Τὰ δάνεια τῶν Rothschilds, στὶς Κεντρικὲς Τράπεζες καὶ στὶς Κυβερνήσεις τῶν κρατῶν ἀνὰ τὸν κόσμο (μέρος 6ο – Ὁ παγκόσμιος ἔλεγχος τῶν κυβερνήσεων – Α΄ μέρος: Αὐστρία, Μεγάλη Ὕφεση, κατάρρευση Τραπεζικοῦ συστήματος)
Ἀπὸ τὴν Συνθήκη τῶν Σεβρῶν, στὴν Συνθήκη τῆς Λωζάννης (μέρος 78ο)
– Ἡ Συνθήκη τῶν Σεβρῶν (μέρος 29ο) – Ἄρθρο 23 (ιδ΄)
Μετὰ τὴν ἐπετειακὴ διακοπὴ τῆς προηγούμενης ἑβδομάδος, ἐπανερχόμαστε στὴ μελέτη τῶν ἱστορικῶν γεγονότων τῆς θλιβερῆς τριετίας, ἀπὸ τὸ 1920 μέχρι τὸ 1923, ποὺ μᾶς ὁδήγησαν στὴν ἀποκάλυψη στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὴν παγκόσμια δραστηριότητα τῆς οἰκογένειας Rothschild συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Πατρίδος μας.
Στὰ προηγούμενα κεφάλαια, μελετήσαμε τὸν μακροσκελῆ κατάλογο τῶν δανείων ποὺ ἔλαβαν (σχεδὸν) ὅλες οἱ κυβερνήσεις τοῦ πλανήτη ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Rothschild, τὰ τρία πρῶτα δάνεια τοῦ νεοσύστατου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους (ποὺ οὐσιαστικὰ ὑποθήκευσαν τὴν οἰκονομικὴ (καὶ ὄχι μόνο) ἀνεξαρτησία του) καθὼς καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ Rothschilds, ἀφενὸς κατέστρεψαν ὁριστικὰ τὸ σχέδιο τοῦ Καποδίστρια –ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε στὴν ἀπὸ τὸ μηδὲν ἀνασύσταση τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, μέσῳ τῆς δημιουργίας αὐτόνομης Ἑλληνικῆς Τράπεζας καὶ τῆς κοπῆς Ἐθνικοῦ νομίσματος– καί, ἀφετέρου, ἔστησαν τὸ Τραπεζικὸ σύστημα στὴν Πατρίδα μας μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ εἶναι πλήρως ἐλεγχόμενο ἀπὸ τοὺς Παγκόσμιους Ὀλιγάρχες, μέχρι σήμερα.
Εἴδαμε, ἐπίσης, πῶς οἱ Rothschilds ἔφτιαξαν τὴν ἀμύθητη περιουσία τους, ποὺ τοὺς ἐπέτρεπε νὰ μποροῦν νὰ ἐλέγχουν τὴν παγκόσμια οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη, στηριζόμενοι σὲ τρεῖς ἀλληλένδετους ἄξονες ἀνάπτυξης: α) Προσφέροντας δάνεια μὲ σκληροὺς ὅρους καὶ ἐξαγοράζοντας κυβερνήσεις καὶ ἀξιωματούχους σὲ ὅλες τὶς χῶρες τῆς ὑφηλίου, β) ἔχοντας πρωταγωνιστικὸ ρόλο σὲ σημαντικὲς πολιτικὲς ἀποφάσεις –θυμηθεῖτε τὶς περιπτώσεις τοῦ Βατερλὼ καὶ τῆς Διώρυγας τοῦ Σουέζ, ποὺ ἤδη μελετήσαμε λεπτομερῶς– καὶ γ) ἀποκτώντας τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν –σχεδὸν ἀποκλειστικὴ– ἐκμετάλλευση τῶν πολύτιμων μετάλλων –θυμηθεῖτε πῶς ἀπέκτησαν τὸν παγκόσμιο ἔλεγχο τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ὑδραργύρου– καὶ τῶν πρώτων ὑλῶν, ποὺ ἦσαν ἀπαραίτητες σὲ κάθε ἐποχή.
