Ὁ καημὸς τοῦ Ράμφου ἦτo νὰ γίνωμεν Εὐρωπαῖοι.

Share:

Κριτικὴ θεώρησις

τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, διδάκτορος φιλοσοφίας

 Μὲ ἀφορμὴ τὸν θάνατο τοῦ Στέλιου Ράμφου, στὶς 10 Αὐγούστου 2026, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐξηγήσω, γιατί ἡ σκέψη του ἀπέτυχε νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα πού τὸν ἀπασχόλησε ἐπὶ δεκαετίες. Ὁ Ράμφος κατέστη ἀπὸ τοὺς πλέον ἀναγνωρίσιμους στοχαστὲς τῆς μεταπολιτευτικῆς καὶ κυρίως τῆς μνημονιακῆς περιόδου. Ἡ πνευματική του διαδρομή, ἀρχῆς γενομένης μὲ τὸν μαρξισμὸ καὶ τὴν φιλοσοφία, ἕως τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἑλληνισμοῦ, τοῦ Βυζαντίου, τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης καί, τελικά, τοῦ σύγχρονου νεοέλληνα κινεῖται γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα, γιατί ἡ Ἑλλάδα δὲν μπορεῖ νὰ γίνει σύγχρονο κράτος. Εἰδικὰ τὴν περίοδο τῶν μνημονίων οἱ νεοφιλελεύθεροι βρῆκαν στὸν Ράμφο ἕνα διανοούμενο ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τὸ ἀφήγημά τους ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι τὰ “κακὰ παιδιὰ” τῆς Εὐρώπης καὶ δικαίως τιμωροῦνται ἀπὸ τὸ χρηματοπιστωτικὸ σύστημα.

Πίσω ἀπὸ τὰ πολλὰ βιβλία, τὶς διαφορετικὲς θεματικὲς καὶ τὶς μετατοπίσεις τῆς σκέψης τοῦ Ράμφου διακρίνεται μία ἐπίμονη ἀγωνία: Γιατί ὁ Ἕλληνας δυσκολεύεται νὰ γίνει πρόσωπο, νὰ ἀποκτήσει ἐσωτερικότητα, νὰ ἀναλάβει τὴν εὐθύνη τῆς ὑπάρξεώς του, νὰ σχεδιάσει τὸ μέλλον του καὶ νὰ μετατρέψει τὴν ἐπιθυμία του σὲ πράξη καὶ ἔργο; Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριο ἐρώτημα ποὺ διατρέχει τὸ ἔργο του. Εἶναι ὁ «καημὸς» τοῦ Ράμφου. Ὁ Ράμφος αἰσθάνεται ὅτι κάτι οὐσιῶδες δὲν ἔχει ὁλοκληρωθεῖ καὶ πρέπει νὰ ὁλοκληρωθεῖ στὸν σύγχρονο Ἕλληνα. Προσπαθεῖ νὰ ἐντοπίσει τὴν ἀνεπάρκεια τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα νὰ γίνει ὁλοκληρωμένη ἀτομικότητα, (δηλαδὴ πρόσωπο) στὰ βάθη τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, στὴ σχέση μας μὲ τὸ Βυζάντιο, στὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα, στὴ Φιλοκαλία, στὴ σχέση μας μὲ τὸν χρόνο, καὶ σὲ ἄλλα μοτίβα ποὺ ἐξηγοῦν τὴν ἀδυναμία μας νὰ ἐξατομικευθοῦμε καὶ νὰ μετατρέψουμε τὴν ἐπιθυμία σὲ ἔργο. Θὰ ἐξετάσουμε λοιπὸν κριτικὰ, ἐὰν ὁ Ράμφος ἔθεσε σωστὰ τὸ πρόβλημα ποὺ τόσο ἐπίμονα προσπάθησε νὰ λύσει, διατρέχοντας σὲ ἁδρὲς γραμμὲς τὴν πνευματική του πορεία καὶ στὴν συνέχεια θὰ τοποθετηθοῦμε κριτικὰ ἀπέναντί του.

