ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Share:

Προπτωτική ἤ μεταπτωτικὴ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις τοῦ Χριστοῦ;

Γράφει ὁ κ. Μιχαήλ Βασ. Γαλενιανός, Δρ Θεολογίας, Δρ Φιλοσοφίας

Στό πασχαλινό φύλλο τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου (2398) τό κύριο θέμα ἦταν ἕνα ἄρθρο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Βασιλείου Ε. Βολουδάκη μέ τίτλο «”Πάσχα τῆς ἀφθαρσίας” καί ὄχι τῶν Ἀφθαρτοδοκητῶν!», τό ὁποῖο ἀναρτήθηκε καί ἠλεκτρονικά στήν ἱστοσελίδα τοῦ Ο.Τ.

Στό ἄρθρο αὐτό ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ Νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, δημιουργήθηκε «Ἄφθαρτος καί Ἀθάνατος, χωρίς τό προπατορικό ἁμάρτημα, ὅπως ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἀλλά καί χωρίς νά προσλάβῃ τήν ἀτρεψία, ὥστε νά δύναται νά γίνῃ ἑκουσίως θνητός καί παθητός, γιά νά ἐνεργήσῃ καί τά καθ’ ἡμᾶς πρός σωτηρία μας».

Ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι ὁ Χριστός «ὡς Ἄνθρωπος δέν ὑπέκειτο ἀναγκαστικά στά ἀδιάβλητα πάθη» (δηλαδή τήν πεῖνα, τή δίψα κ.λπ.) καί πρός ἐνίσχυση τῆς θέσης αὐτῆς γίνεται ἐπίκληση ἑνός ἀποσπάσματος ἀπό τό περίφημο ἔργο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως», στό ὁποῖο λέγεται ὅτι ὁ Χριστός «θέλων ἐπείνασε, θέλων ἐδίψησε» κ.λπ. Ὁλόκληρο τό ἀπόσπασμα πού παρατίθεται στό ἄρθρο ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Ἀμέλει (= χωρίς ἀμφιβολία) τά φυσικά ἡμῶν πάθη κατά φύσιν, καί ὑπέρ φύσιν [ὄχι «παρά φύσιν», ὅπως παρατίθεται στό ἄρθρο] ἦσαν ἐν τῷ Χριστῷ. Κατά φύσιν μέν γάρ ἐκινεῖτο ἐν αὐτῷ, ὅτε παρεχώρει τῇ σαρκί παθεῖν τά ἴδια· ὑπέρ φύσιν δέ, ὅτι οὐ προηγεῖτο ἐν τῷ Κυρίῳ τῆς θελήσεως τά φυσικά· οὐδέν γάρ ἠναγκασμένον ἐπ’ αὐτοῦ θεωρεῖται, ἀλλά πάντα ἑκούσια. Θέλων γάρ ἐπείνασε, θέλων ἐδίψησε, θέλων ἐδειλίασε, θέλων ἀπέθανεν».

Μέ ὅλο τόν σεβασμό πρός τό πρόσωπο τοῦ π. Βασιλείου Βολουδάκη ὀφείλουμε νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἔχει δεῖ τό ὅλο θέμα ἀνάποδα. Δέν δημιουργήθηκε ἄφθαρτος καί ἀθάνατος ὡς ἄνθρωπος ὁ Χριστός καί γινόταν φθαρτός καί θνητός, «ὅταν καί ὅσο Αὐτός ἤθελε», ἀλλά τό ἀντίστροφο· ἦταν φθαρτός καί θνητός ὡς ἄνθρωπος, ἀλλά ὡς Θεός ἀνέστελλε τίς φυσικές λειτουργίες τῆς ἀνθρώπινης φύσης ὅποτε ἤθελε, ὅπως ἔπραξε, γιά παράδειγμα, στήν περίπτωση πού περπάτησε πάνω στή θάλασσα (Ματθ. 14,25).

Τό ὅτι ὁ Χριστός ὡς ἀναμάρτητος «οὐκ ἐχρεώστει θάνατον» καί τό ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση Του «ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἐθεώθη» δέν πρέπει νά μᾶς παρασέρνουν στό ἐσφαλμένο συμπέρασμα ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση στήν προπτωτική της κατάσταση καί ὄχι στή μεταπτωτική.