Σὲ προηγούμενο κεφάλαιο τῆς μελέτης μας, μὲ τίτλο «Τὸ δάνειο τῆς Πρωσσίας τοῦ 1818[1]», εἴχαμε συγκεντρώσει ἀλφαβητικὰ τὶς χῶρες, ὅπου δραστηριοποιήθηκε ἔντονα ἡ Οἰκογένεια. Τώρα, –βασιζόμενοι πάντοτε στὰ Ἀρχεῖα τῆς Οἰκογενείας– θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἐρευνήσουμε τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ὑπομονετικά, μεθοδευμένα καὶ σταθερά, οἱ Rothschilds ἔφτασαν νὰ ἐλέγχουν ὅλες τὶς κυβερνήσεις στὸν πλανήτη.
Μὲ τὸν τίτλο “Austrian loans business” («Ἐπιχειρήσεις Αὐστριακῶν δανείων»), στὰ Ἀρχεῖα σῴζονται δύο ἔγγραφα, ποὺ φυλάσσονται στὴν κατηγορία «Διάφορα ὁμόλογα καὶ γραπτά», ποὺ χρονολογοῦνται περίπου στὸ 1914[2].
Εἰδικότερα, διασῴζεται ἕνα Ὁμόλογο 200kr[3] τῆς Αὐστριακῆς κυβέρνησης 4½% ἀπὸ τὰ ἐξαγοράσιμα ὁμόλογα τοῦ 1914. Ἐπίσης, ἕνα Πιστοποιητικὸ μετοχῶν γιὰ 500 σελίνια, τῆς Αὐστριακῆς Creditanstalt Wiener Bankverein. Ποιὰ εἶναι αὐτή; Ἂς δοῦμε λίγο προσεκτικά.
Ἡ Creditanstalt[4] –κάποιες φορὲς συναντᾶται καὶ ὡς Credit-Anstalt, ἐνῷ ἡ συντομογραφία της εἶναι CA– ποὺ εἶχε πλῆρες ἀρχικὸ ὄνομα “k. κ. priv. Osterreichische Credit-Anstalt fur Handel und Gewerbe”, δηλαδὴ «Αὐστριακὸ Πιστωτικὸ Ἵδρυμα Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας μὲ αὐτοκρατορικὸ καὶ βασιλικὸ προνόμιο»), ἦταν μία μεγάλη Αὐστριακὴ τράπεζα, ποὺ ἱδρύθηκε τὸ 1855 στὴ Βιέννη.
Ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της μέχρι τὸ 1931, ἡ Creditanstalt διοικεῖτο ἀπὸ μέλη τῆς οἰκογένειας Rothschild, ποὺ τὴν ἵδρυσαν καὶ συγκαταλέγοντο πάντοτε μεταξὺ τῶν πιὸ σημαντικῶν μετόχων της.
Ἡ Creditanstalt ἱδρύθηκε τὸ 1855 ἀπὸ τὸν Salomon Mayer von Rothschild καὶ τὸν γιό του Anselm Salomon von Rothschild, μὲ τὴν ὑποστήριξη τοῦ Αὐστριακοῦ ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν Karl Ludwig von Bruck καὶ τὴν οἰκονομικὴ συμμετοχὴ ἰδιαίτερα προβεβλημένων προσωπικοτήτων τῆς Αὐστριακῆς καὶ τῆς Βοημικῆς ὑψηλῆς κοινωνίας[5]. Ὁ ἱδρυτὴς ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὴν Credit Mobilier τῶν ἀδελφῶν Pereire –ποὺ εἶχε ἕδρα τὸ Παρίσι καὶ ἱδρύθηκε τὸ 1852– μὲ σκοπὸ νὰ χρησιμοποιήσει τὴ νέα Τράπεζα σὰν μία ἀμυντικὴ κίνηση ἀπέναντι στὴν ἐπιθετικὴ ἐπέκταση τῶν Pereires στὴν Εὐρώπη, ποὺ ἀνταγωνίζοντο τοὺς ἀπὸ ἐτῶν ἑδραιωμένους Rothschilds. Ἡ αἴτηση, ποὺ ὑποβλήθηκε στὸ Αὐστριακὸ αὐτοκρατορικὸ ὑπουργεῖο, ἐγγυήθηκε τὴν ἀρχικὴ συνδρομὴ κεφαλαίου, μὲ τὸ 40% νὰ λαμβάνεται ἀπὸ τοὺς οἴκους Rothschild στὴ Βιέννη, στὴ Φρανκφούρτη καὶ στὸ Παρίσι, τὸ 50% ἀπὸ ἐξέχοντες ἀριστοκράτες (Max Egon zu Furstenberg[6], Johann Adolf II. zu Schwarzenberg[7], Vincenz Karl von Auersperg[8], Otto Ferdinand von Chotek[9], Louis Haber von Linsberg[10]), καὶ 10% ἀπὸ τὸν ἰδιωτικὸ Τραπεζικὸ Οἶκο τῆς Πράγας Leopold von Lamel[11],[12].
