Aὐτογνωσία καί φιλοδοξία – 2ον

Share:

 

2ον

    Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ὅταν δέν τηροῦνται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ὁδηγοῦν σὲ μιὰ ἀκατάστατη ζωὴ καὶ σὲ μιὰ διαρκῆ σύγχυση καὶ ἀγωνία. Οἱ συνθῆκες αὐτὲς εἶναι ἐντελῶς ἀρνητικὲς καὶ ἔχουν ὡς ἀνησυχητικό ἀποτέλεσμα τὴν πλήρη ἄγνοια τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὅπου καὶ νὰ βρεθεῖ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, δημιουργεῖ προβλήματα στοὺς ἄλλους καὶ εἶναι ἀποκρουστικός καὶ ὄχι σπάνια ἐπικίνδυνος.

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει οὔτε τή στοιχειώδη αὐτογνωσία εἶναι ὑπερήφανος καί τόν διακρίνει τό πάθος τῆς κατάκρισης.

Στόν ἑαυτό του δέν βλέπει τίποτα τό μεμπτό, ἐνῶ στούς ἄλλους βλέπει πλῆθος ἐλαττωμάτων καί παραπτωμάτων. Αὐτός εἶναι ὁ μόνος χρήσιμος στήν κοινωνία, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἄχρηστοι καί ἐπιζήμιοι. Συχνά προσπαθεῖ νά τούς διαφωτίσει μέ ὑπερβολικά λόγια, πού ἀποκαλύπτουν τήν δική του ἔλλειψη αὐτογνωσίας. Ὁ Κύριός μας, ἀναφερόμενος στό πάθος τῆς κατάκρισης, ἀπευθύνεται μέ δριμύτητα σέ ἐκεῖνον, πού ἐνῶ δέν ἔχει αὐτογνωσία, προθυμοποιεῖται νά διορθώσει τόν ἄλλο: «Πῶς μπορεῖς νά βλέπεις τό σκουπιδάκι στό μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου καί δέν νιώθεις ὁλόκληρο δοκάρι στό δικό σου μάτι; Ἤ πῶς θά πεῖς στόν ἀδελφό σου «ἄφησέ με νά σοῦ βγάλω τό σκουπιδάκι ἀπό τό μάτι σου», ὅταν ἔχεις ὁλόκληρο δοκάρι στό δικό σου μάτι; Ὑποκριτή! Βγάλε πρῶτα ἀπό τό μάτι σου τό δοκάρι, καί τότε θά δεῖς καθαρά καί θά μπορέσεις νά βγάλεις τό σκουπιδάκι ἀπό τό μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου»[6].

Καί ἄλλοτε ὁ Κύριος μᾱς εἶπε: «Μπορεῖ ἕνας τυφλός νά ὁδηγήσει ἄλλον τυφλό; Θά πέσουν καί οἱ δυό στό χαντάκι»[7].

Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἀναφέρεται στά ἀγαθά ἀποτελέσματα τῆς αὐτογνωσίας μέ τρόπο ἀποφθεγματικό:

«Τίποτα δέν μπορεῖ νά κάνει τήν ψυχή τόσο εὐσεβῆ καί ἐπιεικῆ καί ἤπια, ὅσο ἡ διαρκής ἀνάμνηση τῶν ἁμαρτημάτων μας».

«Ἄν πρέπει νά ἐνθυμούμαστε ἁμαρτήματα, πρέπει νά ἐνθυμούμαστε μόνο τά δικά μας·  ἄν λοιπόν φέρνουμε στή μνήμη μας τά δικά μας, ποτέ δέν θά σκεφθοῦμε τά ξένα».

«Εἶναι πολύ συντελεστικός τρόπος, γιά νά ἐπανέλθουμε στήν ἀρετή, ὅταν γνωρίζουμε τό μέγεθος τῶν ἁμαρτημάτων μας».

«Ἐκεῖνος πού ἔχει ἐπίγνωση τῶν δικῶν του ἁμαρτιῶν, εὐκολότερα συγχωρεῖ τόν σύνδουλό του».

