Τὸ μικρὸν ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ ἐν ὄψει τῆς θείας Του Γεννήσεως

Share:

Tοῦ κ.  Γεωργίου Ἰωάννου Καραλῆ,

Πτυχιοῦχος ἰατρικῆς καὶ χειρουργικῆς- διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου Γένοβας – Πυρηνικὸς ἰατρός

Ὅπως πάντα, κάθε χρόνο, στὶς 25 Δεκεμβρίου ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν κατὰ σάρκα γέννηση τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ: “Τὴν ἀπαρχὴν τῶν ἐθνῶν ὁ οὐρανὸς σοι προσεκόμισε, τῷ κειμένῳ νηπίῳ ἐν φάτνῃ, δι’ ἀστέρος τοὺς μάγους καλέσας, οὕς καὶ κατέπληττεν οὐ σκῆπτρα καὶ θρόνοι, ἀλλ’ ἐσχάτη πτωχεία. Τί γὰρ εὐτελέστερον σπηλαίου; τί δὲ ταπεινότερον σπαργάνων; Ἐν οἷς διέλαμψεν ὁ τῆς θεότητός σου πλοῦ­τος. Κύριε, δόξα σοι”.

Ἂς θυμηθοῦμε τί ὁ μέγας στῦλος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, μᾶς λέγει, ὥστε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους καὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ:

Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ Δημιουργὸς λυπήθηκε βλέποντας τὴν εἰκόνα του νὰ πολεμεῖται καὶ νὰ στέλνεται στὸν θάνατο, κλίνοντας τοὺς οὐρανοὺς κατέβηκε χωρὶς ν’ ἀλλάξει τὸν τόπο, οὔτε νὰ μεταβεῖ σὲ ἄλλο μέρος, ἀφοῦ γεμίζει τὸ σύμπαν, ἢ μᾶλλον εἶναι ἄπειρος καὶ ἀχώρητος καὶ κρατᾶ τὰ πάντα στὸ χέρι του, σύμφωνα μὲ τὸν προφήτη ποὺ λέει: «Ποιὸς μέτρησε μὲ τὸ χέρι του τὸ νερὸ καὶ τὸν οὐρανὸ μὲ τὴ σπιθαμή του, καὶ ὅλη τὴ γῆ μὲ τὴν παλάμη του» Καὶ ὁ Δαβὶδ ἐπίσης λέγει: «Γιατί στὸ χέρι του βρίσκονται τὰ πέρατα τῆς γῆς», ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς διὰ τοῦ προφήτου, «Ὁ οὐρανὸς εἶναι θρόνος μου καὶ ἡ γῆ στήριγμα τῶν ποδιῶν μου». Ἑπομένως τὴν κάθοδό του πρέπει νὰ τὴν ἐννοήσουμε ὡς συγκατάβαση. Ἔκλινε λοιπὸν τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβηκε, καὶ ἀφοῦ ἐξέλεξε τὴν παρθενικὴ κοιλία μίας ἁγίας κόρης, ποὺ εἶχε ἀνατραφεῖ μὲ εὐσέβεια, στὴν ὁποία μὲ φωνὴ ἀγγελικὴ προανήγγειλε τὴν γέννηση, καὶ τῆς ἐξήγησε ἐκ τῶν προτέρων τὸν τρόπο τῆς συλλήψεως, διαλύοντας μὲ τὴν ἐξήγηση τὸν φόβο τῆς παρθενίας, ἐγκαθίσταται μέσα της καὶ κατασκευάζει ναὸ γιὰ τὸν ἑαυτό του, καὶ διαπλάθει τὴν ἄσπορο καὶ ἀκαλλιέργητη σκηνή. Ἐπειδὴ ἐκεῖνος ποὺ πρῶτος ὑποδουλώθηκε στὴν ἁμαρτία ἦταν χωρὶς πατέρα καὶ εἶχε μόνο μητέρα του τὴ γῆ, γιατί λέγει, «Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος πλάσθηκε ἀπὸ τὴν γῆ γήινος ὁ δεύτερος ἄνθρωπος δηλαδὴ ὁ Κύριος ἦρθε ἀπὸ τὸν οὐρανό». Γι’ αὐτὸ ὁ μονογενὴς Λόγος τοῦ Θεοῦ παίρνοντας μόνο ἀπὸ τὴν παρθένο τὴν ἀρχὴ τῆς διαπλάσεώς του καὶ δημιουργώντας μὲ τὸ τρόπο αὐτὸν τὸν ἀκαλλιέργητο ναὸ καὶ ἑνώνοντάς τον μὲ τὸν ἑαυτό του, γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο, χωρὶς νὰ καταστρέψει μὲ τὴν σύλληψή του τὴν παρθενικὴ ζώνη, τὴν ὁποία δὲν διέρρηξε μὲ τὴ γέννησή του, ἀλλὰ διαφυλάσσοντάς την ἀπείραχτη καὶ ἀνέγγιχτη1.

