Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον Εὐαγγελία Κλέττα (1931-2022)

Share:

Ἔφυγε τὴν Τετάρτη τὸ βράδυ, 25 Μαΐου 2022 ἡ κα Εὐαγγελία Κλέττα, πνευματικὸ τέκνο τοῦ π. Μάρκου Μανώλη καὶ πνευματική μας μητέρα καὶ ἀδελφή.

Γεννήθηκε τὸν Μάρτιο τοῦ 1931 στὴν Κάρπαθο. Ἔζησε ἐκεῖ τὰ πρῶτα παιδικά της χρόνια, ὅπου καὶ βίωσε τὴν παράδοση καὶ εὐσέβεια τῶν νησιωτῶν. Μικρὸ κορίτσι ἦλθαν μὲ τὴν οἰκογένειά της στὴν Ἀθήνα. Ἐγκαταστάθηκαν στὴν περιοχὴ τῆς Κηφισιᾶς. “Κορίτσι τῆς κατοχῆς”, ὅπως συνήθιζε νὰ λέει. Ὁ πατέρας της ἔκοβε -κρυφὰ ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς- ξύλα ἀπὸ τὴν Πεντέλη καὶ τὰ μετέφεραν πρὸς πώληση στὴν Λεωφόρο Ἀλεξάνδρας. Ὅλος αὐτὸς ὁ δρόμος μὲ τὰ πόδια! Πολλὲς φορὲς σήκωνε καὶ ἡ ἴδια τὸ καρότσι, ὅπως μοῦ ἔλεγε.

Μία φορά καθὼς κατέβηκαν ἀπὸ τὴν Πεντέλη, τοὺς σταμάτησαν οἱ Γερμανοὶ αἰφνιδιάζοντάς τους. Ὁ πατέρας της τρομοκρατήθηκε, ὑπῆρχε ἀπαγόρευση μετακινήσεων. Ἐκείνη δὲν τὰ ἔχασε. Στεκόταν δίπλα στὸ καρότσι. Τελικὰ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅπως πάντα ἔλεγε, συνέβη ὁ ἀξιωματικὸς νὰ εἶναι Αὐστριακὸς καὶ ἐπιεικής, ὁπότε καὶ τοὺς ἄφησε νὰ προχωρήσουν. Μάλιστα τῆς ἔδωσε καὶ μία πρόκα, γιὰ νὰ στηρίξει τὸν τροχὸ τοῦ καροτσιοῦ ποὺ εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὴν θέση του. Λίγη ὥρα πρὶν οἱ Γερμανοὶ εἶχαν συλλάβει πολλοὺς ποὺ ἔκαναν τὴν ἴδια δουλειά, γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν. Δύσκολα χρόνια.

Εἶδε μὲ τὰ μάτια της νὰ πουλάει οἰκογένεια 10 στρέμ­ματα γῆς στὴν Κηφισιὰ γιὰ 2 τσουβάλια ἀλεύρι. Τὸ ἔλεγε μὲ πόνο. Οἱ ἄνθρωποι ξεπουλιόντουσαν, γιὰ νὰ ζήσουν. Στὴν Πεντέλη μάζευαν βελανίδια καὶ μὲ βούτυρο ἀπὸ τὴν ἀμερικανικὴ βοήθεια ἔφτιαχναν βελανιδόπιττα. Μοῦ ἔλεγε: “τρώγεται τὸ βελανίδι;”. Τὸ χτυποῦσαν στὸ γουδὶ νὰ μαλακώσει. Δὲν γινόταν ἀλλιῶς.

Μεγάλωσε. Ἔγινε κοπέλλα πανέμορφη. Πολλοὶ τὴν ἤθελαν στὴν γειτονιά της. Ἐκείνη δὲν ἔκανε ἐκπτώσεις στὴν Πίστη της καὶ στὸ ἦθος της. Τὴν ἔβλεπες καὶ ἔλαμπε. Γαλανὰ μάτια, φωτεινὸ πρόσωπο, ξανθὰ μαλλιά. Κάποιος τοὺς ἐπισκέφτηκε στὸ σπίτι τους. Μίλησε μὲ τὸν πατέρα της. Τῆς ἔφερε γλυκὰ καὶ λουλούδια. Λίγες ἡμέρες μετὰ τόλμησε νὰ λέει στὴν γειτονιὰ πὼς εἶχε τὴν Κλέττα φιλενάδα. Ἡ ἴδια τύλιξε τὰ γλυκὰ καὶ τὰ λουλούδια καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε πακέττο πίσω. Δὲν τὰ σήκωνε αὐτὰ ἡ κα Εὐαγγελία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔλαμπε μὲ τὴν χάρη καὶ ἁγνότητά της.