Ἀπὸ τὴν φιλοσοφίαν εἰς τὴν ἀναζήτησιν  τοῦ ἑλληνικοῦ ἀνθρώπου

   Ὅταν μετὰ ἀπὸ σπουδὲς στὴν Γαλλία, ὁ Ράμφος ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα τὸ 1974, κινήθηκε ἀρχικὰ σὲ διαφορετικὰ ἰδεολογικὰ πεδία, κυρίως στὸ πλαίσιο τοῦ μαρξισμοῦ, γιὰ νὰ στραφεῖ σταδιακὰ πρὸς τὴν ἑρμηνεία τῶν πνευματικῶν προϋποθέσεων τῆς νεοελληνικῆς κοινωνίας. Ἔπαυσε δηλαδὴ νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὸ τί συμβαίνει στὴν κοινωνία ὡς ἀποτέλεσμα οἰκονομικῶν, πολιτικῶν ἢ θεσμικῶν σχέσεων καὶ στρέφει τὸ βλέμμα του πρὸς τὸν ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται πίσω ἀπὸ τοὺς θεσμούς. Ἀναρωτιέται: Γιατί ἕνας λαὸς δημιουργεῖ συγκεκριμένους θεσμούς; Γιατί τοὺς χρησιμοποιεῖ μὲ ὁρισμένο τρόπο; Γιατί ἕνας λαὸς μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει σύγχρονους θεσμοὺς καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ συμπεριφέρεται σύμφωνα μὲ παλαιότερα πρότυπα; Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ράμφου εἶναι ὅτι πίσω ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς ὑπάρχει πάντοτε ἕνας τύπος ἀνθρώπου. Τὸ ἐνδιαφέρον του γίνεται κυρίως ἀνθρωπολογικό. Θεωρεῖ ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀλλάξει τὸ κράτος. Πρέπει νὰ ἀλλάξει ὁ ἄνθρωπος ποὺ χρησιμοποιεῖ τὸ κράτος. Δὲν ἀρκεῖ νὰ εἰσαχθοῦν δυτικοὶ θεσμοί. Πρέπει νὰ ὑπάρχει καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ μπορεῖ νὰ λειτουργήσει μέσα σὲ αὐτούς. Γιὰ τὸν Ράμφο, ἡ ἑλληνικὴ κρίση δὲν εἶναι μόνο κρίση θεσμῶν, ἀλλὰ κρίση ἀνθρωπολογική. Θὰ δείξουμε πῶς ἀντιμετώπισε αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα σὲ ἀναφορὰ μὲ μερικὰ βασικὰ ἔργα του.

Ὁ «καημὸς τοῦ ἑνὸς»

  Ἡ προβληματική του ἀποκτᾶ χαρακτηριστικὴ μορφὴ στὸν Καημὸ τοῦ ἑνός, ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα ἔργα του, ποὺ φέρει τὸν ὑπότιτλο «Κεφάλαια τῆς ψυχικῆς ἱστορίας τῶν Ἑλλήνων», καὶ στὸ ὁποῖο θέτει στὸ κέντρο τῆς κρίσης ταυτότητας τοῦ νεοέλληνα τὴν ἔλλειψη ἀνεπτυγμένης ἐσωτερικότητας. Ποιὸς εἶναι ὁ “ἕνας”; Ὁ «ἕνας» εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ μπορεῖ νὰ ὀνομάσει τὸν ἑαυτὸ του «ἐγὼ» μὲ οὐσιαστικὸ τρόπο. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ τὸ ἄτομο ὡς ξεχωριστὴ βιολογικὴ μονάδα. Πρόκειται γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἐσωτερικὴ ὑπόσταση, ποὺ γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, ποὺ μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἀπέναντι στὶς ἐπιθυμίες του, νὰ ἀναλάβει τὴν εὐθύνη του καὶ νὰ ὀργανώσει τὴ ζωή του ὡς προσωπικὴ πορεία.