«…Ἄν προσπαθοῦμε νὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, δὲν θὰ ζημιωνόμαστε σέ τίποτα»[8].

Ὁ Μέγας Βασίλειος τονίζει ὅτι ἡ αὐτογνωσία ὁδηγεῖ στὴ θεογνωσία. Εἶναι ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικοὶ οἱ λόγοι του: «Ἡ ἀληθινὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ σου θὰ σὲ βοηθήσει ἀρκετὰ νὰ συλλάβεις τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δηλαδὴ προσέχεις τὸν ἑαυτό σου, δὲν ἔχεις ἀνάγκη νὰ γνωρίσεις τὸ Θεὸ διὰ μέσου τῶν δημιουργημάτων Του, ἀλλὰ στὸν ἑαυτό σου, σὰν σὲ μικρὸ διάκοσμο, θὰ ἀντιληφθεῖς τὴ μεγάλη σοφία τοῦ Δημιουργοῦ ποὺ σὲ ἔπλασε».[9]

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος συνδυάζει τὴν αὐτογνωσία μὲ τὴν ταπείνωση: «Ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτησε αὐτογνωσία, ποτὲ δὲν θὰ ξεγελαστεῖ νὰ ἐπιχειρήσει κάτι ὑπὲρ τὴ δύναμή του, ἀλλὰ παραμένει στὸ ἑξῆς πατώντας στέρεα στὴ μακαρία ὁδὸ τῆς ταπεινώσεως».[10]

Στὸ Γεροντικὸ διαβάζουμε ὅτι ὁ ἀββᾶς Σισώης παρακάλεσε κάποτε τὸν ἀββᾶ Ὄρ νὰ τοῦ πεῖ κάτι ὠφέλιμο. Κι ἐκεῖνος τὸν ρώτησε: «Ἔχεις ἐμπιστοσύνη σὲ μένα;». Ὁ ἀββᾶς Σισώης τοῦ εἶπε: «Ναί». Τοῦ λέει τότε: «Τί μὲ εἶδες νὰ κάνω, κάνε το καὶ σύ». Καὶ τοῦ εἶπε: «Τί βλέπω, πάτερ, σὲ σένα;». Καὶ ὁ ἀββᾶς τοῦ ἀποκάλυψε: «Ὁ λογισμός μου μὲ θέτει πιὸ κάτω ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους»[11].

Ὅταν λείπει ἡ αὐτογνωσία, ὁ ἄνθρωπος ἔχει μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του. Νομίζει ὅτι ὑπερέχει ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅμως προτρέπει τοὺς πιστοὺς νὰ ἔχουν αὐτογνωσία. Γράφει στοὺς Ρωμαίους: «Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ μοῦ δόθηκε, ὡς ἀπόστολος ἀπευθύνομαι στὸν καθένα ἀπὸ σᾶς καὶ σᾶς λέω: μὴ φρονεῖτε γιά τὸν ἑαυτό σας παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι πρέπει νὰ φρονεῖτε, ἀλλά νὰ σᾶς διακρίνει ἡ μετριοφροσύνη καὶ ἡ σύνεση. Θυμηθεῖτε πὼς στὸ χῶρο τῆς πίστεως ὁ Θεὸς εἶναι ποὺ χάρισε στὸν καθένα σας ὅ,τι ἔχετε»[12].

π. Διονυσίου Τάτση

Σημειώσεις:

  1. Ματθ. ζ΄ 3-5 7. Λουκ. στ΄ 39. 8. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Α΄, Ἀθήνα 1993, σελ. 746. 9. Βασιλείου Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική ἀνθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείους, τόμος Α΄, Ἀθήνα 2002, σελ. 441.10. Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Ὠρωπός 1978, σελ. 276.11. Εἶπε Γέρων…, νεοελληνική ἀπόδοση ὑπό Βασιλείου Πέντζα, Ἀθήνα 1974, σελ. 27. 12. ιβ΄ 3.

Αὐτογνωσία καί φιλοδοξία -1ον

  Next Article

Κριτική εἰς τὴν «ὀντολογία τῆς  σχέσεως» τοῦ Χρήστου Γιανναρᾶ