Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτη, θεολόγου
Οἱ γεωπολιτικὲς ἀναταράξεις, οἱ οἰκονομικὲς κρίσεις, οἱ ραγδαῖες τεχνολογικὲς ἐξελίξεις καὶ ἡ ἠθικὴ ἀποδιοργάνωση τῶν κοινωνιῶν δημιουργοῦν ἕνα γόνιμο ἔδαφος γιὰ τὴν ἀνάπτυξη ὑπαρξιακῆς ἀνασφάλειας. Σὲ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖο, ἀντὶ ἡ θεολογικὴ σκέψη καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ποιμαντικὴ νὰ λειτουργήσουν ὡς λιμάνι γαλήνης καὶ πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ, παρατηρεῖται συχνὰ μιὰ ἐπικίνδυνη παρεκτροπή: ἡ ἔξαρση τῆς προφητολαγνείας καὶ τῆς ἐσχατολογικῆς καταστροφολογίας.
Ἐπίδοξοι ἑρμηνευτὲς τῶν σημείων τῶν καιρῶν, ἱεροκήρυκες τῆς καταστροφῆς, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἄνθρωποι ποὺ ἐνδεχομένως διαθέτουν τὸ προορατικὸ χάρισμα σπείρουν συστηματικὰ τὸν πανικὸ στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Tὸ φαινόμενο αὐτὸ δὲν εἶναι νέο, ἀλλὰ στὶς ἡμέρες μας, μὲ τὴ δύναμη τοῦ διαδικτύου καὶ τῶν μέσων κοινωνικῆς δικτύωσης, ἔχει λάβει διαστάσεις πνευματικῆς πανδημίας.
Ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ θέσει τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ νὰ διακηρύξει μιὰ θεμελιώδη ἀλήθεια, ἡ ὁποία δυστυχῶς λησμονεῖται: ὁ φόβος δημιουργεῖ ὀπαδοὺς καὶ ὄχι πιστούς.
Ὁ Προφήτης Ἠλίας ἀποτελεῖ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιβλητικές, δυναμικὲς καὶ παρεξηγημένες μορφὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὴν λαϊκὴ εὐσέβεια, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὲς ἐπιπόλαιες θεολογικὲς ἀναγνώσεις, ὁ Ἠλίας ἔχει ταυτιστεῖ σχεδὸν ἀποκλειστικὰ μὲ τὸν «πύρινο» προφήτη, τὸν τιμωρὸ τῶν εἰδωλολατρῶν, ἐκεῖνον ποὺ κατέβασε φωτιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ νὰ τιμωρήσει τὴν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ. Ἀναμφίβολα, ἡ δράση του εἶχε μιὰ μοναδικὴ δυναμική, ἡ ὁποία ἀνταποκρινόταν στὶς σκληρὲς πνευματικὲς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς του. Ὡστόσο, ἡ κορύφωση τῆς πνευματικῆς του πορείας καὶ ἡ βαθύτερη ἀποκάλυψη ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν συνέβη μέσα στὴν φωτιὰ ἢ τὴν καταστροφή, ἀλλὰ μέσα στὴν ἀπόλυτη ἠρεμία.
Ὁ Ἠλίας, καταδιωγμένος ἀπὸ τὴν ἀσεβῆ βασίλισσα Ἰεζάβελ, ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ λαοῦ του καὶ κυριευμένος ἀπὸ μιὰ βαθειὰ ὑπαρξιακὴ μοναξιά, καταφεύγει στὸ ὄρος Χωρήβ. Ἐκεῖ, ζητᾶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ φανερωθεῖ. Ὁ Θεὸς ἀνταποκρίνεται, ἀλλὰ μὲ ἕνα τρόπο ποὺ ἀνατρέπει κάθε ἀνθρώπινη προσδοκία περὶ θεϊκῆς ἰσχύος καὶ τιμωρίας:
«Καὶ ἰδοὺ πνεῦμα μέγα καὶ κραταιὸν διαλῦον ὄρη καὶ συντρίβον πέτρας ἐνώπιον Κυρίου, οὐκ ἐν τῷ πνεύματι Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πνεῦμα συσσεισμός, οὐκ ἐν τῷ συσσεισμῷ Κύριος· καὶ μετὰ τὸν συσσεισμὸν πῦρ, οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, κἀκεῖ Κύριος» (Γ΄ Βασ. 19:11-12).