Αὐτό τό ξεκαθαρίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στήν ἴδια συνάφεια μέ τό παραπάνω ἀπόσπασμα, λέγοντας στό κεφάλαιο «Περί τοῦ τεθεῶσθαι τήν φύσιν τῆς τοῦ Κυρίου σαρκός καί τό θέλημα» ὅτι ἡ σάρκα τοῦ Κυρίου ἦταν θνητή καθεαυτή ἀλλά καί ζωοποιός ἐξαιτίας τῆς καθ’ ὑπόσταση ἕνωσης πρός τόν Λόγο («Ἡ αὐτή τοιγαροῦν [σάρξ] θνητή ἦν δι’ ἑαυτήν, καί ζωοποιός διά τήν πρός τόν Λόγον καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν» (PG 94,1069 C).

Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν πρόσληψη τῶν ἀδιάβλητων παθῶν ἀπό τόν Θεό Λόγο, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι καί πάλι κατηγορηματικός: «Ὁμολογοῦμεν δέ, ὅτι πάντα τά φυσικά καί ἀδιάβλητα πάθη τοῦ ἀνθρώπου ἀνέλαβεν» (PG 94,1081 A-B). Στή συνέχεια μάλιστα, ἀφοῦ διευκρινίσει ὅτι τά ἀδιάβλητα πάθη εἰσῆλθαν στήν ἀνθρώπινη ζωή ὡς συνέπεια τῆς παράβασης τῶν πρωτοπλάστων καί ἔκτοτε «πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις φυσικῶς ἐνυπάρχουσι», προσθέτει ὅτι ὁ Θεός Λόγος τά ἀνέλαβε ὅλα αὐτά, γιά νά τά ἁγιάσει («Πάντα τοίνυν ἀνέλαβεν, ἵνα πάντα ἁγιάσῃ»).

Ἐρχόμαστε τώρα στό ἀπόσπασμα πού παρατίθεται στό ἄρθρο. Ὅταν ὁ ἅγιος Ἰωάννης γράφει ὅτι «οὐ γάρ προηγεῖτο ἐν τῷ Κυρίῳ τῆς θελήσεως τά φυσικά», ἀναφέρεται στό θεῖο Του θέλημα, γιατί ὁ Χριστός ὡς Θεός ἀσφαλῶς δέν ὑπόκειται σέ κανένα καταναγκασμό. Ἀνά πᾶσα στιγμή ἦταν σέ θέση νά ἀναστέλλει τίς λειτουργίες τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Αὐτό τό νόημα ἔχει καί τό «παρεχώρει τῇ σαρκί πάσχειν τά ἴδια», ἐπέτρεπε δηλαδή στή ἀνθρώπινη φύση νά παθαίνει τά δικά της, τά σύμφωνα μέ τίς ἰδιότητές της. Αὐτός πού «παρεχώρει» ἦταν ὁ Θεός Λόγος, γιατί στόν Χριστό δέν ὑπάρχουν δύο πρόσωπα, ἕνα γιά κάθε φύση, ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Νεστόριος, ἀλλά ἕνα πρόσωπο καί γιά τίς δύο καί αὐτό εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ἀκόμα ὅμως κι ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀναφέρεται ἐδῶ στό ἀνθρώπινο θέλημα τοῦ Κυρίου καί τήν ἀπόφαση νά ὑφίσταται ἑκουσίως τά φυσικά καί ἀδιάβλητα πάθη γιά χάρη τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπινου γένους, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἡ σάρκα Του ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἄφθαρτη καί ἀθάνατη καί τή μετέτρεπε, ὅποτε ἤθελε, σέ φθαρτή καί θνητή.

Κάτι τέτοιο ἄλλωστε τό ἀποκλείει ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Ἰωάννης γράφοντας λίγο παρακάτω (στό ἴδιο ἔργο) ὅτι εἶναι ἀσέβεια νά λέμε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἄφθαρτο πρίν τήν Ἀνάσταση: «Τό τῆς φθορᾶς ὄνομα δύο σημαίνει. Σημαίνει γάρ τά ἀνθρώπινα ταῦτα πάθη, πεῖ­ναν, δίψαν, κόπον, τήν τῶν ἥλων διάτρησιν, θάνατον, ἤτοι χωρισμόν ψυχῆς ἐκ τοῦ σώματος, καί τά τοιαῦτα. Κατά τοῦτο τό σημαινόμενον φθαρτόν τό τοῦ Κυρίου σῶμά φαμεν. Πάντα γάρ ταῦτα ἑκουσίως ἀνέλαβε… Ἄφθαρτον μέν οὖν τό τοῦ Κυρίου σῶμα λέγειν κατά τόν παράφρονα Ἰουλιανόν καί Γαϊανόν, κατά τό πρῶτον τῆς φθορᾶς σημαινόμενον, πρό τῆς ἀναστάσεως, ἀσεβές» (PG 94,1097 Β – 1100 Β).