Ἐνῷ λοιπὸν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ὀρδοδόξου Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας παρέδωσαν ὡς διαχρονικὴ παρακαταθήκη, ὅλες τὶς ἀπαραίτητες –καὶ μόνες ὀρθές– λύσεις, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ ἄνθρωπος, κάθε ἐποχῆς καὶ κάθε φυλῆς, τὴν πεῖνα, τὴν ἀπομόνωση, τὴν ἀρρώστια, τοὺς πολέμους καὶ ἐν τέλει τὸν θάνατο, ἐξ ἀντιθέτου, ἡ σύγχρονη μεταμοντέρνα κοινωνία, κινεῖται σὲ μία πορεία ξέφρενης ἀποδόμησης τῶν πάντων, μὲ ἀποτέλεσμα, ὁ ἐξατομικευμένος ἄνθρωπος νὰ νοιώθει ἀπόλυτα ἀδύναμος, ρηχός, καὶ ἔχοντας τὴν διαρκῆ αἴσθηση μίας τραγικῆς καὶ ἀπέλπιδης ἀπόγνωσης. Αὐτοὶ δὲ ποὺ ἔχουν ὁδηγήσει τὴν κοινωνία σὲ αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδο, ἐπιτυγχάνουν ἔτσι τὸν κοινωνικὸ ἔλεγχο καὶ τὴν διαμόρφωσή της σὲ ἄβουλη καὶ ὑπάκουη πρὸς ὅλα, μᾶζα.

Μέσα στὴν συνολικὴ αὐτὴ κατάπτωση, βρίσκεται νὰ παραπαίει καὶ τὸ διοικοῦν τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο φαίνεται νὰ πιστεύει (κάτι ποὺ τὸ μαρτυροῦν οἱ ἴδιες του οἱ ἐπιλογὲς στὰ κρίσιμα ἐκκλησιαστικὰ ζητήματα), ὅτι ἡ σωτηρία δὲν ἐνεργεῖται πιὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, ἑνώνοντας ὑποστατικὰ τὴν θεότητα μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, διὰ τῆς ἁγίας ὑπακοῆς στὶς θεῖες καὶ ζωοποιὲς ἐντολές Του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀπροϋπόθετη “ὑπακοὴ” στὶς βουλὲς τοῦ ἑκάστοτε ἐκκλησιαστικοῦ “πρώτου”, ἄσχετα τὸ πόσο ἀπομακρυσμένες μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὲς ἀπὸ τὶς θεῖες ἐπιταγές, καὶ τὴν ὀφειλόμενη πρὸς αὐτὲς γνησία ὑπακοή! Ὁ “πρῶτος” κατήντησε λοιπὸν νὰ παραμερίζει –οὐσιαστικὰ νὰ καταργεῖ– ὄχι μόνο τὸν συνοδικὸ θεσμὸ καὶ τὴν αὐθεντικὴ ἁγιοπνευματικὴ λειτουργία του, ἀλλὰ ἕως καὶ αὐτὸν τὸν Χριστό, καταργώντας τὴν ὀφειλόμενη ὑποταγὴ πρὸς Αὐτόν, καὶ ἀντικαθιστώντας την μὲ τὴν, ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων, ὑπακοὴ πρὸς τὸ πρόσωπό του!