Οἱ γονεῖς της εἶχαν δικαιώματα ἐξαγωγῆς μαρμάρου σὲ ἕνα μέρος τοῦ Πεντελικοῦ Ὄρους. Εἶχαν νταμάρι, ὅπως ἔλεγε. Πολλὲς φορὲς βοηθοῦσε καὶ ἡ ἴδια.

Παντρεύτηκε τὸν κ. Παναγιώτη Κλέττα, ἀπὸ τὸ Σοφικὸ Κορινθίας. Στάθηκε σύζυγος, κολώνα τοῦ σπιτιοῦ.

Τὴν ἐποχὴ ποὺ ἦλθαν στὴν Ἀθήνα ἄρχισε νὰ μαθαίνει ραπτική. Ἦταν ἄριστη μαθήτρια. Σεμνυνόταν νὰ μιλάει γιὰ τὴν δασκάλα της στὴν ραπτική. Νέα κοπέλλα, κατέβαινε στὴν Ἀθήνα γιὰ τὸ μάθημά της. Δὲν ἤξερε ἄλλη πόρτα πέραν τῆς σχολῆς της καὶ τοῦ σπιτιοῦ της. Καὶ βέβαια τῆς ἐκκλησίας ποὺ ποτὲ δὲν παρέλειπε τὶς Κυριακές. Ἡ δασκάλα της στὴν σχολὴ ραπτικῆς τὴν εἶχε πρωτομαθήτρια. Ἀρίστευσε.

Μὲ αὐτὸ τὸ βελόνι, ὅπως ἔλεγε, στήριξε τοὺς γονεῖς της, κατόπιν τὴν οἰκογένειά της καὶ ἔχτισε τὸ σπιτικό της. Ἔραψε γιὰ πολλὲς κυρίες τῆς Κηφισιᾶς, οἱ ὁποῖες καὶ τὴν ἐκτιμοῦσαν γιὰ τὴν δουλειὰ καὶ τὸν ἐπαγγελματισμό της. Ἦταν σχολαστικὴ στὴν δουλειά της, προσεχτικὴ καὶ ἀπαιτητικὴ ἀπὸ τὸν ἑαυτό της. Ἔραψε ὅμως καὶ σὲ πολλοὺς ποὺ εἶχαν ἀνάγκη ἀφιλοκερδῶς. Μέχρι τέλους τῆς ζωῆς της καλοῦσε ὅποιον εἶχε ἀνάγκη νὰ τοῦ ράψει κάτι, νὰ γαζώσει, νὰ μπαλώσει. Ἐξαιρετικὴ ἐργασία ἔκανε εἰδικὰ μὲ ἄμφια ἢ ἱερατικὰ ἐνδύματα. Τὰ διόρθωνε καὶ τὰ καλλώπιζε.

Κάπου στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ ’50 συνέβη τὸ ἑξῆς περιστατικό: εἶχε πάει στὴν Κάρπαθο, γιὰ νὰ δεῖ τοὺς συγγενεῖς της. Ἐκεῖ σὲ ἕνα τοπικὸ πανηγύρι μετὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία τραγούδησε τὰ παραδοσιακὰ Καρπαθιώτικα. Χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζει, κάποιος τὴν ἠχογράφησε. Λίγο μετὰ στὴν Ἀθήνα θὰ τὴν καλέσει σὲ συνεργασία μεγάλη δισκογραφικὴ ἑταιρεία. Χωρὶς νὰ ξέρει πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ πῆγε στὸ στούντιο. Ἔκανε μία μικρὴ ἠχογράφηση, ἀλλὰ δὲν τῆς ἄρεσαν τὰ πρόσωπα καὶ τὰ μέρη αὐτά. Τῆς πρότειναν ἐπὶ τόπου συμβόλαιο. Ἕνα μεγάλο ποσὸ γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Τὸ ἀπέρριψε ἀμέσως, χωρὶς νὰ περιμένει νὰ τὸ συζητήσει μὲ τοὺς γονεῖς της. Ἡ Εὐαγγελία Κλέττα εἶχε ὡς πρώτη προτεραιότητα τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Πίστη της. Δὲν ἔκανε ἐκπτώσεις σὲ αὐτά.

