Κριτική εἰς τὴν «ὀντολογία τῆς  σχέσεως» τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ

Share:

Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, διδάκτορος Φιλοσοφίας

   Ἡ σκέψη τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ ἄσκησε σημαντικὴ ἐπίδραση στὴ νεώτερη ἑλληνικὴ θεολογικὴ καὶ φιλοσοφικὴ γραμματεία. Ἕνας ἀπὸ τοὺς κεντρικοὺς ἄξονες τῆς σκέψεώς του εἶναι ἡ λεγόμενη «κριτικὴ ὀντολογία», ἡ ὁποία συνδέεται στενὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς σχέσεως, τῆς ἐμπειρίας, τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἐλευθερίας.

   Ὁ Παῦλος Κλιματσάκης, στὸ δεύτερο μέρος τῆς κριτικῆς παρουσιάσεως τῆς σκέψεως τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ στὸ κανάλι «Ὑπερούσιο», ἐπιχειρεῖ μία ριζικὴ κριτικὴ αὐτῶν τῶν θέσεων. Κατὰ τὴν ἀνάγνωσή του, ἡ γιανναρικὴ ὀντολογία ἀπομακρύνεται τόσο ἀπὸ τὴν κλασικὴ φιλοσοφικὴ ἔννοια τῆς ὀντολογίας ὅσο καὶ ἀπὸ βασικὲς κατηγορίες τῆς πατερικῆς θεολογίας.

Ἡ «κριτικὴ ὀντολογία»

  Ὁ Γιανναρᾶς ὁρίζει τὴν ὀντολογία ὡς λόγο περὶ τοῦ ὄντος, δηλαδὴ ὡς προσπάθεια ἑρμηνείας τοῦ νοήματος, τῆς αἰτίας καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεως. Ἡ ὀντολογία δὲν ἐξετάζει τὰ ὄντα ἁπλῶς ὡς πρὸς τὰ φυσικὰ χαρακτηριστικά τους –τὸ σχῆμα, τὸ βάρος ἢ τὴ λειτουργία τους– ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν.

Ἡ ἔνσταση τοῦ Κλιματσάκη ἀρχίζει ἀπὸ τὸ δεύτερο σκέλος τῆς γιανναρικῆς προσεγγίσεως: τὴν ἀπαίτηση γιὰ «ἐμπειρικὴ ἐπαλήθευση» τῶν προτάσεων τῆς ὀντολογίας. Κατὰ τὴν κριτική του, ἡ φιλοσοφία εἶναι πρωτίστως νοητικὴ καὶ ἐννοιολογικὴ δραστηριότητα. Ἡ ὀντολογία ἐρωτᾷ γιὰ τὸ «ὂν ᾖ ὄν» καὶ δὲν λειτουργεῖ ὅπως οἱ ἐμπειρικὲς φυσικὲς ἐπιστῆμες.

Ἡ κριτικὴ στὴ «νοησιαρχία»

   Κεντρικὸς στόχος τῆς κριτικῆς τοῦ Γιανναρᾶ εἶναι ἡ λεγόμενη «νοησιαρχία» τῆς Δύσεως. Ὡς νοησιαρχία περιγράφεται ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ ἀνθρώπινη νόηση μπορεῖ, διὰ τῶν ἐννοιῶν, νὰ φθάσει σὲ ἀντικειμενικὴ γνώση τῆς πραγματικότητας.

Ὁ κ. Κλιματσάκης ἀντιτείνει ὅτι ἡ χρήση τῶν ἐννοιῶν δὲν ἀποτελεῖ κάποια ἰδιομορφία τῆς δυτικῆς φιλοσοφίας. Ἡ φιλοσοφία, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα, προϋποθέτει τὴ νόηση, τὴ συγκρότηση ἐννοιῶν καὶ βασικὲς λογικὲς ἀρχές, ὅπως ἡ ἀρχὴ τῆς ταυτότητας καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς μὴ ἀντιφάσεως.

Κατὰ συνέπεια, ἡ ἀπόρριψη τῆς «νοησιαρχίας», ἐὰν νοηθεῖ ὡς ἀπόρριψη τῆς ἐννοιολογικῆς λειτουργίας τῆς φιλοσοφίας, δημιουργεῖ σοβαρὸ πρόβλημα: χωρὶς ἔννοιες καὶ λογικὲς ἀρχὲς δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἴδια ἡ φιλοσοφικὴ διατύπωση.

Ἡ «κοινωνούμενη ἐμπειρία»

   Ὁ Γιανναρᾶς ἀποδίδει μεγάλη σημασία στὴν «κοινωνούμενη ἐμπειρία». Ἡ γνώση, κατὰ τὴν προσέγγισή του, δὲν ἐξαν-τλεῖται στὴν ἀτομικὴ νόηση, ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὴν ἄμεση σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ ὑπαρκτό.

Χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς γλυκύτητας τοῦ μελιοῦ. Οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ συμφωνήσουν ὅτι «τὸ μέλι εἶναι γλυκό». Ἡ κριτικὴ τοῦ Κλιματσάκη εἶναι ὅτι ἡ ἴδια ἡ αἴσθηση τῆς γλυκύτητας παραμένει προσωπικὴ καὶ ἀμετάδοτη. Ὁ ἕνας δὲν μπορεῖ νὰ μεταδώσει στὸν ἄλλον τὴν ἴδια τὴν αἴσθησή του. Ἐκεῖνο ποὺ κοινωνεῖται εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ἡ γλωσσικὴ σημασία.

Ἑπομένως, κατὰ τὴν κριτικὴ αὐτή, ἡ γλώσσα καὶ ἡ νόηση παραμένουν ἀναγκαῖες γιὰ τὴν κοινωνία τῆς γνώσεως.

Ἡ σχέσις δὲν παράγει τὴν ὕπαρξιν

Ἀκόμη σημαντικότερη εἶναι ἡ κριτικὴ στὴν ἔννοια τῆς «σχέσεως». Στὴ σκέψη τοῦ Γιανναρᾶ ἡ σχέση ἀποκτᾷ θεμελιώδη ὀντολογικὴ σημασία. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ὂν ποὺ σχετίζεται, ἀλλὰ ἡ προσωπική του ἑτερότητα φανερώνεται καὶ πραγματώνεται στὴ σχέση.

Ἡ βασικὴ ἀντίρρηση ποὺ διατυπώνεται εἶναι ὅτι ἡ σχέση δὲν παράγει τὴν ὕπαρξη· ἡ ὕπαρξη προϋποτίθεται τῆς σχέσεως.

Ὁ Θεὸς δημιουργεῖ τὰ ὄντα. Τὰ ὄντα ἔχουν συγκεκριμένη φύση καὶ φυσικὲς ἐνέργειες καὶ, διὰ τῶν ἐνεργειῶν τους, ἔρχονται σὲ σχέση μὲ τὰ ἄλλα ὄντα. Γιὰ νὰ ὑπάρξει, ἑπομένως, σχέση δύο ὄντων, πρέπει πρῶτα νὰ ὑπάρχουν τὰ ὄντα ποὺ σχετίζονται.

Ἡ σχέση δὲν εἶναι δημιουργὸς τῆς φύσεως ἢ τῆς ὑποστάσεως.

Ἡ φύσις δὲν εἶναι ἐχθρὸς τῆς ἐλευθερίας

Ἕνα ἀκόμη κρίσιμο σημεῖο ἀφορᾷ τὴ σχέση φύσεως καὶ ἐλευθερίας. Στὴ γιανναρικὴ προβληματικὴ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία συνδέεται μὲ τὴν ὑπέρβαση τῆς ἀναγκαιότητας ποὺ χαρακτηρίζει τὴ φύση.

Ἀπὸ ὀρθόδοξη ὅμως σκοπιὰ, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Κλιματσάκης, τὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἡ φύση του. Ἡ φύση εἶναι δημιουργία τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς τέτοια εἶναι καλή. Ὁ πνευματικὸς ἀγώνας δὲν ἀποβλέπει στὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ φύση, ἀλλὰ στὴν ἐπιστροφή του στὸ κατὰ φύσιν.

Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ κινηθεῖ σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τῆς φύσεώς του, ὅπως αὐτὸς δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι τὸ φυσικὸ θέλημα, ἀλλὰ ἡ παράχρηση τῆς φυσικῆς θελήσεως, ἡ γνωμικὴ κίνηση πρὸς τὸ νομιζόμενο ἀντὶ τοῦ πραγματικοῦ ἀγαθοῦ.

Ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται μία θεμελιώδης διαφορά: ἡ σωτηρία δὲν συνίσταται στὴν ὑπέρβαση τῆς φύσεως, ἀλλὰ στὴ θεραπεία τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ὑπόσταση χρησιμοποιεῖ τὶς φυσικές της δυνάμεις.

Ἄτομο, ὑπόστασις καὶ πρόσωπον

Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει καὶ ἡ γνωστὴ διάκριση τοῦ Γιανναρᾶ μεταξύ «ἀτόμου» καὶ «προσώπου». Στὸ γιανναρικὸ σχῆμα, τὸ ἄτομο παραπέμπει στὴν αὐτονομημένη μονάδα ἑνὸς ὁμοειδοῦς συνόλου, ἐνῶ τὸ πρόσωπο σηματοδοτεῖ τὴν ὕπαρξη ὡς σχέση καὶ ἀναφορά.

Ἡ κριτικὴ ποὺ διατυπώνεται ἐδῶ εἶναι πατερική. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς στὴ Διαλεκτική χρησιμοποιεῖ τὶς κατηγορίες τοῦ ἀτόμου, τῆς ὑποστάσεως καὶ τοῦ προσώπου μὲ τρόπο ποὺ δὲν δικαιολογεῖ μία ἀπόλυτη ἀντιπαράθεση «ἀτόμου» καὶ «προσώπου».

Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος εἶναι συγκεκριμένες ὑποστάσεις τῆς κοινῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Ἔχουν τὴν ἴδια ἀνθρώπινη οὐσία καὶ διακρίνονται ὑποστατικῶς. Ἡ μοναδικότητα τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου δὲν χρειάζεται νὰ παραχθεῖ ἀπὸ μία σχέση μὲ κάποιον ἄλλον, προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νὰ καταστεῖ «πρόσωπο».

Πρῶτα ὑπάρχει ἡ συγκεκριμένη ὑπόσταση καὶ κατόπιν σχετίζεται. Ἡ σχέση δὲν δημιουργεῖ τὴν ὑπόσταση.

Ἀγάπη καὶ «ἐρωτικὴ αὐθυπέρβασις»

Ἡ ἔννοια τῆς ἐρωτικῆς αὐθυπερβάσεως κατέχει σημαντικὴ θέση στὴ σκέψη τοῦ Γιανναρᾶ. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἐξέλθει ἀπὸ τὴν αὐτοαναφορικότητά του καὶ νὰ πραγματώσει τὴν προσωπική του ὕπαρξη στὴ σχέση.

Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικὴ ζωή, ὅμως, δὲν μπορεῖ νὰ περιορισθεῖ σὲ μία ὀντολογία τῆς ἐρωτικῆς αὐθυπερβάσεως. Τὸ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» τοῦ Χριστοῦ συνδέεται μὲ συγκεκριμένο ἀσκητικὸ περιεχόμενο: περιορισμὸ τῆς φιλαυτίας, ἔλεος πρὸς τὸν πλησίον, ὑπομονὴ στὰ βάρη τοῦ ἄλλου, κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη καὶ δεκτικότητα στὴ θεία Χάρη.

Ἡ ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι προϊόν μιᾶς αὐτόνομης διαπροσωπικῆς δυναμικῆς. Πραγματοποιεῖται ἐν Χριστῷ καὶ διὰ τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Ἡ κοινωνία τῶν προσώπων εἶναι ἐν Χριστῷ

Ἐδῶ βρίσκεται καὶ ἡ κυριότερη θεολογικὴ ἔνσταση ἀπέναντι στὴν ὀντολογία τῆς σχέσεως. Ἡ πραγματικὴ κοινωνία τῶν ἀνθρώπων δὲν συγκροτεῖται ἀπὸ μία ἀφηρημένη δυναμικὴ σχέσεων, οὔτε ἀπὸ τὴν ἐρωτικὴ ὑπέρβαση τῆς φυσικῆς ἀτομικότητας.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Σῶμα Χριστοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τοὺς ἄλλους, διότι πρωτίστως ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστό. Ἡ πληρότητα αὐτῆς τῆς κοινωνίας θὰ φανερωθεῖ στὰ ἔσχατα, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου ἡ ἑνότητα δὲν καταργεῖ τὴν ὑποστατικὴ ἰδιαιτερότητα τοῦ καθενός.

Ἡ χριστιανικὴ κοινωνία, ἑπομένως, δὲν εἶναι ἁπλῶς μία «κοινωνία προσώπων». Εἶναι κοινωνία προσώπων ἐν Χριστῷ, διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς θείας Χάριτος.

Τὸ κρίσιμον θεολογικὸν πρόβλημα

Τὸ σημαντικότερο ζήτημα ἀνοίγεται, ὅταν αὐτὴ ἡ ὀντολογία τῆς σχέσεως μεταφέρεται στὴ θεολογία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἐὰν ἡ σχέση θεωρηθεῖ ὡς ἐκείνη ποὺ συγκροτεῖ ὀντολογικῶς τὸ πρόσωπο, τότε ἀνακύπτει τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ἡ πατερικὴ διδασκαλία περὶ οὐσίας, ὑποστάσεως καὶ ὁμοουσίου ἀντικαθίσταται σταδιακὰ ἀπὸ μία νεώτερη «σχεσιακὴ ὀντολογία».

Ἡ πατερικὴ θεολογία δὲν θεμελιώνει τὸ ὁμοούσιο στὴ σχέση. Ἡ σχέση δὲν εἶναι ἡ κοινὴ θεία οὐσία, οὔτε μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ὑποστάσεων.

Ἀντίστοιχα, στὴν ἀνθρωπολογία, ὁ ἄνθρωπος δὲν χρειάζεται νὰ ἀποδράσει ἀπὸ τὴ φύση του, γιὰ νὰ γίνει πρόσωπο. Χρειάζεται νὰ θεραπευθεῖ ἀπὸ τὴν παρὰ φύσιν κίνηση, νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸ γνωμικὸ θέλημα καὶ νὰ ἐνεργήσει σύμφωνα μὲ τὸ κατὰ φύσιν.

Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὸ κεντρικὸ ἐρώτημα ποὺ πρέπει νὰ τεθεῖ στὴ μελέτη τῆς σκέψεως τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ: ἡ ὀντολογία τῆς σχέσεως ἐκφράζει πράγματι τὶς πατερικὲς κατηγορίες ἢ εἰσάγει μία νεώτερη φιλοσοφικὴ προβληματικὴ καὶ κατόπιν τὴν προβάλλει στὴν ὀρθόδοξη θεολογία;

  Next Article

«Ἀκολούθει μοι»