Καὶ ὅλο αὐτὸ γιατί ὡς “ἀλήθεια” γιὰ τὴν “θεολογία” τῶν πρωτειομανῶν περσοναλιστῶν νέων θεολόγων, δὲν εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἡ θεία του ὑπόσταση προσέλαβε τὴν ἀνθρωπίνη φύση, ἑνώνοντάς την μὲ τὴν θεία, ἀλλὰ ἕνας (ἀκατανόητος πατερικὰ) “προσωπικὸς τρόπος ὑπάρξεως”, ποὺ ἀπηχεῖ τὴ (ξεπερασμένη) ὑπαρξιστικὴ φιλοσοφία, βάσει δὲ τοῦ ὁποίου, εἶναι σὲ θέση νὰ ξεπεραστεῖ ἡ “ἀναγκαιότητα τῆς φύσεως” ποὺ ἀντιπροσωπεύει –δῆθεν– τὸν ἀτομοκεντρικὸ τρόπο ὑπάρξεως. Στόχος –κατὰ τὴν νέα θεολογία– δὲν εἶναι ἡ κάθαρση–φωτισμὸς–θέωση τοῦ ἀνθρώπου (αὐτὰ ἔχουν περιγραφεῖ, στὰ πολυάριθμα “θεολογικὰ” συνέδρια, ὡς ξεπερασμένος πλατωνισμός), ἀλλὰ νὰ βρεθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὡς “πρόσωπο” σὲ ἕνα “ἀδιάκοπο δίκτυο σχέσεων”, τὸ ὁποῖο τὸ ἀφήνουν νὰ παραμένει ἀπροσδιόριστο σὲ τί αὐτὸ συνίσταται, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον καὶ νὰ περιγραφεῖ.

Φτάνει μάλιστα ἡ πρωτειομανὴς θεολογικὴ κακοφωνία στὸ ἔσχατο σημεῖο νὰ δικαιώνει τὸν αἱρετικὸ Νεστόριο, ὑπερτονίζοντας τὰ δύο πρόσωπα στὸν Ἰησοῦ Χριστό(!) ἐκφραζόμενα ὑπὸ ἑνὸς φαινομενικοῦ προσώπου τῆς ἑνώσεως, μιλώντας πιὰ γιὰ προσωπικὴ ἕνωση καὶ ἐντοπίζοντας διαφορὰ μεταξὺ ὑποστάσεως καὶ προσώπου! Ἡ θεολογικὴ ἐλευθεριότητα φθάνει σὲ τέτοιο σημεῖο ἐκτροχιασμοῦ, ὥστε κάθε παλαιὰ αἵρεση νὰ ἀναζεῖ στὴν δύσμοιρη ἐποχή μας, καὶ μάλιστα, νὰ διαμορφώνονται νέες τερατώδεις θεολογικὲς χίμαιρες, ὅπου συνδυάζονται παλαιὲς αἱρέσεις ποὺ καθ’ αὐτὲς εἶναι παντελῶς ἀσύμβατες (πχ ὁ Νεστοριανισμὸς μὲ τὸν Μονοφυσιτισμό)…

Τὸ εὔλογο ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι: ἀφοῦ κανεὶς δὲν ἐκφράζει πλέον τὴν ἀλήθεια ἀνόθευτη (εἴτε ἀτομικά, πχ ἀκαδημαϊκὸς θεολόγος ἢ ἐπίσκοπος, εἴτε συλλογικά, πχ θεολογικὸ συνέδριο ἢ ἐπισκοπικὴ Σύνοδος), καθὼς οἱ Πατέρες μας τὴν παρέδωσαν, τότε γιατί ὁ “Χριστιανισμός” νὰ παραμένει διῃρημένος σὲ Ὀρθοδοξία καὶ αἵρεση; Καὶ μάλιστα γιὰ πιὰ “Ὀρθοδοξία” δικαιούμαστε πλέον νὰ ὁμιλοῦμε;