Εἶναι λοιπόν σαφές ὅτι κατά τόν χρυσορρόα Ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση στή μεταπτωτική της κατάσταση καί ὄχι στήν προπτωτική.

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ, ΑΛΛΑ Ο ΦΟΡΕΣΑΣ ΑΥΤΗΝ, ΘΕΟΣ ΛΟΓΟΣ!

Γράφει ὁ Πρωτοπρεσβύτερος π. Βασίλειος Βολουδάκης

Ὁ Θεολόγος κ. Μιχαήλ Γαλενιανός µοῦ ἔκαµε τήν τιµή νά προσέξῃ τό Πασχαλινό ἄρθρο µου καί νά σηµειώσῃ τίς ἀντιρρήσεις του. Παρ’ ὅτι αὐτόν τόν καιρό εἶµαι ἰδιαίτερα βεβαρηµένος µέ τήν σύνταξη ἐπειγόντων κειµένων, πρέπει νά ἀπαντήσω, ἔστω καί σύντοµα.

Θεωρῶ ὅτι εἶναι πολύ χρήσιµο καί ἀποτελεσµατικό πρίν ἀναζητήσουµε Ἁγιοπατερικά ἀποσπάσµατα καί ἀποφάνσεις Οἰκουµενικῶν Συνόδων νά θέτουµε στούς ἑαυτούς µας λογικά ἐρωτήµατα καί νά ἀπαντοῦ­µε σ’ αὐτά καί κατόπιν νά ἀναζητήσουµε τήν Θεολογική τους θεµελίωση.

Φέρ’ εἰπεῖν ἔχει γίνει ἐδῶ καί δεκαετίες Θεολογικό σήριαλ τό περί τῆς ἀπροϋποθέτου ἤ ἐµπροϋποθέτου Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καί ἀναζητοῦν Πατερικά χωρία, µέχρι σήµερα, διακεκριµένοι Θεολόγοι καί καταλήγουν ἄλλοι στήν µία καί ἄλλοι στήν ἄλλη ἐκδοχή. Καί δέν κάνουν τήν ἁπλῆ σκέψη: Μά ἄν ἡ Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἦταν ἐµπροϋπόθετη, ἔγινε, δηλαδή, µόνο καί µόνο ἐπειδή οἱ Πρωτόπλαστοι ἔπεσαν, τότε πρέπει νά τούς χρωστοῦµε χάρη πού ἔπεσαν, διότι µᾶς ἐξασφάλισαν τελειοτέρα σχέση µέ τόν Θεό, τήν καθ’ Ὑπόστασιν (ἑνωθήκαµε µέ τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου!), ἐνῶ πρίν εἴχαµε µόνο τήν κατ’ ἐνέργεια σχέση µαζί Του! Μάλιστα, οἱ Πρωτόπλαστοι, ἄν ἀκολουθήσουµε τήν ἐµπροϋπόθετη ἐκδοχή, µέ τήν πτώση τους διόρθωσαν τόν Θεό, πού δέν εἶχε προβλέψει(!) νά µᾶς χαρίσῃ τήν µέ τήν Ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου, Ἕνωση! Ἀπό αὐτόν καί µόνο τόν συλλογισµό, ἀποδεικνύεται ἡ Ἀλήθεια, χωρίς καµµιά ἄλλη ἐπιβεβαίωση, παρ’ ὅτι ὑπάρχουν πολλές ἐπιβεβαιώσεις, γιατί ὁ Θεός µας γνωρίζει τόν ἀθεράπευτον κρετινισµό µας καί ἐξακολουθεῖ νά µᾶς παρέχῃ τήν στερεά τροφή µέ πνευµατικό µπλέντερ, µέσῳ τῶν Ἁγίων Του!