  Ὁ «καημὸς» εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνεκπλήρωτη ἐπιθυμία τοῦ Νεοέλληνα νὰ γίνει αὐτὸς ὁ «ἕνας». Σύμφωνα μὲ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Ράμφου, ὁ Νεοέλληνας ἔχει μὲν ἰσχυρὴ ἀτομικότητα ἀλλὰ, ὄχι πάντοτε ἀντίστοιχη ἐξατομίκευση. Θέλει νὰ διακριθεῖ, ἀλλὰ δυσκολεύεται νὰ σταθεῖ μόνος. Θέλει ἐλευθερία, ἀλλὰ ἀναζητεῖ προστασία. Θέλει νὰ ἀποφασίζει, ἀλλὰ συχνὰ περιμένει ἀπὸ ἄλλους νὰ ἀναλάβουν τὸ κόστος τῶν ἀποφάσεων. Ἔχει ἰσχυρὸ ἐγώ, ἀλλὰ ὄχι πάντοτε ἰσχυρὸ ἑαυτό. Ὁ Ράμφος θέλει νὰ φωτίσει τὸ παράδοξο αὐτὸ τοῦ Νεοέλληνα, τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ συνίσταται στὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ εἶναι ἔντονα ἀτομιστὴς χωρὶς νὰ εἶναι πραγματικὰ αὐτεξούσιος. Μπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρεται ὑπερβολικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ταυτόχρονα νὰ μὴ ἔχει συγκροτήσει ἕνα ἐσωτερικὰ αὐτόνομο ἑαυτό. Μπορεῖ νὰ διεκδικεῖ συνεχῶς τὸ δικαίωμα νὰ κάνει ὅ,τι θέλει καὶ ταυτόχρονα νὰ δυσκολεύεται νὰ ἀναλάβει τὴν εὐθύνη αὐτοῦ ποὺ θέλει. Εἶναι ἀδιαμφισβήτητο ὅτι ὁ Ράμφος κατάφερε νὰ ἀγγίξει κάτι ποὺ πολλοὶ ἀναγνωρίζουν στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν σύγχρονων Ἑλλήνων. Πρόκειται ὄντως γιὰ συνήθη συμπεριφορὰ καὶ στάση.

Ἀπὸ τὸ πρόσωπον  εἰς τὴν ἱστορίαν

Ἀλλὰ πῶς προέκυψε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος; Γιὰ νὰ προσφέρει μία ἱκανοποιητικὴ ἐξήγηση ὁ Ράμφος ἐπιχειρεῖ μία μεγάλη ἱστορικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἑρμηνευτικὴ κατασκευή. Ἡ Ἑλλάδα, κατὰ τὴν ἑρμηνεία του, δὲν ἀκολούθησε τὴν ἴδια ἀνθρωπολογικὴ πορεία μὲ τὴ Δύση. Ἡ βυζαντινὴ καὶ ὀρθόδοξη παράδοση δημιούργησε ἕνα διαφορετικὸ τύπο ἀνθρώπου, μὲ ἔντονη ἐσωτερικότητα καὶ πνευματικὴ ἀναζήτηση, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὁδηγήσει στὴν ἴδια μορφὴ ἱστορικῆς ἐξατομίκευσης ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴ Δύση. Ἡ Δύση, μέσα ἀπὸ τὴ μακρὰ διαδικασία ποὺ ὁδηγεῖ στὴ νεωτερικότητα, ἀνέπτυξε τὴν ἔννοια τοῦ ἀτόμου ὑπὸ τὴν σημασία τῆς προσωπικῆς αὐτονομίας, τῆς εὐθύνης, τοῦ σχεδιασμοῦ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ἐνεργοῦ παρέμβασης στὴν ἱστορία. Ἡ Ἀνατολή, ἀντίθετα, παρέμεινε περισσότερο στραμμένη πρὸς τὴν ἐσωτερικὴ ζωή, τὴ σωτηρία καὶ τὴν αἰωνιότητα.