Φθάσαμε ἔτσι στὸ φαινόμενο, στὰ κυρίαρχα θεολογικὰ περιβάλλοντα νὰ χαρακτηρίζεται ἁπλῶς ὡς ἑτεροδοξία, ἀλλὰ ὄχι πιὰ ὡς αἵρεση ἡ κάθε μὴ–ὀρθόδοξη ὁμολογία, καὶ συνακόλουθα ἡ κάθε “ἐκκλησία” αὐτοῦ τοῦ δόγματος. Ἡ νέα αὐτὴ θεολογικὴ πραγματικότητα ἀποτελεῖ τὴν ἀδιαφιλονίκητη κυρίαρχη τάση, ὄχι μόνο στὰ πολυπληθῆ θεολογικὰ συνέδρια, ἀλλὰ –φεῦ– καὶ στὰ κείμενα τῶν ἐπίσημων συνοδικῶν ἀποφάσεων, μὲ πρώτιστη βεβαίως αὐτὴ τοῦ Κολυμπαρίου. Ἄλλωστε, ἡ μεταμοντέρνα μεταπατερικὴ –καὶ θὰ προσέθετα ὑβριστικὴ– “θεολογία”, δὲν ὑφίσταται ὥστε νὰ ἱκανοποιεῖ τὴν γνήσια ἐκκλησιαστικὴ ἀνάγκη τῆς ἐποχῆς μας, ἀντιμετωπίζοντας ὀρθόδοξα τὰ προβλήματά της, παρὰ μόνον ἔρχεται ὡς ὄχημα –καλύτερα ὡς πολιορκητικὸς κριός– τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ ὀρέξεων ἀνθρώπων ποὺ παρασιτικὰ βρισκόμενοι στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, προσπαθοῦν νὰ ἀναδειχθοῦν ὡς ἐπιφανῆ πρόσωπα τοῦ αἰῶνος τούτου, ἀρεστὰ στοὺς πολιτικὰ καὶ οἰκονομικὰ ἰσχυρούς, τῶν ὁποίων τὶς ἐντολὲς πειθήνια ἐκτελοῦν…

Εἶναι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ποὺ ἐπίμονα, ξανὰ καὶ ξανά, σὲ κάθε εὐκαιρία ποὺ τοὺς προσφέρεται, προπαγανδίζουν συνεχῶς τὴν πίστη τους σὲ μία “παγκόσμια κοινότητα προσώπων”, νέας κοπῆς δικαιωμάτων καὶ ἀξιῶν, πρὸς τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ πορευθεῖ συλλογικὰ ὁ Κόσμος, ἐν τέλει πρὸς ἕνα παγκοσμιοποιημένο μέλλον ἀμοιβαίας “ἀγάπης” καὶ γενικευμένου δικαιωματισμοῦ, ποὺ ὅσον ἀφορᾶ τὴν “ὀρθόδοξη” παρουσία σ’ αὐτό, θὰ διαρρυθμίζεται ἀπὸ τὴν διακυβέρνηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πρώτου… Βέβαια, ὁ ἁπλὸς ὀρθόδοξος πιστὸς ποὺ ζεῖ στὴν σημερινὴ μεταπατερικὴ περίοδο ἀνακαλύπτει ὅτι αὐτὸς ὁ κτιστὸς κόσμος ὄχι μόνον δὲν καλυτερεύει, ἀλλὰ παντοῦ ξεπετάγονται νέοι πόλεμοι, ἀρρώστιες, τρομοκρατία καὶ θάνατος. Παντοῦ ὀσμὴ θανάτου καὶ κίνηση πρὸς τὸ μὴ ὄν.

Πιὸ συγκεκριμένα, γιὰ νὰ ἀναφερθοῦμε στὴν περίπτωση τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ταγοί, μὲ αἰχμὴ τοὺς “Πρώτους” τῶν Πατριαρχείων καὶ τῶν Ἀρχιεπισκοπῶν, ἐμφανίζονται στὰ ΜΜΕ καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν λαὸ νὰ ἀκολουθεῖ πιστὰ τὶς ὁδηγίες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, ὡς νὰ εἶναι ἡ ἀνωτέρα συνείδηση τῶν πάντων, ἀκόμη καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ ἄλλα λόγια, κατὰ τὴν διοικοῦσα Ἐκκλησία, μόνο τότε ὁ χριστιανὸς ἐπιδεικνύει ὑπακοὴ καὶ ταπείνωση στὸν Θεό, ἐφόσον ἀκολουθεῖ τὸν Καίσαρα τῆς ἐποχῆς μας, Καίσαρα πολιτικό, οἰκονομικό, ἐπιστημονικὸ καὶ πνευματικό. Ὁ “Πρῶτος ἄνευ ἴσων” τῆς μεταπατερικῆς “ὀρθοδόξου” θεολογίας, ἀντικαθιστᾶ τὸν Θεάνθρωπο καὶ ὑπακούει τυφλὰ στὸν Καίσαρα τῆς εὐρωπαϊκῆς καὶ παγκόσμιας ὁλοκλήρωσης στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου θυσιάζεται ὁ Χριστὸς ἀλλὰ καὶ ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀξία.