Εἶχε ἐπὶ χρόνια πνευματικὸ τὸν Μητροπολίτη Ἄρτης Ἰγνάτιο τὸν Γ’ (Τσίγκρη), ὁ ὁποῖος καὶ ποίμανε τὴν Μητρόπολη Ἄρτης ἀπὸ τὸ 1958 ἕως τὸ 1988. Ὁ Σεβασμιώτατος Ἄρτης κυρὸς Ἰγνάτιος εἶχε ὑπηρετήσει ὡς πρεσβύτερος καὶ Ἀρχιμανδρίτης στὴν Μητρόπολη, τότε Ἀττικῆς, ὁπότε εἶχε πνευματικά του τέκνα καὶ στὴν Κηφισιά. Κατόπιν ἐρχόταν ὡς πνευματικὸς καὶ ἐξομολογοῦσε. Σεμνυνόταν γι’ αὐτὸν ἡ κα Εὐαγγελία καὶ ἐπαινοῦσε τὴν ἀκρίβειά του. “Κάποια φορά, ἔλεγε, πῆγα στὴν οἰκία τῆς ἀδελφῆς του, γιὰ νὰ ἐξομολογηθῶ. Ὡστόσο, ὁ Σεβασμιώτατος ἂν καὶ πρεσβύτερος στὴν ἡλικία τῆς ζήτησε νὰ ἐπανέλθει λίγο ἀργότερα, διότι δὲν ἦταν στὸ σπίτι ἡ ἀδελφή του”. Τὰ πρόσεχαν αὐτὰ τότε πολύ. Δὲν ὑπῆρχαν ἐκπτώσεις. Οὔτε κατὰ διάνοια.

Στὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 κάνει πνευματικό της τὸν π. Μᾶρκο Μανώλη. Τὸν γνωστό μας παπα-Μᾶρκο, προϊστάμενο τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Διονύσου καὶ πνευματικὸ προϊστάμενο τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου. Εἶχε καμάρι ποὺ εἶχε τέτοιο πνευματικὸ καὶ τὸ ἔλεγε. Παρότρυνε καὶ ἄλλα πνευματικὰ τέκνα τοῦ π. Μάρκου νὰ μετέχουν στὶς διακονίες καὶ στὰ ἔργα ἀγάπης, γιὰ νὰ ἀναπαύουν τὸν ἅγιο πνευματικὸ ποὺ μοχθοῦσε ὁλημερὶς καὶ ὁλοβραδὺς γιὰ τὴν Ἁγία μας Ἐκκλησία. Μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ παπα-Μάρκου ἔφτιαχνε “περικαλλέστατα”, ὅπως ἔλεγε πρόσφορα. Συμπλήρωνε: “δὲν εἶμαι ἐγὼ ποὺ τὰ κάνω, ἀλλὰ ἡ εὐχὴ τοῦ πνευματικοῦ”. Πολλοὶ ναοὶ τῆς Κηφισιᾶς καὶ ὄχι μόνον λειτουργοῦσαν μὲ τὰ πρόσφορά της. Ζητοῦσε ἀπὸ νεώτερους νὰ τὰ διανέμουν. Πάντα εἶχε ἕνα χαρτάκι μὲ τὰ ὀνόματα ὑπὲρ ὑγείας καὶ ἀναπαύσεως καὶ ἔγραφε τοὺς –κατὰ καιροὺς- ἔχοντας ἀνάγκη.