Ἡ Creditanstalt ἔγινε ἀμέσως ἡ κορυφαία τράπεζα στὴ μοναρχία τῶν Ἀψβούργων. Ἄνοιξε τὸ πρῶτο της ὑποκατάστημα στὴν Πράγα τὸ 1856. Μέχρι τὸ 1867, εἶχε ἐγκαταστήσει ὑποκαταστήματα στὴν Pest (Πέστη), στὸ Brno (Μπρνό), στὸ Brasov (Μπρασὸβ)[13], στὸ Lviv (Λβὶβ)[14] καὶ στὴν Trieste (Τεργέστη)[15],[16], ἐνῷ τὴν ἴδια χρονιὰ χρηματοδότησε μία Οὑγγρικὴ θυγατρική, τὴν General Hungarian Credit Bank (Οὑγγρικά: Magyar Altalanos Hitelbank, Γερμανικά: Ungarische Allgemeine Creditbank), στὴν ὁποία ἐν συνεχείᾳ συγχώνευσε τὸ προηγούμενο ὑποκατάστημά της στὴν Pest[17]. Τὸ 1869 συνίδρυσε τὴν Austro-Agyptische Bank στὸ Κάιρο, μαζὶ μὲ τὴν Ἀγγλοαυστριακὴ Τράπεζα[18]. Ὁ Albert Salomon Anselm von Rothschild, γιὸς τοῦ Anselm Salomon, ἀνέλαβε τὸν ἔλεγχο τῆς Creditanstalt τὸ 1872, καὶ τὸν διαδέχθηκε τὸ 1911 ὁ γιός του Louis Nathaniel de Rothschild[19].
Οἱ περιστάσεις γιὰ τὴν Creditanstalt ἐπηρεάστηκαν δραματικὰ ἀπὸ τὴν ἧττα τῆς Αὐστροουγγαρίας στὸν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τὴν ἐπακόλουθη διάλυσή της καὶ τὸν σχηματισμὸ τῆς Πρώτης Αὐστριακῆς Δημοκρατίας. Τὸ 1919, ἀναγκάστηκε νὰ πουλήσει τὶς δραστηριότητές της στὴν Τσεχο-σλοβακία, στὴν Bohmische Escompte-Bank μὲ ἕδρα τὴν Πράγα. Πώλησε ἐπίσης τὰ ὑποκαταστήματά της στὴ νεοσύστατη Πολωνία, στὴν Akcyjny Bank Hipoteczny we Lwowie[20] καὶ στὴν Bank Dyskontowy Warszawski σὲ μία συναλλαγὴ πώλησης ὅλων τῶν μετοχῶν, μετὰ τὴν ὁποία κατεῖχε τὸ ἕνα τρίτο τοῦ κεφαλαίου τῶν δύο τραπεζῶν[21].
Ἑδραιώνοντας τὴ διεθνῆ προοπτική της, ἡ Creditanstalt ἐπικεντρώθηκε στὴν Αὐστριακὴ ἀγορά. Τὸ 1926, ἀγόρασε τὶς Βιεννέζικες δραστηριότητες τῆς Ἀγγλοαυστριακῆς Τράπεζας, ἡ ὁποία εἶχε γίνει Βρετανικὴ μετὰ τὴν ἀνακεφαλαιοποίηση ἀπὸ τὴν Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας. Δεδομένου ὅτι ἡ συναλλαγὴ αὐτὴ διαρθρώθηκε ὡς ἀνταλλαγὴ μετοχῶν, ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας, μέσῳ τῆς Βρετανικῆς θυγατρικῆς της, τῆς Anglo-International Bank, ἔγινε σημαντικὸς μέτοχος τῆς Creditanstalt. Τὸ 1929, ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴ τῆς κατάρρευσης τῆς Wall Street καὶ ὑπὸ τὴν πίεση τῆς Αὐστριακῆς κυβέρνησης ὑπὸ τὸν Johann Schober, ἡ Creditanstalt ἀγόρασε τὴν ταλαιπωρημένη ἰσάξιά της (σὲ μέγεθος καὶ δραστηριότητα), Allgemeine Bodencreditanstalt, ποὺ εἶχε ἀρχίσει μία φθίνουσα πορεία, μετὰ ἀπὸ τὴν ἐξαγορὰ τῆς Unionbank τῆς Αὐστρίας, δύο χρόνια νωρίτερα[22].