Προκύπτει ὡς ἐκ τούτου ἕνα δίπολο πού διατρέχει μεγάλο μέρος τῆς σκέψης του: ἐσωτερικότητα ἢ ἱστορικότητα; αἰωνιότητα ἢ μέλλον; ἐσωτερικὴ μεταμόρφωση ἢ κοσμικὴ δημιουργία; ἀσκητικὴ αὐτοσυγκέντρωση ἢ ἐνεργὸς ἱστορικὴ πράξη; Ἂν καὶ δὲν ἀρνεῖται τὴν ἀξία τῆς ἐσωτερικότητας, καὶ μάλιστα τὴν θεωρεῖ προϋπόθεση τῆς πραγματικῆς προσωπικότητας, ὁ Ράμφος θεωρεῖ ὅτι τὸ πρόβλημα ἀρχίζει, ὅταν ἡ ἐσωτερικότητα δὲν μετατρέπεται σὲ δημιουργικὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ μπορεῖ ὄχι μόνο νὰ γνωρίζει τὸν ἑαυτὸ του ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργεῖ. Ὄχι μόνο νὰ ἐπιθυμεῖ ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποφασίζει. Νὰ ἀποφασίζει καὶ στὴν συνέχεια νὰ πράττει, ὥστε νὰ παράγει ἔργο.

Τὸ «Ἀδιανόητο τίποτα»

  Ἡ σκέψη αὐτὴ ἀποκτᾶ μία ἀπὸ τὶς πιὸ συμπυκνωμένες μορφές της στὸ Ἀδιανόητο τίποτα, ποὺ φέρει τὸν χαρακτηριστικὸ ὑπότιτλο «Φιλοκαλικὰ ριζώματα τοῦ νεοελληνικοῦ μηδενισμοῦ», βιβλίο ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ἑρμηνεύσει βασικὰ κείμενα τῆς Φιλοκαλίας καὶ νὰ τὰ συνδέσει μὲ προβλήματα τῆς νεοελληνικῆς νοοτροπίας. Ἐὰν τὸ πρόβλημα τοῦ Νεοέλληνα εἶναι ἡ ἀδυναμία νὰ γίνει πλήρως ἱστορικὸ καὶ αὐτεξούσιο πρόσωπο, τότε πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν οἱ βαθύτερες πνευματικὲς προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας. Ἡ Φιλοκαλία μπαίνει στὸ ἐπίκεντρο τῆς ἔρευνάς του, διότι ἐκεῖ συναντᾶ μία ὁλόκληρη ἀνθρωπολογία: τὴν ἀντίληψη γιὰ τὸν νοῦ, τὰ πάθη, τὴ φαντασία, τὴ φιλαυτία, τὴν ἐσωτερικὴ προσοχή, τὴν κάθαρση καὶ τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν κόσμο. Ἡ ἀσκητικὴ παράδοση ἐνδιαφέρεται πρωτίστως γιὰ τὴ μεταμόρφωση τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Ράμφος ἀναρωτιέται ὅμως τί συμβαίνει, ὅταν αὐτὴ ἡ ἀνθρωπολογία γίνει πολιτισμικὸ πρότυπο μίας ὁλόκληρης κοινωνίας; Μήπως ἡ ἔντονη ἐσωτερικότητα μπορεῖ νὰ ἀποδυναμώσει τὴ σχέση μὲ τὴν ἱστορία; Μήπως ἡ καχυποψία ἀπέναντι στὴ φαντασία περιορίζει τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ προβάλει τὸ μέλλον; Μήπως ἡ ἔμφαση στὴν ἐσωτερικὴ σωτηρία ἀφήνει σὲ δεύτερο ἐπίπεδο τὴ δημιουργία ἑνὸς κόσμου μέσα στὴν ἱστορία; Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ Ράμφος μετατρέπει τὴν Φιλοκαλία ἀπὸ ἀντικείμενο θεολογικῆς μελέτης σὲ κλειδὶ ἑρμηνείας τοῦ νεοελληνικοῦ ψυχισμοῦ. Ἡ ἐπίδραση τῆς φιλοκαλικῆς νοοτροπίας ὁδήγησε, κατὰ τὸν Ράμφο στὸν νεοελληνικὸ μηδενισμό. Ὡς μηδενισμὸς ἐν προκειμένῳ δὲν νοεῖται μία φιλοσοφικὴ ἄρνηση τοῦ νοήματος. Εἶναι ἡ κατάσταση κατὰ τὴν ὁποία ἡ ἐπιθυμία δὲν καταλήγει σὲ ἔργο. Ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ, ὀνειρεύεται, συγκινεῖται, ἀγανακτεῖ, ἀπαιτεῖ, ἀλλὰ δὲν κατορθώνει νὰ μετατρέψει τὴν ἐσωτερική του ἐνέργεια σὲ δημιουργικὴ πράξη. Τὸ «τίποτα» εἶναι ἔτσι τὸ ἀποτέλεσμα μίας ζωῆς ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ γίνει ἔργο.