Ἔτσι καί στό θέµα, πού ἔθιξε τό Πασχαλινό ἄρθρο µου, πρέπει πρῶτα νά τό προσεγγίσουµε λογικά καί κατόπιν Θεολογικά. Γι’ αὐτό ἄρχισα µέ µιά λεπτοµερῆ σύγκριση τοῦ Προπτωτικοῦ Ἀδάµ µέ τόν Χριστό, πρᾶγµα τό ὁποῖο δέν φαίνεται νά προβληµατίζῃ καθόλου τόν κ. Γαλενιανό, ἀλλά ἐπιστρατεύει κολοβωµένο τό χωρίο τοῦ ἁγίου Δαµασκηνοῦ, γιά νά µοῦ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ ἅγιος µέ ταυτίζει µέ τόν παράφρονα Ἰουλιανό! Ὅµως ὁ ἅγιος, στή συνέχεια τοῦ λόγου του ἐξηγεῖ τήν παραφροσύνη τοῦ Ἰουλιανοῦ γράφοντας ὅτι ἡ ἀφθαρσία τοῦ Ἰουλιανοῦ ἦταν κατ’ οὐσίαν ἄρνηση τῆς πραγµατικῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ, ἦταν δόκησις, χαρακτηρίζοντάς την, µάλιστα, «ἀδιάφθαρτον»: «Εἰ γἀρ ἀδιάφθαρτον (δηλ. τό Σῶµα τοῦ Χριστοῦ), οὐχ ὁµοούσιον ἡµῖν, ἀλλά δοκήσει καί οὐκ ἀληθείᾳ γέγονεν …εἰ δέ δοκήσει γέγονε, φενακισµός καί σκηνή τό τῆς οἰκονοµίας µυστήριον καί δοκήσει καί οὐκ ἀληθείᾳ γέγονεν ἄνθρωπος καί δοκήσει καί οὐκ ἀληθείᾳ σεσώσµεθα» (P.G. 1100Β). Αὐτά ὑποστήριξα µέ τό ἄρθρο µου; Δέν γνωρίζει ὁ κ. Γαλενιανός ὅτι οἱ Ἀφθαρτοδοκῆται ἐννοοῦσαν τήν Ἀφθαρσία, ὄχι ὅπως γνωρίζουµε τήν ἀφθαρσία τοῦ προπτωτικοῦ Ἀδάµ, ἀλλά ὡς ἀφθαρσία, «ὑπερ­ουσίου καί ὑπερφυοῦς καί ἀσωµάτου Σώµατός» Τοῦ Χριστοῦ; Ὅπως µᾶς πληροφορεῖ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος, οἱ Ἀφθαρτοδοκῆται ἐδέχοντο «αὐτό τό σῶµα τοῦ Χριστοῦ ἀπαθές τε καί ἄτρεπτον, καί ἀναλλοίωτον τῆσδε αὐτῆς ἐξουσίας ἠρτήσθω, καί ἀόρατον αὐτό βλασφηµεῖν, καί ἀναφές, καί ἀψηλάφητον, ἄποιόν τε καί ἄποσον, καί συλλήβδην ἀσώµατον· ἅπερ πάντα τῷ θαυµαστῷ τούτῳ τῆς ἀφθαρσίας συνεπινοοῦσιν, ὀνόµατι»! (Λόγος Β΄, ΡG86, 1321 Α)

Ἄλλη, λοιπόν, ἡ Ἀφθαρσία τῶν Ἀφθαρτοδοκητῶν καί ἄλλη αὐτή πού ἔγραψα στό ἄρθρο µου, τονίζοντας συνεχῶς τό παθητόν τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο προσέλαβε κενούµενος ἀπό τίς ἰδιότητες τῆς «ἐξ ἄκρας συλλήψεως Θεωθείσης Ἀνθρωπίνης Φύσεώς Του».

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες µας συνεχῶς ἐναλλάσσουν τίς ἐκφράσεις τους ὡς πρός τήν Ἀνθρωπίνη Φύση τοῦ Χριστοῦ (ἐφ’ ὅσον πρόκειται ἀφ’ ἑνός µέν περί τῆς «ἐξ ἄκρας συλλήψεως Θεώσεώς» Της καί ἀφθαρτοποιήσεώς Της, καί, ἀφ’ ἑτέρου περί τῆς ὁδηγήσεώς Της στήν λειτουργία τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν, στή φθορά, στή θνητότητα καί στόν θάνατο), γιά νά λάβουµε ἀπό κάθε διατύπωση αὐτά πού πρέπει, χωρίς νά ἀναιροῦν ἡ µία τήν ἄλλη. Γιά τούς πολλούς, βεβαίως, αὐτά µοιάζουν ἀλληλοαναιρούµενα καί ταλαιπώρησαν τήν Ἐκκλησία ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μ. Βασιλείου.