Ἐπιβαρυμένη ἀπὸ τὴν προβληματικὴ κληρονομιὰ τῶν προσφάτων ἐξαγορῶν της, ἡ Creditanstalt δήλωσε στὶς 11 Μαΐου 1931 ὅτι δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ δημοσιεύσει τὶς οἰκονομικές της καταστάσεις γιὰ τὸ 1930, προκαλώντας ἀμέσως πανικό. Ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἀντιπροσώπευε τὸ 27% τοῦ συνόλου τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ Αὐστριακοῦ τραπεζικοῦ τομέα, ποσὸ ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ 16% τοῦ ΑΕΠ τῆς χώρας. Ἔτσι, δὲν ὑπῆρχε ἐπιλογὴ νὰ ἀπορροφηθεῖ ἀπὸ ἄλλες μεγαλύτερες Τράπεζες, ὅπως εἶχε γίνει μὲ τὴν Unionbank τὸ 1927 καὶ τὴ Bodencreditanstalt τὸ 1929[23]. Αὐτὴ ἦταν μία ἀπὸ τὶς πρῶτες μεγάλες καταρρεύσεις τραπεζῶν, ποὺ ξεκίνησε τὴ Μεγάλη Ὕφεση[24],[25],[26].
Ὁ καγκελλάριος Otto Ender ὀργάνωσε ἕνα σχέδιο διάσωσης, ποὺ περιελάμβανε ἐπιμερισμὸ τοῦ κόστους στὴν Αὐστριακὴ κυβέρνηση, στὴν Oesterreichische Nationalbank καὶ στὴν οἰκογένεια Rothschild, ἀπορρίπτοντας τὰ σχέδια ἐθνικοποίησης, ποὺ ὑποστήριζε τὸ Σοσιαλδημοκρατικὸ Κόμμα. Ἡ χρεωκοπία τῆς Creditanstalt καὶ ὁ ἀντίκτυπός της στὴν πρόκληση μίας μεγάλης παγκόσμιας τραπεζικῆς κρίσης παρεῖχαν μία μεγάλη εὐκαιρία προπαγάνδας στὸν Ἀδόλφο Χίτλερ καὶ στὸ Ναζιστικὸ Κόμμα, ἐπιτρέποντάς τους νὰ κατηγορήσουν περαιτέρω τοὺς Ἑβραίους γιὰ τὰ Γερμανικὰ καὶ διεθνῆ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ προβλήματα[27].
Τὸ 1934, ὁ καγκελλάριος Engelbert Dollfuss διέταξε τὴ συγχώνευση τῆς Creditanstalt μὲ τὴν Wiener Bankverein καὶ τὰ ὑγιῆ τμήματα τῆς Niederosterreichische Escompte-Gesellschaft, ὁπότε, κατὰ συνέπεια, ἡ τράπεζα ἔγινε de facto κρατική. Ἡ συγχωνευθεῖσα ὀντότητα πῆρε τὸ ὄνομα Osterreichische Creditanstalt – Wiener Bankverein.
Ἡ μεθόδευση τῶν ἐξελίξεων, ποὺ τελικὰ ὁδήγησε στὴν Μεγάλη Ὕφεση, στὴν ἄνοδο τοῦ Ναζισμοῦ καὶ στὴν ἐκκαθάριση τοῦ γένους τῶν Ἑβραίων, ἦταν ἡ Πρώτη Μεγάλη Ἐπανεκκίνηση, πρόδρομος τῆς σημερινῆς. Δὲν θὰ ἐπεκταθοῦμε ἀκόμα, ἀλλὰ κρατῆστε αὐτὲς τὶς ἐξελίξεις, γιατί σχετίζονται ἄμεσα μὲ γεγονότα, ποὺ θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια.