Ἀπὸ τὴν ἀνθρωπολογίαν εἰς τὴν πολιτικὴν

Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο γίνεται κατανοητὸ, γιατί ἡ σκέψη τοῦ Ράμφου εἶχε τόσο μεγάλη ἀπήχηση, ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὴ σύγχρονη Ἑλλάδα. Ἡ πελατειακὴ σχέση, ἡ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ κράτος, ἡ δυσπιστία ἀπέναντι στοὺς θεσμούς, ἡ προτίμηση τῶν προσωπικῶν σχέσεων ἔναντι τῶν ἀπρόσωπων κανόνων, ἡ δυσκολία αὐτοπειθαρχίας καὶ ἡ συχνὰ ἀντιφατικὴ σχέση μὲ τὴν ἔννοια τῆς εὐθύνης εἶναι, κατὰ τὴν ἄποψή του, συμπτώματα ἑνὸς συγκεκριμένου τύπου ἀνθρώπου. Ὁ πολίτης ποὺ δὲν ἔχει συγκροτηθεῖ ὡς αὐτεξούσιο πρόσωπο ἀναζητεῖ προστάτη. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δυσκολεύεται νὰ σχεδιάσει τὸ μέλλον ἀναζητεῖ ἄμεση ἱκανοποίηση. Αὐτὸς ποὺ δυσκολεύεται νὰ ἀναλάβει προσωπικὴ εὐθύνη μεταφέρει τὴν εὐθύνη στὸ κράτος, στοὺς πολιτικούς, στοὺς ξένους, στὶς περιστάσεις. Ἔτσι ἡ ἀνθρωπολογία γίνεται πολιτικὴ ἑρμηνεία. Καὶ ἐδῶ ὁ Ράμφος εἶναι ἰδιαίτερα πειστικὸς ὡς παρατηρητής.

Ἡ δική μας ἔνστασις: ὁ Ράμφος  ἐκκινεῖ ἐξ ἐσφαλμένου σημείου

 Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Ράμφος περιγράφει σωστὰ ἕνα μεγάλο μέρος τῆς νεοελληνικῆς πραγματικότητας, ἀλλὰ θέτει μὲ λάθος τρόπο τὸ θεμελιῶδες ἐρώτημά του. Τὸ λάθος εἶναι ἡ ὑπόθεση ὅτι ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος ἀποτελεῖ ἕνα πιὸ προχωρημένο στάδιο τῆς ἐξατομίκευσης καί, συνεπῶς, ἕνα κατάλληλο μέτρο μὲ βάση τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κριθεῖ ὁ Ἕλληνας. Ἀλλὰ γιατί νὰ εἶναι ἔτσι; Γιατί ἡ αὐξημένη αὐτονομία τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου νὰ θεωρεῖται αὐτονόητα ἀνθρωπολογικὴ πρόοδος; Γιατί ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ στηρίζεται ὅλο καὶ περισσότερο στὶς δικές του δυνάμεις νὰ ἀποτελεῖ κατ’ ἀνάγκην τελείωση; Ἀπὸ ὀρθόδοξη προοπτική, ἡ ἐρώτηση αὐτὴ πρέπει νὰ ἀντιστραφεῖ. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὕπαρξη ποὺ καλεῖται νὰ καταστεῖ αὐτάρκης καὶ αὐτόνομη. Εἶναι κτιστὸ πρόσωπο, τοῦ ὁποίου ἡ ὕπαρξη ἔχει θεμελιώδη σχέση μὲ τὸν Θεό. Ἑπομένως, ὀρθόδοξα μιλώντας, τὸ ζητούμενο δὲν εἶναι ἡ αὐτονομία, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἑρμηνευθεῖ καὶ ἑρμηνεύεται ὡς ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα στὴ σχέση μαζί Του.

Ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος πράγματι ἔγινε περισσότερο αὐτόνομος. Ἀπέκτησε μεγαλύτερη δυνατότητα νὰ σκέπτεται, νὰ σχεδιάζει, νὰ παράγει, νὰ ὀργανώνει, νὰ ἐλέγχει καὶ νὰ μετασχηματίζει τὸν κόσμο. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι κοσμικὴ πρόοδος. Δὲν εἶναι αὐτομάτως πνευματικὴ πρόοδος. Καὶ κυρίως δὲν ἀποτελεῖ ἀπάντηση στὸ θεμελιῶδες πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου: τὴ σωτηρία του. Μάλιστα, ἡ αὐξημένη αὐτονομία συνδέθηκε ἱστορικὰ μὲ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ πίστη, ὁπότε ἡ ἐν λόγω «πρόοδος» εἶναι πολὺ προβληματική. Βλέπουμε τὸν δυτικὸ ἐξατομικευμένο ἄνθρωπο ἰσχυρότερο ἀπέναντι στὴ φύση καὶ ἀσθενέστερο ἀπέναντι στὸν ἑαυτό του καὶ στὰ πάθη του. Ποῦ εἶναι ἐδῶ ἡ αὐτονομία του; Ἀπέκτησε δικαιώματα καὶ ἔχασε νόημα ὕπαρξης. Ἡ ἀπαίτηση γιὰ αὐτονομία του τὸν τυφλώνει, ὥστε νὰ μὴ καταλαβαίνει ὅτι ὀντολογικὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἑπομένως, ἡ δυτικὴ ἐξατομίκευση δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει αὐτονόητο μέτρο ἀνθρωπολογικῆς τελείωσης, κάτι ποὺ ὁ Ράμφος δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεται.

Ἀληθινὴ ἐξατομίκευσις  δὲν εἶναι ἡ αὐτονόμησις ἀπὸ τὸν Θεὸν

Ὁ Ράμφος σωστὰ αἰσθάνεται ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ γίνει «ἕνας», πρόσωπο. Τὸ ἀληθινὸ ὅμως πρόσωπο δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔγινε ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀπέκτησε τὴν ἐλευθερία νὰ σταθεῖ ἀληθινὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτὸς ποὺ λέει Ἐγώ, ὡς πρόσωπο, ἀναλαμβάνω ἐλεύθερα τὴν ὕπαρξή μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ». Ἡ ὀρθόδοξη ἔννοια τοῦ προσώπου δὲν ὁλοκληρώνεται στὴν αὐτονομία, ἀλλὰ στὴν ὑπαγωγὴ τοῦ ἰδίου θελήματος στὸ θεῖο θέλημα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό. Ἡ προβληματική τοῦ Ράμφου ἐν προκειμένῳ χάνει ἐντελῶς τὸ κρίσιμο σημεῖο.

Ἡ Φιλοκαλία καὶ ὁ Νεοέλλην

Ἡ σύνδεση τῆς Φιλοκαλίας μὲ τὸν σύγχρονο νεοελληνικὸ χαρακτήρα εἶναι ἐντόνως προβληματικὴ. Ἡ Φιλοκαλία ἀποτελεῖ βεβαίως πνευματικὴ παράδοση ποὺ ἐπηρέασε τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Ὡστόσο, ὁ ἄνθρωπος πού πραγματικὰ ζεῖ τὴ φιλοκαλικὴ ζωὴ μοιάζει μὲ τὸν μέσο Νεοέλληνα πού περιγράφει ὁ Ράμφος; Προφανῶς, ὄχι!  Ὁ ἅγιος δὲν εἶναι ἄνθρωπος χωρὶς αὐτοπειθαρχία καὶ χωρὶς εὐθύνη. Ὁ ἅγιος σέβεται καὶ τὸν νόμο τῶν ἀνθρώπων, ὅταν δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ἄνθρωπος ποὺ ἀπαιτεῖ συνεχῶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ἀποφεύγει κάθε προσωπικὴ θυσία. Δὲν ὑπηρετεῖ τὴ φιλαυτία του. Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ ἀπαιτεῖ αὐτοκυριαρχία, ὑπακοή, ἐγκράτεια, ὑπευθυνότητα, ἀγάπη, θυσία καὶ βαθιὰ ἐπίγνωση τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. Οἱ ἁγιασμένοι ἄνθρωποι ὑπερβαίνουν τὸν ἐγωκεντρισμό τους καὶ μποροῦν νὰ ὑπηρετήσουν πραγματικὰ τὸν ἄλλο καὶ τὴν κοινότητα. Ἑπομένως ἡ σύνδεση: Φιλοκαλία > ἐσωστρέφεια > νεοελληνικὴ ἀνευθυνότητα δὲν στέκει. Ἀντιθέτως, ἡ παράβλεψη τῆς φιλοκαλικῆς ἀντίληψης τὶς τελευταῖες δεκαετίες εἶναι παραπάνω ἀπὸ ἐμφανής.

