ τὸν Κωνσταντῖνο Γρίβα, δὲν ἀντιμετωπίζουν τὴν Τουρκία ὡς ἕνα ἁπλῶς «δύσκολο γείτονα», ἀλλὰ ὡς ἀναθεωρητικὴ δύναμη. Ὁ Γρίβας, γιὰ παράδειγμα, ἔχει μιλήσει γιὰ ἕνα ὑβριδικὸ «πόλεμο» τῆς Τουρκίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας καὶ γιὰ πρόθεση σταδιακῆς ἀποδόμησης τῆς Ἑλλάδας ὡς παράγοντα ἀντίστασης. Ὁ Μάζης, στὶς δημόσιες παρεμβάσεις του, χρησιμοποιεῖ ἰδιαίτερα αὐστηρὴ γλώσσα γιὰ τὴ σημερινὴ Τουρκία καὶ θέτει τὸ ἐρώτημα μὲ τί εἴδους καθεστὼς συνομιλοῦν τελικὰ ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση καὶ ἡ Ἑλλάδα.
Ἡ ἑλληνικὴ ἐκτίμηση εἶναι ἰδιαίτερα αὐστηρή, ἐπειδὴ ὁ παντουρκισμὸς δὲν ἐξετάζεται ἀπομονωμένα, ἀλλὰ ὡς μέρος ἑνὸς εὐρύτερου πλέγματος ποὺ περιλαμβάνει τὸν νεοοθωμανισμό, τὴν ἰσλαμικὴ πολιτικὴ ἐπιρροή, τὸν τουρκικὸ ἐθνικισμό, τὴ «Γαλάζια Πατρίδα» καὶ τὴν ἐνίσχυση τῆς τουρκικῆς στρατιωτικῆς βιομηχανίας.
Μία πιὸ μετριοπαθής, ἀκαδημαϊκὴ ἐκτίμηση, ὅπως ἐκείνη ποὺ διατυπώνεται ἀπὸ τὸ ELIAMEP, θεωρεῖ ὅτι ἡ Τουρκία ἐπιδιώκει νὰ λειτουργήσει ὡς μεσαία δύναμη, παραμένοντας στὸ ΝΑΤΟ καὶ στὶς εὐρωπαϊκὲς ἀγορές, ἐνῶ ταυτόχρονα διευρύνει τὰ περιθώρια ἑλιγμῶν της πρὸς τὴ Ρωσία, τὸν Κόλπο, τὴν Κεντρικὴ Ἀσία, τὴν Ἀφρικὴ καὶ τὴν Ἀσία. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ὁποῖο οἱ ἑλληνικοὶ κύκλοι ἀσφαλείας ἀντιλαμβάνονται ὡς ἐπικίνδυνο: ἡ Τουρκία ἐπιδιώκει νὰ εἶναι παροῦσα παντοῦ, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται πλήρως ἀπὸ κανένα.
Ἡ οὐσία τῆς ἑλληνικῆς ἀποτίμησης εἶναι ἡ ἑξῆς: ὁ παντουρκισμὸς εἶναι χρήσιμος γιὰ τὴν Ἄγκυρα, ἐπειδὴ τῆς προσφέρει «βάθος». Ἂν ἡ Τουρκία ἐμφανίζεται μόνη της, εἶναι μία περιφερειακὴ δύναμη μὲ μεγάλα προβλήματα. Ἄν, ὅμως, παρουσιάζεται ὡς κέντρο ἑνὸς εὐρύτερου τουρκικοῦ κόσμου, ἀποκτᾶ δημογραφικό, ἐνεργειακό, μεταφορικό, στρατιωτικὸ καὶ συμβολικὸ βάθος — ἀπὸ τὸν Καύκασο ἕως τὴν Κεντρικὴ Ἀσία. Γι’ αὐτὸ οἱ Ἕλληνες τὸν ἀντιλαμβάνονται ὡς πολλαπλασιαστὴ τῆς τουρκικῆς ἰσχύος.
Θὰ μποροῦσε νὰ εἰπωθεῖ ὅτι, στὸ ζήτημα τοῦ παντουρκισμοῦ, ἡ Ἑλλάδα συναποτελεῖ τὸ φυσικὸ σύμμαχο τῆς Ρωσίας καὶ τῆς Κίνας.
Ὡστόσο, γιὰ νὰ καταστεῖ μία τέτοια σύμπλευση πραγματικότητα, εἶναι σαφὲς ὅτι θὰ πρέπει νὰ προηγηθοῦν σημαντικὲς κοινωνικὲς ἀλλαγές, πρωτίστως στὴν ἴδια τὴν Ἑλλάδα. Γιατί οἱ Τοῦρκοι περικυκλώνουν στρατηγικὰ τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς ἡ ἑλληνικὴ πολιτικὴ ἐλὶτ νὰ δίνει τὴν ἀπαιτούμενη προσοχή. Συγκεκριμένα, ἡ τουρκικὴ ἐπιρροὴ στὴν Ἀλβανία, στὸ Κοσσυφοπέδιο καὶ Μετόχια, καθὼς καὶ στὴ Βόρεια Μακεδονία, εἶναι σημαντική. Ὄχι μόνο τοὺς ἐξοπλίζει, ἀλλὰ καὶ τοὺς προετοιμάζει στρατιωτικά, δηλαδὴ τοὺς ἐκπαιδεύει. Σύμφωνα μὲ τὸ κυρίαρχο ἀφήγημα, αὐτὸ γίνεται λόγῳ τῶν Σέρβων. Τί θὰ συμβεῖ ὅμως ἂν ὅλα αὐτὰ θὰ στρέφονται ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων;
Ἡ Ἑλλάδα ἔχει μέτριες σχέσεις μὲ τοὺς Ἀλβανοὺς καὶ τοὺς Βορειομακεδόνες, ἐνῶ οὔτε μὲ τοὺς Βουλγάρους οἱ σχέσεις εἶναι ἀπολύτως ὁμαλές. Ἀπομένει ἡ Θράκη ὡς ἡ περιοχή, μέσῳ τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλάδα διατηρεῖ χερσαία σύνδεση μὲ τὰ Βαλκάνια. Οἱ Βούλγαροι διαμαρτύρονται ὅτι οἱ Τοῦρκοι τοὺς ἐκτοπίζουν ἀπὸ τὴ δική τους Θράκη, ὅπως οἱ Ἀλβανοὶ ἐκτοπίζουν τοὺς Σέρβους ἀπὸ τὸ Κοσσυφοπέδιο καὶ Μετόχια.
Ἐδῶ διακρίνεται ἕνα σημαντικὸ στρατηγικὸ λάθος τῶν Ἑλλήνων, τὸ ὁποῖο ὑπονόμευσε τὶς σχέσεις τους μὲ τοὺς Σλάβους, ποὺ συναποτελοῦσαν τὸ φιλικὸ γεωπολιτικὸ καὶ τὸ ὑπόβαθρο μὲ τὸ στρατηγικό τους βάθος. Οἱ Ἕλληνες σήμερα εἶναι πλέον περικυκλωμένοι ἀπὸ παντοῦ καὶ χωρὶς ξεκάθαρο στρατηγικὸ βάθος.
Ἐπιμέλεια: Ἀλέξιος Π. Παναγόπουλος,
καθηγητὴς καὶ ἀκαδημαϊκὸς (DDDr., Dr.Habil.)