Ἡ μελέτη συνεχίζεται καὶ τὰ στοιχεῖα, ποὺ θὰ ἔρθουν στὸ φῶς, εἶναι συγκλονιστικά!
(συνεχίζεται τὴν ἐρχόμενη ἑβδομάδα, μὲ θέμα:
«Τὰ δάνεια τῶν Rothschilds, στὶς Κεντρικὲς Τράπεζες καὶ στὶς Κυβερνήσεις τῶν κρατῶν ἀνὰ τὸν κόσμο μέρος 7ο – Ὁ παγκόσμιος ἔλεγχος τῶν κυβερνήσεων (β΄ μέρος)»)
Μανώλης Β. Βολουδάκης
Σημειώσεις:
[1] Ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξος Τύπος», Ἔτος ΞΒ΄, Ἀριθμὸς Φύλλου 2423, 11 Νοεμβρίου 2022, σελ. 4. [2] 000/583. [3] Kr εἶναι ἡ συντομογραφία τοῦ νομίσματος τῆς κορώνας. [4] “Plugging the hole”, The Economist, 2010-11-25. [5] “Uberblick 1855–1914”, Bank Austria. [6] Ὁ Οἶκος τοῦ Furstenberg εἶναι τὸ ὄνομα ἑνὸς παλιοῦ καὶ σημαίνοντος οἴκου εὐγενῶν τῆς Σουηβίας στὴ Γερμανία, ποὺ ἑδρεύει στὴ σημερινὴ νότια Βάδη-Βυρτεμβέργη κοντὰ στὴν πηγὴ τοῦ ποταμοῦ Δούναβη. Πολλὰ μέλη τῆς οἰκογένειας ἔχουν ἀναδειχθεῖ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων ὡς στρατιωτικοί, ἐκκλησιαστικοὶ ἀξιωματοῦχοι, διπλωμάτες καὶ ἀκαδημαϊκοί. Μερικὲς φορὲς τὸ ὄνομα συναντᾶται καὶ στὰ Γαλλικὰ –ὡς de Furstenberg– ἢ καὶ στὰ Ἀγγλικά, ὡς Furstenberg. [7] Ὁ Johann Adolf II Πρίγκιπας τοῦ Schwarzenberg –γεννήθηκε στὶς 22 Μαΐου τοῦ 1799 στὴ Βιέννη καὶ πέθανε στὶς 15 Σεπτεμβρίου τοῦ 1888, στὸ Frauenberg τῆς Βοημίας– ἦταν Αὐστριακὸς διπλωμάτης καὶ μέλος τῆς οἰκογένειας εὐγενῶν Schwarzenberg. [8] Ὁ Vincenc Karel of Auersperg (στὰ Γερμανικὰ Vinzenz Karl Joseph Gabriel Heinrich von Auersperg) –γεννήθηκε στὶς 15 Ἰουλίου τοῦ 1812, στὸ Dornbach κοντὰ στὴ Βιέννη καὶ πέθανε στὶς 7 Ἰουλίου τοῦ 1867, στὸ Hietzing– ἦταν Τσέχος εὐγενὴς ἀπὸ τὴν οἰκογένεια Auersperg (νεώτερη γενιὰ πριγκίπων), μεγαλογαιοκτήμονας καὶ πολιτικός. [9] Ὁ Οἶκος τῶν Chotek ἦταν μία παλιὰ καὶ ἰσχυρὴ Τσέχικη οἰκογένεια εὐγενῶν στὸ Βασίλειο τῆς Βοημίας, τὰ μέλη τῆς ὁποίας κατέλαβαν πολλὲς σημαντικὲς θέσεις στὴν Ἁγία Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία καὶ ἀργότερα στὴν Αὐστροουγγρικὴ Αὐτοκρατορία. [10] Ὁ Ludwig (Louis) von Haber, ἀπὸ τὸ 1869 Freiherr von Linsberg –γεννήθηκε στὶς 15 Ἰουλίου τοῦ 1804, στὴν Καρλσρούη τῆς Βάδης, καὶ πέθανε στὶς 27 Ἰανουαρίου τοῦ 1892, στὴ Βιέννη– ἦταν σημαντικὸς Γερμανοαυστριακὸς τραπεζίτης, ἐπενδυτὴς καὶ βιομήχανος. [11] Ὁ Leopold Lamel, ἀπὸ τὸ 1811 Edler von Lamel, ἀπὸ τὸ 1856 Ritter von Lamel, (συναντᾶται ἐπίσης καὶ ὡς Lammel) –γεννημένος στὶς 18 Σεπτεμβρίου τοῦ 1790 στὴν Πράγα, Βοημία, καὶ πέθανε στὶς 19 Αὐγούστου τοῦ 1867 καὶ πάλι ἐκεῖ– ἦταν Αὐστριακὸς