Οἱ χριστιανοὶ μάρτυρες τῶν ἀποστολικῶν χρόνων μακαρίζονται ἐσαεί, διότι ἐν καιρῷ διωγμοῦ τῆς πίστεως ἀρνήθηκαν νὰ προσφέρουν θυμίαμα στὸν Καίσαρα, καθὼς δὲν φοβόντουσαν τὸν θάνατο, οὔτε βέβαια ἐπιθυμοῦσαν νὰ σώσουν τὴ φθαρτὴ ὕπαρξή τους καὶ τὴν κοινωνική τους θέση, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου, ἡ σημερινὴ διοικοῦ­σα ἐκκλησία παρέδωσε τὰ πάντα σὲ αὐτόν, προκειμένου νὰ ἔχει τοὺς ἀπαραίτητους οἰκονομικοὺς πόρους, καὶ νὰ μπορεῖ νὰ παρακάθεται στὰ ὑψηλὰ δεῖπνα, ποὺ μόνο ἀνώτεροι πολιτικοὶ καὶ ἐπιχειρηματίες εἶναι σὲ θέση νὰ καθίσουν.

Στὴν τράπεζα τοῦ Θεοῦ ὅμως, ὁ ὁποῖος καλεῖ τοὺς πάντες, ἄνευ πρωτοκαθεδριῶν, ἡ ποιμένουσα Ἐκκλησία ἔφθασε στὸ σημεῖο τὴν περίοδο ὅπου τὸ πολιτικὸ σύστημα προέβαλε ὡς “πανδημική”, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ covid–19, νὰ ἀπαγορεύσει τὴν προσέλευση σ’ αὐτὴν τὴν τράπεζα, καθὼς ὅπως ὑποστηρίχθηκε τότε, ὅποιος τολμοῦσε νὰ προσέλθει στὴν Τράπεζα Κυρίου, ἀποδείκνυε ὅτι εἶναι ἀντιχριστιανικὰ ἀπάνθρωπος, καὶ ὅτι δὲν ἀγαπάει τὸν συνάνθρωπό του!

Φωνὲς διαμαρτυρίας, ἀνάλογες μὲ ὅ,τι συνέβαινε σὲ παλαιότερες ἐποχές, ὅταν ἡ Ἐκκλησία ταλανιζόταν ἀπὸ τοὺς ἀνέμους τῆς αἱρέσεως καὶ τοῦ διωγμοῦ, δὲν ἀκούγονται παρὰ ἀπὸ ἐξαιρετικὰ λίγους, ὥστε θὰ πίστευε κανεὶς ὅτι μέσα σὲ λίγα χρόνια ὅλες οἱ ἀξίες τοῦ χριστιανισμοῦ ξέπεσαν σὲ τέτοιο σημεῖο, ὅπου ἔφθασε πιὰ ἡ στιγμὴ νὰ ἀλλοιωθεῖ παντελῶς, ὄχι μόνο τὸ σωτήριο κήρυγμα περὶ Ὀρθοδόξου πίστεως, ἀλλὰ ἕως καὶ αὐτὴ ἡ ἀνθρωπίνη φύση, αὐτὴ ἡ ἴδια ποὺ προσέλαβε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἐναθρώπησή Του καὶ τὴν ἔσωσε. Ἀπὸ ἐπισκοπικὰ χείλη, ὅσο καὶ ἀπὸ μία πλειάδα προβεβλημένων ἀπὸ τὸ σύστημα “θεολόγων”, κηρύττεται πιὰ ὅτι ἡ “ἐκκλησία” ὀφείλει νὰ συγχρονιστεῖ μὲ τὶς “προόδους” ποὺ ἡ συλλογικὴ Δύση ἔχει καταφέρει: τὴν κατάργηση τῶν φύλων καὶ τὴν ἀποδοχὴ “ἐναλλακτικῶν” –δῆθεν ἀπελευθερωμένων– ἀτομικῶν καὶ κοινωνικῶν συμπεριφορῶν ποὺ προωθοῦν τὸ ἀφύσικο καὶ παραφύσιν, παντὶ τρόπῳ. Ἡ “γνήσια” ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση –κατ’ αὐτούς– σημαίνει τὴν ἄνευ ὅρων ἀποδοχὴ τῶν ἀνωτέρω, ὥστε μόνο τότε ὁ πιστός –τῆς κατ’ οὐσίαν νέας αὐτῆς πίστης– νὰ ἔχει θέση στὴν ἐκκλησία τῶν πρωτειομανῶν, εἰδάλλως τοῦ δείχνουν τὴν πόρτα, ὀνομάζοντάς τον “ταλιμπάν”, “φονταμενταλιστή”, “ψεκασμένο” καὶ ὅσα μύρια ἡ προσωπολάγνα ψευδαγαπητική τους ὑποκρισία ἐφευρίσκει…