Ἦταν αὐστηρὴ καὶ ἀπαιτητικὴ πρὸς τὰ νεώτερα πνευματικά της ἀδέλφια. Τὰ πρόσφορα ἔπρεπε νὰ πᾶνε στοὺς ναούς, ἡ ἐφημερίδα τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου νὰ διανεμηθεῖ. Δὲν ἔκανε πίσω ἔστω κι ἂν πολλὲς φορὲς τῆς λέγαμε: “δὲν μποροῦμε, ἔχουμε δουλειές”. Αὐτὴ κινοῦσε γῆ καὶ οὐρανὸ καὶ εὕρισκε λύση καὶ ἡ διακονία γινόταν. Εἶχε ζῆλο ἀλλὰ μὲ ἐπίγνωση καὶ διάκριση, ἂν καὶ κάποιες φορὲς γινόταν φορτικὴ καὶ πιεστική. Ἡ δουλειὰ ἔπρεπε νὰ γίνει. Τὰ πρόσφορά της ταξίδεψαν στὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων καὶ σὲ πολλὲς Μητροπόλεις τῆς Ἑλλάδος. Τὰ προσκυνήματα τῆς ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου ἢ τοῦ “Ὀρθοδόξου Τύπου” συν­οδεύονταν πάντα μὲ πρόσφορα τῆς κας Εὐαγγελίας Κλέττα. Στὸν Πανάγιο Τάφο, στὴν Μονὴ Ἁγίας Αἰκατερίνης τοῦ Σινᾶ, στὸν Ἅγιο Γεώργιο στὴν Ραϊθὼ καὶ ἀλλοῦ ὁ παπα-Μᾶρκος λειτούργησε μὲ πρόσφορα τῆς κας Εὐαγγελίας. Ὅποια ἀνάγκη ὑπῆρχε σὲ κάποιο ἱερατικὸ κάλυμμα, κέντημα ἢ ἄλλο τι ἡ κα Εὐαγγελία ἔσπευδε νὰ ἀνταποκριθεῖ. Χωρὶς πολλὰ λόγια, χωρὶς νὰ ξέρουν οἱ ἄλλοι τίποτε. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πνευματικός της ποὺ ἀγάπησε καὶ τίμησε, ὁ παπα-Μᾶρκος, ἔλεγε: “ἡ κα Εὐαγγελία εἶναι τῆς ἀμέσου δράσεως”.

Ἡ ἄλλη της ἀγάπη ὁ “Ὀρθόδοξος Τύπος”. Τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ ὅσο ὁδηγοῦσε ἐκκλησιαζόταν στὸν Ἅγιο Νεκτάριο τοῦ ἱδρύματος τῆς Π.Ο.Ε. Χαιρόταν νὰ βλέπει τοὺς συνεργάτες τῆς ἐφημερίδας τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου, νὰ δίνει τὶς συμβουλές της γιὰ περισσότερο ἀγῶνα, νὰ παροτρύνει τοὺς διακονοῦντες, ἀλλὰ καὶ νὰ πρωτοστατεῖ στὴν διαφήμιση καὶ διανομὴ τῆς ἐφημερίδος. Μὲ τὸ μικρό της ἁμάξι ἔκανε διαδρομές, γιὰ νὰ βρίσκεται τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ ἡ ἐφημερίδα σὲ κοντινοὺς ἱεροὺς ναούς. Εἶχε ζῆλο καὶ ἦταν ἄφοβη. Πολλὲς φορὲς μετὰ τὴν Κυριακάτικη θεία Λειτουργία μοίραζε ἡ ἴδια τὴν ἐφημερίδα, παροτρύνοντας τοὺς πιστοὺς νὰ τὴν διαβάσουν.

Ἀγαποῦσε πολὺ τὴν πατρίδα της. Ἡ Ἑλλάδα καὶ ὁ πνευματικὸς καὶ οἰκονομικὸς μαρασμός της τὴν πονοῦσαν πολύ. Ἄλλωστε εἴπαμε ἦταν παιδὶ τῆς Κατοχῆς καὶ εἶχε ζήσει, ὅπως μᾶς ἔλεγε, τὰ παλληκάρια τοῦ ’40 νὰ φεύγουν μὲ χαρὰ καὶ λεβεντιὰ γιὰ τὸ μέτωπο. Θλιβόταν γιὰ τὴν κατάντια τῆς πατρίδος μας καὶ τῆς νεολαίας μας. Δὲν ἀπελπιζόταν ὅμως. Ἔκανε τὸν πόνο καὶ τὴν θλίψη της προσευχή. Μὲ καθαρὴ ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ της ἔκανε νηστεῖες καὶ ὧρες κομποσχοίνι τὰ βράδυα ἀκόμη καὶ ξαπλωμένη, ἀφοῦ ὑπέφερε ἀπὸ ἔντονους πόνους στὰ πόδια. Πονοῦσε γιὰ τὴ νεολαία μας. Τὴν ἔθλιβε ἡ διάχυτη σαρκικότητα, ἡ γύμνια στὸ ντύσιμο καὶ τὸ πῶς αὔριο αὐτὲς οἱ κοπέλλες καὶ αὐτοὶ οἱ νέοι θὰ γίνουν σωστοὶ πατεράδες καὶ μητέρες. Στάθηκε παράδειγμα στὰ νεώτερα πνευματικὰ τέκνα τοῦ παπα-Μάρκου. Ἔλεγε: “ἐφόσον εἶσαι κοντὰ στὸν Χριστό, στὸν πνευματικό, ἐξομολογεῖσαι, κοινωνᾶς, θὰ δώσει ὁ Θεός, ἔστω κι ἂν ἀργήσει. Δὲν θὰ σὲ ἀφήσει”.