Ὑπάρχει συλλογικὸν ἀσυνείδητον;

Μποροῦμε ἄραγε νὰ μιλᾶμε γιὰ τὸν «Νεοέλληνα» σὰν νὰ πρόκειται γιὰ ἕνα ἑνιαῖο ἀνθρωπολογικὸ τύπο; Βεβαίως, ὑπάρχουν συλλογικὲς νοοτροπίες καὶ ἱστορικὲς συνήθειες. Ἀλλὰ τὸ νὰ μετατρέψουμε τὴ νοοτροπία σὲ σχεδὸν μοιραῖο συλλογικὸ ψυχισμό, ὅπως κάνει ὁ Ράμφος, εἶναι ἀστήρικτο καὶ ἐσφαλμένο.Ἕνα ἔθνος δὲν εἶναι μία ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ μοιράζονται κάποιο κρυμμένο ψυχολογικὸ χαρακτηριστικό. Τὸ πνεῦμα ἑνὸς λαοῦ ἐκφράζεται στὴ γλώσσα του, στὴ θρησκεία του, στοὺς θεσμούς του, στὰ ἔργα του, στὶς πολιτικὲς του μορφές, στὶς σχέσεις του μὲ τοὺς ἄλλους λαοὺς καὶ στὴ θέση του μέσα στὴν καθολικὴ ἱστορία. Αὐτὸ εἶναι πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποδίδουμε τὴ συμπεριφορὰ ἑνὸς λαοῦ σὲ «συλλογικὸ ἀσυνείδητο» ἢ σὲ κάποια ὑποτιθέμενη «ἐφηβικότητα», ὅπως ἤθελε  ὁ Ράμφος. Τέτοιες ἐξηγήσεις εἶναι ἐντελῶς ἀνερμάτιστες.

Τὸ πρόβλημα τῆς αὐτεξουσιότητoς

Ἀπὸ ὀρθόδοξη ἄποψη πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι ἀκόμη κι ἂν ὑπάρχει κυρίαρχη κοινωνικὴ νοοτροπία, τὸ πρόσωπο δὲν εἶναι ἀναγκασμένο νὰ ταυτίζεται μὲ αὐτήν, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὂν αὐτεξούσιο. Μπορεῖ νὰ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, τὴν παράδοση, τὸ σχολεῖο, τὸ κράτος, τὴν κοινωνία, τὴ γλώσσα καὶ τὸν πολιτισμό του. Δὲν καθορίζεται ὅμως ἀπὸ αὐτά. Μπορεῖ νὰ πεῖ «ὄχι». Μπορεῖ νὰ μετανοήσει. Μπορεῖ νὰ ἀλλάξει. Μπορεῖ νὰ γίνει ἅγιος μέσα σὲ μία κοινωνία ποὺ δὲν εἶναι ἁγία. Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἀκολουθοῦν μία συγκεκριμένη νοοτροπία δὲν σημαίνει ὅτι αὐτὴ ἡ νοοτροπία ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τους. Μᾶλλον σημαίνει ὅτι οἱ πολλοί, ὄντας ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀδύναμοι, ἀκολουθοῦν τὴν εὐκολότερη ὁδό. Καὶ ἀκόμη σημαίνει ὅτι ἐκμεταλλεύονται μία ἤδη διαμορφωμένη κατάσταση γιὰ τὸ προσωπικό τους συμφέρον. Ἑπομένως ἡ ἁμαρτία δὲν χρειάζεται νὰ ἐξηγηθεῖ ὡς συλλογικὸ ἀσυνείδητο. Ἡ ἁμαρτία εἶναι πρωτίστως προσωπικὴ πράξη ἐλευθέρου προσώπου. Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ φθάνουμε στὸ σημεῖο, ὅπου ἡ κοινωνικὴ νοοτροπία γίνεται ἄλλοθι γιὰ τὴν προσωπικὴ εὐθύνη.