Μοιραῖα, σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ κλῖμα, ὁ ἄνθρωπος καὶ οἱ ἀνθρωποκεντρικὲς –δῆθεν ἐπιστημονικές– σπουδὲς τίθενται πιὰ στὸ κέντρο τῆς ζωῆς, τόσο πολὺ ποὺ νομίζει κανεὶς ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀποτραβήχτηκε, γιὰ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν πτωτικὸ ἄνθρωπο, ὥστε νὰ συνεχίσει ν’ ἁμαρτάνει. Σὲ αὐτὸ τὸ νέο τοπίο σημασιῶν καὶ ἐπαναπροσδιορισμῶν, δὲν προβλέπεται καμία πιθανότητα ἐλευθερίας πιά, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ὡς ἔννοια ἔχει ἀλλάξει ἀπὸ τὸ τί κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας σήμαινε, κι ἀντ’ αὐτοῦ, ἔχει μεταφερθεῖ στὴν νέα ὑπαρξιακὴ ἔννοια τοῦ “προσώπου”, ἰδιαίτερα δὲ στὸ πρόσωπο τοῦ Πρώτου, στὸν ὁποῖο τὰ ὑπόλοιπα πρόσωπα ἁπλῶς ὑπακούουν! Ἐὰν δὲν ὑπάρξει ἄμεση καὶ ὁλομέτωπη ἀντίδραση σὲ ὅλα αὐτά, ὅταν κάποια στιγμὴ θὰ ἀνοιχθοῦν τὰ μάτια, τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς ἀνθρωπότητος θὰ ζεῖ σὲ μία διαφορετικὴ πραγματικότητα ποὺ κανένας σήμερα ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς σχεδιαστές της, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ διαισθανθεῖ.

Ὑπάρχει βέβαια καὶ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ σωτηρία ἐπιτυγχάνεται ἁπλὰ καὶ μόνον διὰ τῆς συμμετοχῆς σὲ μία ἐκκλησία ποὺ ἔχει ἕνα ἀλάθητο Πρῶτο, καθὼς ἕως καὶ αὐτὴ ἡ Ἁγία Τριὰς εἶναι μία κοινωνία προσώπων, ὑπὸ ἑνὸς Πρώτου ποὺ –δῆθεν– εἶναι ὁ Θεὸς Πατήρ! Τούτη ἡ βλάσφημη –τόσο διαδεδομένη δυστυχῶς– θεώρηση, προκειμένου νὰ παράσχει θεολογικὴ θεμελίωση στὸ ἀντορθόδοξο καὶ αἱρετικὸ περσοναλιστικό–πρωτειομανὲς ἀφήγημα τῆς νέας θεολογίας, φθάνει ἔτσι ἕως καὶ στὴν κατάργηση τοῦ ἀπολύτου θεμελίου τῆς Ὀρθοδοξίας, αὐτοῦ τῆς ὁμοουσιότητος τῶν προσώπων τῆς Παναγίας Τριάδος, ὅπου τὸ ὁμόδοξον καὶ ὁμότιμον τῶν θείων Προσώπων, καταβιβάζεται στὸ ἐπίπεδο κατανόησης μίας ὑπαρξιστικῆς ἑτερότητας σχέσεων, ὅπου τὰ Πρόσωπα ἔχουν τὴν ἀνάγκη νὰ κενωθοῦν, ὥστε νὰ μὴ περικλεισθοῦν σὲ μία –δῆθεν– αὐτοαναφερόμενη καὶ ἐγωιστικὴ ἀγάπη! Ἰδοὺ οἱ Γιανναρικὲς καὶ Ζηζιούλιες βλασφημίες, ποὺ σήμερα ἡ πλειάδα τῶν μαθητῶν τους ἐπεκτείνουν διατρανώνοντας αὐτὲς ὡς γνησία ὀρθόδοξη “θεολογία”! Ἁπλὰ ἂς ὑπενθυμισθεῖ πρὸς αὐτούς, ὅτι μόνον τὰ τάγματα ποὺ ἀκολούθησαν τὸν Ἑωσφόρο στὴν πτώση του, ἀναγνωρίζουν ἕνα “Πρῶτο”, ποὺ ὡς σκοπὸ ἔχει τὴν κατάργηση κάθε τι τοῦ Θείου καὶ φυσικοῦ!