Ἡ Ὑποστατική Ἕνωση τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως µέ τό Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἐπίτευξη τοῦ «καθ’ ὁµοίωσιν», κατάσταση πού δέν εἶχε φθάσει ὁ προπτωτικός Ἀδάµ, παρ’ ὅτι ἦταν ἄφθαρτος (χωρίς νά εἶναι ἄτρεπτος) κατά τήν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων. Πῶς, λοιπόν, ἐκπλήσσεται ὁ κ. Γαλενιανός ἀπό τήν ἀφθαρσία τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ µέ τήν Ὑποστατική Του ἕνωση, µᾶς ἔδειξε τό «καθ’ ὁµοίωσιν», τήν ὑπερτάτη κατάσταση, πού µπορεῖ νά φθάσῃ ἡ ἀνθρώπινη φύση µας; Ἡ «ἐξ ἄκρας συλλήψεως» Θέωση τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ εἶναι δόκησις; Εἶναι εἰκονική, εἶναι φαντασία; Δέν εἶναι πραγµατική; Ἡ Θέωση αὐτή καθ’ ἑαυτήν προκαλεῖ ἀναστολή τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν ἀκόµη καί στούς ἁγίους. Εἶναι, λοιπόν, δυνατόν ἡ λειτουργία, τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν τοῦ Χριστοῦ µας νά ἔγινε κατ’ ἀκολουθίαν τῆς Φύσεως, πού προσέλαβε (ἄρα ὑποχρεωτικά, καί ἀναγκαστικά, ὅπως σέ ὅλους ἐµᾶς, καί ὄχι ὡς κένωσή Του ἀπό τίς Ἰδιότητες τῆς Θεωθείσης Ἀνθρωπίνης Φύσεώς Του;

Ἀναλυτικὰ καί µέ θαυµαστό τρόπο περιγράφει τήν λειτουργία τῶν ἀδιαβλήτων παθῶν στήν Ἀνθρωπίνη Φύσι τοῦ Χριστοῦ ἡ Συνοδικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύµων, ἡ ὁποία συµπεριλαµβάνεται στὰ Δογµατικὰ κείµενα τῆς ΣΤ΄ Οἰκουµενικῆς Συνόδου: «Ἐδίδου (ὁ Χριστός) ὅτε καί ἤθελε φύσει τῇ ἀνθρωπείᾳ καιρὸν ἐνεργεῖν καί πάσχειν τά ἴδια, ἵνα µή φαντασία τις καί θέα διάκενος ἡ αὐτοῦ περιώνυµος κρίνοιτο σάρκωσις. Οὐ γάρ ἀκουσίως ταῦτα ἢ ἀναγκαστικῶς προσεδέχετο, κἄν φυσικῶς αὐτά καί ἀνθρωπίνως προσίετο, καί ἀνθρωπίναις κινήσεσιν ἐποίει καί ἔπραττεν· ἄπαγε τῆς βδελυκτῆς ἐνθυµήσεως· Θεός γάρ ἦν ὁ ταῦ­τα πάσχειν σαρκικῶς ἀνεχόµενος, καί σώζων ἡµᾶς τοῖς οἰκείοις παθήµασι, καί βραβεύων ἡµῖν δι’ αὐτῶν τήν ἀπάθειαν·ἀλλ’ ὅτε πάσχειν καί πράττειν καί ἐνεργεῖν ἀνθρωπίνως αὐτός ἐβεβούλητο, καί τούς ὁρῶντας ὠφελεῖν ἐψηφίζετο, δι’ οὕς καί ἄνθρωπος κατά ἀλήθειαν γέγονε, καί οὐχ ὅτε αἱ φυσικαὶ κινήσεις καί σαρκικαὶ κινεῖσθαι φυσικῶς πρός ἐνέργειαν ἤθελον, εἰ καί οἱ ἐπιβουλεύοντες ἄθεοι τάς ἐπιβουλὰς πληροῦν παντόλµως ἐγλίχοντο… Καί διά τοῦτο ἦν ὑπέρ ἄνθρωπον αὐτοῦ τά ἀνθρώπινα· οὐκ ἐπειδήπερ φύσις ἦν οὐκ ἀνθρώπειος, ἀλλ’ ἐπειδήπερ ἑκουσίως γέγονεν ἄνθρωπος, καί ἄνθρωπος γεγονώς ἑκουσίως αὐτά προσεδέχετο· καί οὐ τυραννικῶς ἢ ἀναγκαστικῶς ἔστιν ὅτε καθ’ ἡµᾶς καί ἀβουλήτως, ἀλλ’ ἡνίκα καί ὅσον ἐβούλετο, καί συγχωρεῖν αὐτός τοῖς τά πάθη προσφέρουσι, τοῖς τε παθήµασιν αὐτοῖς ἐνεργουµένοις κατά φύσιν ἐπένευσε» (π. Ἰ. Ρωµανίδου, Κείµενα Δογµατικῆς καί Συµβολικῆς Θεολογίας, τόµος Β΄ σ. 104-105).