Ἔκανε ἐπὶ χρόνια προσευχὴ γιὰ τὸν σύζυγό της, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν κοντὰ στὴν Ἐκκλησία μας. Χρόνια προσευχὴ καὶ διακονίες μὲ τὴν εὐχὴ καὶ καθοδήγηση τοῦ π. Μάρκου. Ὁ παπα-Μᾶρκος τῆς εἶχε προείπει ὅτι θὰ εἰσακουστεῖ ἡ προσευχή της. Τρεῖς ἡμέρες πρὶν τὴν κοίμηση τοῦ συζύγου της καὶ ὄντας βαρυὰ ἄρρωστος ἡ καλὴ ἀλλοίωση ἦλθε μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Συγχωρεθήκανε, ἀγκαλιαστήκανε καὶ τὴν εὐχαρίστησε γιὰ ὅλα, τὸν “θησαυρὸ τοῦ σπιτιοῦ του”, ὅπως εἶπε ὁ σύζυγός της. Συνεχῆ ἡ προσευχή της καὶ γιὰ τὸν μονάκριβο υἱό της. Ὁ παπα Μᾶρκος, χρόνια πρὶν τῆς εἶχε προείπει ὅτι καὶ γι’ αὐτὸν θὰ εἰσακουστοῦν οἱ προσευχές της. Καὶ ὄντως. Ὁ υἱός της ἀξιώθηκε νὰ καλονυμφευθεῖ καὶ νὰ ἀποχτήσει σύντομα καὶ γιό, τὸ ἐγγόνι τῆς Εὐαγγελίας Κλέττας, τὸ ὁποῖο χάρηκε.

Ἡ προσευχή της ὅμως δὲν περιοριζόταν στὴν οἰκογένειά της. Ἀγαποῦσε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ συμβουλεύει τὰ νεώτερα πνευματικά της ἀδέλφια. Τὰ ἀναλάμβανε στὴν προσευχή της καὶ τὰ ἐνίσχυε στὶς θλίψεις τοῦ βίου καὶ τὰ στερέωνε νὰ ἀποφεύγουν κοσμικότητες, ἡδονὲς καὶ εὔκολη ζωή. Τὸ βράδυ μετὰ τὶς διακονίες ἔπιανε, ὅπως εἴπαμε τὸ κομποσχοίνι. Μὲ αὐτὸ ἀπευθυνόταν στὸν Κύριο γιὰ ὅλες τὶς δυσκολίες καὶ τὰ πρόσωπα.

Δὲν ξέρω ἀλλὰ νομίζω πὼς μὲ τὴν κοίμηση τῆς Εὐαγγελίας Κλέττας καὶ τῶν εὐσεβῶν συγχρόνων της, ποὺ ἔζησαν Κατοχὴ καὶ δυσκολίες κλείνει μία ἐποχὴ καὶ αὐτὸ ποὺ φοβᾶμαι, εἶναι ὅτι “ἔσπασε τὸ καλούπι”, ποὺ ἔβγαλε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Ἄφησε ἰσχυρὸ στίγμα καὶ παράδειγμα. Μᾶς ἐλέγχει στὴν πορεία μας. Πιστεύω πὼς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ψηλά, δίπλα στὸν Κύριο καὶ στοὺς ἁγίους πνευματικούς της θὰ μᾶς συντροφεύει στὶς δύσκολες στιγμές. Δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει. Γιατί πόνεσε καὶ πονοῦσε: τὸν παραστρατημένο ἄνθρωπο, τὴν Πατρίδα μας, τὴν Ἐκκλησία μας.

Καλὴ ἀντάμωση στὴν χώρα τῶν Ζώντων ἀδελφή μας Εὐαγγελία Κλέττα.

Ἀ. Ἀ. Κ.

Previous Article

Ομοφυλοφιλία: Απελευθέρωση ή Δουλεία;

Next Article

Μηδενικὸς ὁ κίνδυνος μεταδόσεως εἰς χώρους λατρείας καὶ πολιτισμοῦ