Ὁ Θεὸς τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Θεὸς τῆς Ἀποκαλύψεως, δὲν ἐκβιάζει τὴν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ καταστροφολογία καὶ ὁ φόβος ἀνήκουν στὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου τούτου, στὸν «ἄνεμο», τὸν «σεισμὸ» καὶ τὴν «φωτιά», ποὺ θολώνουν τὸ πνευματικὸ κριτήριο. Ὁ Θεὸς ἐπιλέγει νὰ μιλᾶ ψιθυριστὰ στὴν ἀνθρώπινη καρδιά, σεβόμενος ἀπόλυτα τὴν ἐλευθερία τοῦ προσώπου.
Στὴν περίοδο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ προφητικὸς λόγος εἶχε ἕνα πολὺ συγκεκριμένο, ἱστορικὸ καὶ σωτηριολογικὸ προσανατολισμό. Οἱ Προφῆτες ἦταν οἱ πνευματικοὶ φάροι ποὺ κρατοῦσαν ζωντανὴ τὴν πίστη τοῦ Ἰσραὴλ στὸν ἀληθινὸ Θεὸ ἐν μέσῳ ἑνὸς εἰδωλολατρικοῦ ὠκεανοῦ.
Ὁ κύριος σκοπός τους ἦταν νὰ ὑπενθυμίζουν ἀδιάκοπα στὸν ἄνθρωπο τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Μεσσία. Κάθε προφητεία τοῦ Ἡσαΐα, τοῦ Ἰερεμία, τοῦ Ἰεζεκιὴλ ἢ τοῦ Δανιὴλ ἀποτελοῦσε μιὰ ψηφίδα στὸ μωσαϊκὸ τῆς προσμονῆς τοῦ Λυτρωτῆ. Προανήγγειλαν τὴν ἀνάπλαση, τὴν ἀνακαίνιση καὶ τὴν ἀνόρθωση ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τὶς συνέπειες τῆς προπατορικῆς πτώσης. Ἡ προφητεία τότε κοίταζε πρὸς τὰ ἐμπρός, πρὸς τὸ γεγονὸς τῆς Σαρκώσεως, τῆς Σταυρώσεως καὶ τῆς Ἀναστάσεως. Ἦταν, ὅπως σημειώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἕνας «παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν» (Γαλ. 3:24).
Μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἱστορία εἰσέρχεται στὴν τελική της φάση. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἐκπλήρωση τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν. Στὸ πρόσωπό Του, ὅλη ἡ παλαιὰ προφητικὴ παράδοση βρῆκε τὸ πλήρωμά της. Τί σημαίνει, λοιπόν, προφητεία στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ στὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τὴν Πεντηκοστή;
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὴν Α΄ Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους, θέτει τὰ θεολογικὰ κριτήρια γιὰ τὴν λειτουργία τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας:
«Ὁ δὲ προφητεύων ἀνθρώποις λαλεῖ οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν» (Α΄ Κορ. 14:3).
Ὁ μετα-χριστιανικὸς προφητικὸς λόγος δὲν εἶναι μελλοντολογία, οὔτε ἀποκάλυψη κρυμμένων μυστικῶν γιὰ τὸ πότε θὰ γίνουν πόλεμοι ἢ πότε θὰ καταστραφεῖ ὁ κόσμος. Προφητεία στὴν Ἐκκλησία σημαίνει τὸ νὰ μιλᾶ κανεὶς ἐμπνευσμένα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, προκειμένου νὰ οἰκοδομήσει τὴν κοινότητα, νὰ παρακινήσει τοὺς πιστοὺς σὲ πνευματικὸ ἀγώνα καὶ νὰ παρηγορήσει τὶς θλιμμένες καρδιές.
Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ λεπτά καὶ ἐπικίνδυνα σημεῖα τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ τῶν πνευματικῶν χαρισμάτων καὶ τῶν ἀρετῶν. Πολλοὶ πιστοί, παρασυρόμενοι ἀπὸ μιὰ ἐπιφανειακὴ ἀναζήτηση τοῦ θαυμαστοῦ, ἑλκύονται ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ φημολογεῖται ἢ φαίνεται ὅτι διαθέτουν τὸ «διορατικὸ» ἢ «προορατικὸ» χάρισμα. Ἐδῶ ὅμως ἐλλοχεύει ἕνας τεράστιος πνευματικὸς κίνδυνος, τὸν ὁποῖο ἡ ποιμαντικὴ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἐπισημάνει ἐδῶ καὶ αἰῶνες.
Εἶναι ἀπολύτως δυνατόν ἄνθρωποι ποὺ διαθέτουν πράγματι κάποιο χάρισμα νὰ στεροῦνται παντελῶς τῆς κορυφαίας ἀρετῆς τῆς διακρίσεως. Ἡ διάκριση, κατὰ τοὺς Πατέρες, εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, τὸ πνευματικὸ ἐκεῖνο φίλτρο ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ ξεχωρίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ δικό του θέλημα, καὶ τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκότος, ποὺ μεταμφιέζεται σὲ φῶς.
Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος, ἀκόμα καὶ καλοπροαίρετος ἢ ἀσκητικός, στερεῖται διακρίσεως, μεταφέρει τὶς δικές του ἐσωτερικὲς φοβίες, τὶς ψυχολογικές του ἐμμονές, τὶς πολιτικές του πεποιθήσεις ἢ τὶς γεωπολιτικές του ἀναλύσεις καὶ τὶς ἐνδύει μὲ τὸν μανδύα τῆς «προφητείας». Ἀντὶ νὰ θεραπεύει τὶς ψυχές, γίνεται πρόξενος πνευματικῆς καταστροφῆς.
Οἱ ἐπίδοξοι αὐτοὶ προφῆτες, προβάλλοντας ἕνα ζοφερὸ μέλλον, δὲν ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴ μετάνοια, ἀλλὰ στὴν παράλυση.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀναλύοντας τὴν ψυχολογία τοῦ φόβου, τονίζει ὅτι ὁ διάβολος δὲν ἐπιθυμεῖ ἁπλῶς νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ κυρίως θέλει, μετὰ τὴν ἁμαρτία, νὰ μᾶς βυθίσει στὸν φόβο καὶ τὴν ἀπόγνωση. Γράφει χαρακτηριστικά:
«Οὐχ οὕτως ἡ ἁμαρτία ἀπόλλυσιν, ὡς ἡ ἀπόγνωσις».
Παράλληλα, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ συγγραφέας τῆς Κλίμακος, ἀφιερώνει ὁλόκληρο κεφάλαιο περὶ τῆς δειλίας, δηλαδὴ τοῦ ἀνώριμου καὶ νοσηροῦ φόβου. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης σημειώνει ὅτι ἡ δειλία εἶναι μιὰ παιδαριώδης κατάσταση τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἔλλειψη πίστης. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐμπιστεύεται ἀληθινὰ τὸν Θεὸ δὲν φοβᾶται τὶς ἀπειλὲς τοῦ κόσμου τούτου. Ἀντίθετα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ μέσα στὸν διαρκῆ φόβο τῶν μελλοντικῶν δεινῶν ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔχει γνωρίσει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, διότι, ὅπως μᾶς θυμίζει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὴν Α΄ Καθολικὴ Ἐπιστολή του:
«Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾿ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ» (Α΄ Ἰω. 4:18).
Ἡ ἐμμονὴ μὲ τὶς προφητεῖες καταστροφῆς φανερώνει ἕνα βαθὺ πνευματικὸ κενό. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, νοιώθοντας κενὸς ἐσωτερικά, ἀναζητᾶ ἰσχυρὰ ψυχολογικὰ ἐρεθίσματα. Ἡ καταστροφολογία προσφέρει μιὰ μορφὴ «πνευματικῆς ἀδρεναλίνης».
Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, κατὰ τὴν ἐπίγεια παρουσία Του, ρωτήθηκε ἐπανειλημμένα ἀπὸ τοὺς μαθητές Του γιὰ τὸ πότε θὰ γίνει ἡ συντέλεια τοῦ αἰῶνος. Ἡ ἀπάντησή Του ἦταν ἀπολύτως σαφής, ξεκάθαρη καὶ δὲν ἀφήνει τὸ παραμικρὸ περιθώριο γιὰ «εἰδικὲς» ἑρμηνεῖες ἢ ἀποκλειστικὲς πληροφορίες:
«Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ ὁ πατήρ μου μόνος» (Ματθ. 24:36).
Κάθε προσπάθεια προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῶν ἐσχάτων ἀποτελεῖ πράξη πνευματικῆς αὐθαιρεσίας, ὕβρεως καὶ ὑπερηφάνειας, καθὼς ὁ ἄνθρωπος ἐπιχειρεῖ νὰ σφετεριστεῖ μιὰ γνώση ποὺ ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὴν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ Πατρός.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, συνεχίζοντας τὴν ἴδια ἀκριβῶς γραμμὴ τῆς εὐαγγελικῆς ἀλήθειας, γράφει πρὸς τοὺς πιστοὺς τῆς Θεσσαλονίκης, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης εἶχαν παρασυρθεῖ ἀπὸ κάποιους ποὺ ἰσχυρίζονταν ὅτι ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου εἶναι πρὸ τῶν πυλῶν:
«Αὐτοὶ γὰρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται. Ὅταν γὰρ λέγωσιν, εἰρήνη καὶ ἀσφάλεια, τότε αἰφνίδιος αὐτοῖς ἐφίσταται ὄλεθρος» (Α΄ Θεσ. 5:2-3).
Ἡ ἔκφραση «ὡς κλέπτης ἐν νυκτί» εἶναι συγκλονιστική. Ὁ κλέπτης δὲν στέλνει προειδοποιήσεις, δὲν ἀνακοινώνει τὴν ὥρα τῆς ἐπίσκεψής του, δὲν ἀκολουθεῖ τὰ χρονοδιαγράμματα τῶν ἀνθρώπων. Ἔρχεται ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν περιμένει κανείς, μέσα στὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τῆς νύκτας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Δευτέρα Παρουσία θὰ εἶναι ἕνα γεγονὸς ἀπολύτως αἰφνίδιο, ἀπροσδόκητο καὶ μὴ ὑπολογίσιμο.
«Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται» (Ματθ. 24:42).
Ἕνας νέος ἄνθρωπος, γεμᾶτος ὄνειρα γιὰ τὸ μέλλον, δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ ἀνάπαυση σὲ μιὰ θρησκευτικότητα ποὺ τοῦ ὑπόσχεται μόνο καταστροφές, πολέμους καὶ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Ἀντίθετα, ἀναζητᾶ ἕνα νόημα ζωῆς, μιὰ δύναμη ποὺ θὰ τὸν βοηθήσει νὰ σταθεῖ ὄρθιος στὶς δυσκολίες, μιὰ κοινότητα ποὺ θὰ τὸν ἀγκαλιάσει καὶ θὰ τοῦ προσφέρει ἐλπίδα.
Ἡ προφητολαγνεία μετατρέπει τὴν πίστη σὲ ἰδεολογία καὶ τὸν πιστὸ σὲ ὀπαδό. Ὁ ὀπαδὸς ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐχθρούς, ἀπὸ θεωρίες συνωμοσίας, ἀπὸ διαρκῆ ἐξωτερικὰ ἐρεθίσματα, γιὰ νὰ συντηρεῖ τὸν φανατισμό του. Ὁ πιστός, ἀντίθετα, ζεῖ στὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Γνωρίζει ὅτι ὁ Χριστὸς ἔχει ἤδη νικήσει τὸν κόσμο («ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον», Ἰω. 16:33) καὶ ὅτι ἡ τελικὴ ἔκβαση τῆς ἱστορίας δὲν ἀνήκει στὶς δυνάμεις τοῦ σκότους, ἀλλὰ στὸν Ἀναστάντα Κύριο.
«Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ» (Α΄ Ἰω. 4:18).