Καὶ μέσα σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ σκηνικὸ τοῦ σκότους καὶ τῆς ἀσάφειας, τὸ μικρὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο ἀγωνίζεται ἀφανῶς νὰ καταργήσει τὸ γνωμικό του θέλημα καὶ νὰ ἑνωθεῖ, ὄχι μὲ τοὺς “πρώτους” καὶ τὶς αἱρέσεις τους, ἀλλὰ μὲ αὐτὸν τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, Αὐτὸν ποὺ κανένας καίσαρας δὲν κάλεσε στὸ παλάτι του, γιὰ νὰ τοῦ προσφέρει τιμὲς καὶ ἀξιώματα. Ποὺ προσ­παθεῖ ἔχοντας ὡς πρότυπο τὴν ταπεινότητα τῆς πανάμωμης Θεοτόκου ποὺ γέννησε μὲ ἀνερμήνευτο τρόπο τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἀναφέρει ὁ Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος:

Τὴν Μαρία τὴν ὑπεράμωμη, τὴν ὑπέραγνα καὶ ἁγνὴ παρθένο, ὁδήγησε ὡς νύμφη. Καὶ τὴν λέγω αὐτὴν ὑπέραγνα καὶ ὑπεράμωμη σὲ σχέση μ’ ἐμᾶς καὶ τοὺς τότε ἀνθρώπους, συγκρίνοντας αὐτὴν μ’ ἐκείνους καὶ μ’ ἐμᾶς τοὺς δούλους της ὡς πρὸς τὸν νυμφίο της ὅμως καὶ τὸν Πατέρα ἐκείνου, εἶναι ἄνθρωπος βέβαια, ἁγία ὅμως καὶ ὑπεραγία, καθαρότατη καὶ ἄχραντη περισσότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν γενεῶν. Αὐτὴν λοιπὸν ὁδήγησε νύμφη κι ἔκαμε γάμους γιὰ τὸν Υἱό του. (ΕΠΕ τ. 19Β, σ. 173).

Συνέλαβε λοιπὸν ἡ Παρθένος κι ἐγέννησε παραδόξως ἀπὸ δύο φύσεις, τὴν θεότητα καὶ τὴν ἀνθρωπότητα, ἕνα Υἱό, τέλειο Θεὸ καὶ τέλειο ἄνθρωπο, τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, χωρὶς νὰ διαφθείρει τὴν παρθενία της καὶ χωρὶς νὰ χωρισθεῖ ὁ κόλπος ἀπὸ τὸν πατρικό. (ὅ.π.)