Γιά νά µήν ἀπεραντολογοῦµε καί γιά νά µήν ἐπαναλάβω ὅλο τό βιβλίο µου «Ὁ Χριστός ἀνθρώπων ἐπέκεινα», θά θέσω κάποια λογικά ἐρωτήµατα, πού προκύπτουν ἀπό τά Θεολογικά δεδοµένα πού ἔχουµε ἀπό τήν Ἐκκλησία µας:

1. Πῶς Ὁ Χριστός µας χωρίς νά εἶναι Ἄφθαρτος, δέν ἔφθειρε τήν Παρθενία τῆς Θεοτόκου; Ὁ φθαρτός δέν φθείρει; Δέν µᾶς λέει τίποτε τό ὅτι ὁ Χριστός «ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ Μνήµατος, καθώς ἐτέχθη ἐκ τῆς Θεοτόκου»;

2. Τό ὅτι ὁ Χριστός περπάτησε στά κύµατα εἶναι ἕνα ἁπλό θαῦµα ἤ ἀποδεικνύει τίς Ἰδιότητες τῆς ἀδιακόπως Τεθεωµένης Ἀνθρωπίνης Φύσεώς Του;

3. Ὅτι ὁ Χριστός µας ἔλαβε τήν Ἀνθρώπινη Φύση «οὐ σπερµατικῶς, ἀλλά δηµιουργικῶς οὐ ταῖς κατά µικρόν προσθήκαις ἀπαρτιζοµένου τοῦ σχήµατος», ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Δαµασκηνός, παραπέµποντάς µας στόν Ἀδάµ, δέν σηµαίνει τίποτα; Ὁ ἴδιος ἅγιος, στόν ὁποῖον καταφεύγει ὁ κ. Γαλενιανός, συγκρίνει τόν Χριστό µέ τόν προπτωτικό Ἀδάµ καί κατά τοῦτο τό πολύ σηµαντικό: «Ὁ µέν οὖν πονηρός ἔξωθεν προσ­έβαλεν (τόν Χριστόν) , οὐ διά λογισµῶν ὥσπερ καί τῷ Ἀδάµ· κακείνῳ γάρ, οὐ διά λογισµῶν ἀλλά διά τοῦ ὄφεως, ὁ δέ Κύριος τήν προσβολήν ἀπεκρούσατο, καί ὡς καπνόν διέλυσεν…καί ὁ νέος Ἀδάµ τόν παλαιόν ἀνασώσηται»! (PG 94,1081C-1084A).

Καί ὁ ἅγιος Μάξιµος ὁ Ὁµολογητής «Ὅθεν τό κατ’ αὐτόν ἀνθρώπινον, οὐ διά τόν λόγον τῆς φύσεως ἀλλά διά τόν καινοπρεπῆ τῆς γενέσεως τρόπον, πρός τό ἡµέτερον παραλλάττει · ταὐτόν µέν ὑπάρχον κατά τήν οὐσίαν· οὐ ταὐτόν δέ κατά τήν ἀσπορίαν· ἐπεί µή ψιλή, ἀλλ’ αὐτοῦ κατ’ ἀλήθειαν τοῦ δι’ ἡµᾶς ἐνανθρωπήσαντος ἦν» (PG 91, 60C).

4. «Τῶν λεγόντων ὅτι ἡ σάρξ τοῦ Κυρίου ἐξ αὐτῆς τῆς ἑνώσεως ὑπερυψωθεῖσα καί ἀνωτάτῳ πάσης τιµῆς ὑπερκειµένη ὡς ἐξ ἄκρας ἑνώσεως ὁµόθεος γενοµένη, ἀµεταβλήτως, ἀναλλοιώτως, ἀσυγχύτως καί ἀτρέπτως διά τήν καθ’ ὑπόστασιν Ἕνωσιν καί ἀχωρίστως καί ἀδιασπάστως µένουσα τῷ προσλαβοµένῳ Αὐτήν Θεῷ Λόγῳ… Αἰωνία ἡ µνήµη», σηµαίνει ὅτι ὁ Θεός ἅπαξ καί ἐσαρκώθη ἦταν ἀναγκασµένος νά γίνῃ φθαρτός καί θνητός; Γιατί ἡ µεταπτωτική φύση αὐτό συνεπάγεται.