Συμπέρασμα

Ὁ καημὸς τοῦ Ράμφου εἶναι ὁ καημὸς ἑνὸς στοχαστῆ ποὺ εἶδε καθαρὰ ὅτι κάτι δὲν λειτουργεῖ στὸν νεοέλληνα. Εἶδε ὅτι ἡ δημοκρατία δὲν ἀρκεῖ χωρὶς δημοκρατικὸ ἄνθρωπο. Ὅτι οἱ θεσμοὶ δὲν ἀρκοῦν χωρὶς ἀνθρώπους ποὺ μποροῦν νὰ τοὺς ὑπηρετήσουν. Ὅτι ἡ ἐλευθερία ἀπαιτεῖ ὑπευθυνότητα καὶ ἡ ἀτομικότητα ἐσωτερικότητα. Ὅτι ἕνας λαὸς μπορεῖ νὰ παίξει ἱστορικὸ ρόλο, ἐὰν τὰ ἄτομα ποὺ τὸν ἀποτελοῦν ἀναλαμβάνουν τὴν εὐθύνη τῆς ὑπάρξεώς τους. Ὅμως ὁ καημὸς τοῦ Ράμφου μένει ἀναπάντητος, ἐπειδὴ ἡ ἀπάντηση ποὺ ἀναζήτησε στηρίχθηκε σὲ ἕνα ἀμφισβητήσιμο μέτρο. Ἀντὶ νὰ ἀναζητήσει τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἐξατομίκευσης, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναρωτηθεῖ μήπως ὁ ἄνθρωπος δὲν πάσχει, ἐπειδὴ δὲν ἔγινε ἀρκετὰ αὐτόνομος, ἀλλὰ ἐπειδὴ χρησιμοποιεῖ τὴν αὐτεξουσιότητά του, γιὰ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Καί, ἐφόσον αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα, ἡ θεραπεία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλῶς περισσότερη ἐξατομίκευση καὶ περισσότερη αὐτονομία, ἀλλὰ χρειάζεται μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό. Αὐτὸ ἀποτελεῖ διαφορετικὴ κατανόηση τῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἄνθρωπος ὡς «ἕνας», κατὰ τὸν Ράμφο δηλώνει αὐτὸν ποὺ μπορεῖ νὰ σταθεῖ μόνος του. Ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ὅμως μᾶς καλεῖ νὰ ἀναζητήσουμε τὸν «ἕνα» ποὺ μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὁπότε τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι πλέον, γιατί ὁ Ἕλληνας δὲν ἔγινε σὰν τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο, ἀλλά, ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ἀληθινὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς αὐτονομίας τοῦ προσώπου. Δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ πῶς θὰ γίνουμε περισσότερο κύριοι τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ πῶς θὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μέσα στὴν ἱστορία. Ὁ καημὸς τοῦ Ράμφου ἦταν ὁ καημὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔγινε ἀκόμη αὐτὸ ποὺ θά μποροῦσε νὰ γίνει. Τί εἶναι ὅμως αὐτὸ πού ὄντως μπορεῖ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος; Ἡ ὀρθόδοξη ἀπάντηση νὰ εἶναι πολὺ πιὸ ἀπαιτητικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ μποροῦσε νὰ δώσει ὁποιαδήποτε ἀνθρωπολογία τῆς αὐτονομίας: Ἡ ὀρθοδοξία δὲν ζητεῖ ἕνα αὐτάρκη ἄνθρωπο, ἀλλὰ ἕνα ἄνθρωπο σὲ κοινωνία μὲ τὸν Θεό.

Ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύσει.

  Next Article

«Αύτη ημέρα Κυρίου, αγαλλιάσθε λαοί. Ιδού γαρ του φωτός ο νυμφών και η βίβλος του λόγου της ζωής εκ γαστρός προελήλυθε».