Ἔτσι λοιπόν, πιστεύοντας ὁλόψυχα καὶ μετανοώντας θερμά, συλλαμβάνουμε, ὅπως εἰπώθηκε, στὶς καρδιές μας τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ Παρθένος, μὲ τὸ νὰ διατηροῦμε δηλαδὴ τὶς ψυχές μας παρθένες καὶ ἁγνές. Κι ὅπως ἐκείνη, ἐπειδὴ ἦταν ὑπεράμωμη, δὲν τὴν ἔφλεξε τὸ πῦρ τῆς θεότητας, ἔτσι οὔτε ἐμᾶς μᾶς καταφλέγει, ὅταν διατηροῦμε ἁγνὲς καὶ καθαρὲς τὶς καρδιές, ἀλλὰ γίνεται δροσιὰ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ πηγὴ ὕδατος καὶ ἀθάνατης ζωῆς, ποὺ ρέει μέσα μας… (ὅ.π. σελ. 177)

Παντοῦ βλέπουμε πιὰ νὰ πάλλεται τὸ σκότος, ὁ πειρασμός, ὁ Πατέρας τοῦ Αἰῶνος τούτου, ὁ μοναδικὸς “πρῶτος” ποὺ ἀξιώνει τὴν ἀπόλυτη ὑπακοή, σὲ ὅ,τι ἀντίθεο καὶ στρεβλό. Προσπαθεῖ ν’ ἀγγίξει ἕως καὶ αὐτὸ τὸ μικρὸ ποίμνιο ποὺ ἀπέμεινε στὴν τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Ἐκκλησία καὶ νὰ τὸ ἐντάξει κι αὐτό, στὴν “κοινωνία προσώπων” ὑπὸ τοῦ πρώτου. Προσπαθεῖ νὰ τὸ τρομοκρατήσει καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσει στὴν αἵρεση.

Μικρὸ ποίμνιο τῆς ὀρθοδόξου Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας σὲ ὅποια γωνιὰ τοῦ πλανήτη καὶ νὰ ζεῖ­τε, μέσα στὴν φρίκη τῆς ἀρρώστιας, τῆς ἀπομόνωσης, τοῦ πολέμου, μόνοι καὶ περιθωριοποιημένοι ἀπὸ τὸν κόσμο, μὴ πτοεῖσθε. Ἐτέχθη ὁ Κύριος, ἕνωσε ὑποστατικὰ τὴ θεότητα μὲ τὴν ἀνθρωπότητα καὶ οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται. Ἐτέχθη ὁ Κύριος καὶ ἄλλαξε τὴ ζωή μας, γιατί μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ στὴν Ἄκτιστον Βασιλεία καὶ δόξα Του. Ἐτέχθη ὁ Κύριος καὶ μέσα στὸ σκότος τοῦ κόσμου τούτου, Ἄγγελοι μετὰ ποιμένων δοξολογοῦσι, Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι, δι’ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη παιδίον νέον ὁ πρὸ αἰώνων Θεός. Ἐτέχθη ὁ Κύριος, μὴ πτοεῖσθε, μείνετε στὴν Ἐκκλησία ποὺ ἔχει πρῶτον τὸν ἐναθρωπήσαντα Κύριον: “Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ ἤνοιξε, δεῦτε ἴδωμεν. Τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ εὕρομεν, δεῦτε λάβωμεν τὰ τοῦ Παραδείσου ἔνδον τοῦ σπηλαίου. Ἐκεῖ ἐφάνη ρίζα ἀπότιστος, βλαστάνουσαν ἄφεσιν. Ἐκεῖ εὑρέθη φρέαρ ἀνώρυκτον, οὗ πιεῖν Δαυΐδ πρὶν ἐπεθύμησεν. Ἐκεῖ παρθένος τεκοῦσα βρέφος, τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθύς, τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυΐδ. Διὰ τὰ τοῦτο καὶ πρὸς τοῦτο ἐπειχθῶμεν, οὗ ἐτέχθη παιδίον νέον ὁ πρὸ αἰώνων Θεός”.

Καλὰ Χριστούγεννα. Γιὰ τὸ νέο ἔτος κρατῆστε κλειστὰ τὰ μάτια, σφραγίστε τα, γιὰ νὰ μὴ σᾶς ἀγγίξουν τὰ σκοτάδια τῆς κολάσεως ποὺ ἔρχονται…

Σημείωσις:

1. Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, «Περί Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου», Ε.Π.Ε. 10, Σελ. 39.

Previous Article

Ούτε μια συγγνώμη

Next Article

Ὅταν οἱ μάγοι ἔφθασαν στά Ἱεροσόλυμα