Τό «ὁµόθεος γενοµένη» δέν σηµαίνει τίποτα; Σηµαίνει ἀναγκαστική πορεία στούς νόµους τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου; Καί πῶς, ἄραγε εἶναι ἑκούσιος ὁ θάνατός Του, ἀφοῦ ἅπαξ καί ἔγινε Ἄνθρωπος ἦταν ὑποχρεωµένος νά ἀποθάνῃ; Πῶς «θέλων ἐπείνασε, θέλων ἐδίψησε, θέλων ἀπέθανε», ἀφοῦ ἦταν ἀναγκασµένος ἀπό τήν µεταπτωτική φθαρτότητά Του, νά πεινᾶ, νά διψᾶ νά κουράζεται, νά ἀποθάνῃ; Ἐδῶ δέν ὁδηγεῖ ἡ ἄρνηση τῆς ἀφθαρσίας καί ἡ ἀποδοχή µιᾶς ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναγκαστικά µεταπτωτικῆς (ὄχι χάριν τῆς συγκαταβάσεώς Του, πού τήν ἐνήργησε φθαρτή καί θνητή γιατί τό Θέλησε), µέ τίς ἀναγκαστικές µεταπτωτικές ἐπιπτώσεις της;

Ὁ Χριστός, λέγει ὁ Μ. Ἀθανάσιος, «οὐ γάρ δὴ περικεκλεισµένος ἦν ἐν τῷ σώµατι· οὐδὲ ἐν σώµατι µέν ἦν, ἀλλαχόσε δέ οὐκ ἦν, οὐδὲ ἐκεῖ­νο µέν ἐκίνει, τά ὅλα δέ τῆς τούτου ἐνεργείας καί προνοίας κεκένωτο· ἀλλά τό παραδοξότατον, Λόγος ἦν, οὐ συνείχετο µέν ὑπό τινος, συνεῖχε δέ τά πάντα µᾶλλον αὐτός… Οὐ γάρ συνεδέδετο τῷ σώµατι, ἀλλά µᾶλλον αὐτός ἐκράτει τοῦτο…Καί τό θαυµαστόν τοῦτο ἦν, ὅτι καί ὡς ἄνθρωπος ἐπολιτεύετο, καί ὡς Λόγος τά πάντα ἐζωογόνει, καί ὡς Υἱὸς τῷ Πατρὶ συνῆν» (ΒΕΠΕΣ 30, 88).

Ὁ Χριστός, λέγει ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, «λέγεται ἄνθρωπος ὡς αὐτός κατ’ οὐσίαν ὅλην ἀληθῶς ἄνθρωπος ἦν» (ΡG 3, 1072). Εἶναι ὁ κατά µοναδικὸ καί ἀνεπανάληπτο τρόπο Τέλειος ἄνθρωπος, ὁ Ὁποῖος ὡς Τέλειος Θεός ἔδωσε Πρόσωπο στήν ἀνθρώπινη φύση µας, τό Θεῖο Του Πρόσωπο, καί τήν ἐθέωσε. Ὡς ἄνθρωπος, λοιπόν, «ἀνθρώπων ἐπέκεινα», ὅµως, ἔχει (καί πάλι κατά τήν ὁρολογία τοῦ ἁγίου Διονυσίου) «ὑπερφυᾶ φυσιολογία». «Ἡ Ἰησοῦ θεοπλαστία καί ἄρρητὀς ἐστι λόγῳ παντί, καί ἄγνωστος νῷ παντὶ καί αὐτῷ τῷ πρωτίστῳ τῶν πρεσβυτάτων ἀγγέλων. Καί τό µέν ἀνδρικῶς αὐτόν οὐσιωθῆναι, µυστικῶς παρειλήφαµεν· ἀγνοοῦµεν δέ ὅπως ἐκ παρθενικῶν αἱµάτων ἑτέρῳ παρά τήν φύσιν θεσµῷ διεπλάττετο,καί ὅπως ἀβρόχοις ποσί, σωµατικὸν ὄγκον ἔχουσι καί ὕλης βάρος ἐπεπόρευτο τήν ὑγρὰν καί ἄστατον οὐσίαν καί τά ἄλλα ὅσα τῆς ὑπερφυοῦς ἐστιν Ἰησοῦ φυσιολογίας» (ΡG 3,648).

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαµᾶς µᾶς καθιστᾶ πολὺ προσεκτικοὺς ἐνώπιον τῆς Ἀνθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ, διότι, ὅπως λέγει, «οὐ µόνον ἡ θεότης ἀνεξιχνίαστος, ἀλλά καί ὁ πρός τήν σάρκα τῆς ἑνώσεως τρόπος ἀπερινόητος καί ἡ συγκατάβασις ἀνυπέρβλητος καί τό τοῦ προσλήµµατος θεῖον καί ἀπόρρητον ὕψος ὑπερεξῃρηµένον καί νοῦ καί λόγου παντός, ὡς µηδὲ πρός σύγκρισιν ὅλως πρός τήν κτίσιν ἐπιδέχεσθαι δύνασθαι. Εἰ γάρ καί κατά σάρκα βλέπεις τόν νῦν ἐξ ἀπειράνδρου τε­χθέντα κόρης, ἀλλά καί οὕτω τήν σύγκρισιν ὑπερήλασεν· «ὡραῖος» γάρ, φησι, «κάλλει παρά τούς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». Οὐκ εἶπεν “ὡραιότερος”, ἀλλ’ ἁπλῶς “ὡραῖος”, ἵνα µή τά ἀσύγκριτα συγκρίνῃ, ψιλοῖς ἀνθρώποις “φύσιν ὁµόθεον”» (Ε.Π.Ε. τ. 11, 456-458).

Αὐτά ἤθελα νά τονίσω µέ τό ἄρθρο µου καί ὄχι τό νά ἀποµακρύνω τόν Χριστόν µας ἀπό τά πεπτωκότα ἀνθρώπινα. Γιατί ὑπάρχει µιά πολυετής ἐπιµονή νά ἀγνοῆται τελικά ἡ «ὁµόθεος» Ἀνθρωπίνη Φύσις τοῦ Χριστοῦ καί νά τονίζεται τό παθητόν Της, χωρίς νά λαµβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ Θεολογικός κίνδυνος τῆς ἐποχῆς µας. Ὁ Θεολογικός κίνδυνος τῶν ἡµερῶν µας ἔχει τήν ἀφετηρία του στήν Γιανναρική «διακινδύνευση τοῦ Χριστοῦ», καί εἶναι τό «στηµόνι» πού ὑφαίνεται ἡ Νεοπατερική θεολογία. Ὁ κ. Γαλενιανός πρέπει νά µέ καταλαβαίνῃ, γιατί ἔχει δώσει σπουδαῖες Θεολογικές µάχες κατά τῶν Νεοπατερικῶν!

Θά κλείσω µέ τόν Μέγα Βασίλειο γιατί εἶναι ἐκεῖνος, πού ἀπό τήν ἐποχή του ἔδωσε µάχες γιά νά ἀποδείξῃ ὅτι αὐτό πού ἔχει σηµασία δέν εἶναι τό εἶδος τῆς σαρκός πού ἐφόρεσε ὁ Χριστός, ἀλλά ὁ Φορέσας αὐτήν τήν σάρκα Θεὸς Λόγος, ὁ Ὁποῖ­ος καί ἐθέωσε αὐτήν «ἐξ ἄκρας συλλήψεως»: «Μάγοι προσκυνοῦσι καί χριστιανοί συζητοῦσι πῶς ἐν σαρκί Θεός καί ποταπῇ σαρκί· καί εἰ τέλειος ἄνθρωπος ἢ ἀτελής ὁ προσληφθείς. Σιγησάτω τά περιττά ἐν Ἐκκλησίᾳ Θεοῦ· δοξαζέσθω τά πεπιστευµένα· µή περιεργαζέσθω τά σιωπώµενα…Ἐφαίνετο γάρ ὥσπερ φῶς δι’ ὑελίνων ὑµένων, διά τοῦ ἀνθρωπίνου σώµατος ἡ Θεία Δύναµις, διαυγάζουσα τοῖς ἔχουσι τούς ὀφθαλµούς τῆς καρδίας κεκαθαρµένους (ΒΕΠΕΣ 54,233).

Previous Article

Προσπάθεια ἐπιβολῆς δικτατορικῶν μέτρων στίς ΗΠΑ μέσῳ τοῦ Π.Ο.Υ.

Next Article

Ὑπὸ τὸν διάτρητον μανδύαν τῆς «Ἐλευθερίας στὴν Ἔκφραση»