χονδρέμπορος, τραπεζίτης καὶ μέλος τοῦ κρατικοῦ κοινοβουλίου τῆς Βοημίας στὴν Πράγα καὶ στὴ Βιέννη. Θεωρεῖται ὁ σημαντικότερος τραπεζίτης τῆς Πράγας τῶν δεκαετιῶν 1850 καὶ 1860. [12] Susanne Wurm, “International financial relations of the Habsburg Empire”, Central European Economic and Social History, [tinyurl.com/5n8h7ssd], 7 Φεβρουαρίου 2017. [13] Τὸ Μπρασὸβ εἶναι πόλη στὴν Τρανσυλβανία τῆς Ρουμανίας καὶ ἕδρα τῆς κομητείας (δηλαδὴ διοικητικὸ κέντρο) τῆς κομητείας Μπρασόβ. [14] Τὸ Lviv εἶναι ἡ μεγαλύτερη πόλη στὴ δυτικὴ Οὐκρανία καὶ ἡ ἕκτη μεγαλύτερη στὴν Οὐκρανία, μὲ πληθυσμὸ 717.273 (ἐκτίμηση 2022). Εἶναι τὸ διοικητικὸ κέντρο τῆς Περιφέρειας Lviv καὶ τοῦ Lviv Raion, ἐνῷ θεωρεῖται ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια πολιτιστικὰ κέντρα τῆς Οὐκρανίας. Ὀνομάστηκε πρὸς τιμὴ τοῦ Λέοντα, τοῦ πρωτότοκου γιοῦ τοῦ Δανιήλ, βασιλιᾶ τῆς Ρουθηνίας. [15] Ἡ Τεργέστη εἶναι πόλη καὶ λιμάνι στὴ βορειοανατολικὴ Ἰταλία. Εἶναι ἡ πρωτεύουσα καὶ ἡ μεγαλύτερη πόλη τῆς αὐτόνομης περιοχῆς Friuli Venezia Giulia, μίας ἀπὸ τὶς δύο αὐτόνομες περιοχές, ποὺ δὲν ὑποδιαιροῦνται σὲ ἐπαρχίες. [16] “Uberblick 1855–1914”, ὅ.π. [17] Susanne Wurm, “Types of banks in the Habsburg Empire”, Central European Economic and Social History, [tinyurl.com/4w756vnu ], 6 Φεβρουαρίου 2017. [18] Susanne Wurm, “International financial relations of the Habsburg Empire”, ὅ.π. [19] “The Ctstal”, The Rothschild Archive. [20] Πιστωτικὸ ἵδρυμα, ποὺ δραστηριοποιήθηκε τὴν περίοδο 1867–1918 στὴ Γαλικία, στὴ Bukovina, στὴν Αὐστριακὴ Σιλεσία καὶ στὴ Μοραβία, ἐνῷ κατὰ τὴν περίοδο τοῦ μεσοπολέμου, στὴ Δημοκρατία τῆς Πολωνίας. [21] Janusz Kalinski, “Austrian banks in Poland up to 1948”, [ tinyurl.com/2s3ftfc4 ], Ἰανουάριος 2005/ Paul Zsolonay Verlag, “Bank Austria Creditanstalt: 150 Jahre osterreichische Bankengeschichte im Zentrum Europas”, σ.σ. 253–267. [22] Flora Macher, The Austrian Banking Crisis Of 1931: One Bad Apple Spoils The Whole Bunch, Economic History Department, London School of Economics and Political Science, 2018. [23] Flora Macher, ὅ.π., σ. 37. [24] Moessner, Richhild; Allen, William Α., “Banking crises and the international monetary system in the Great Depression and now”, Δεκέμβριος 2010 / BIS Working Papers, Bank for International Settlements (333), ISSN 1020-0959, Ἀνακτήθηκε στὶς 28 Ἰανουαρίου 2023. [25] “Potential for black swan ‘Credit Anstalt’ event,”, Variant Perception, 10 Μαΐου 2010. [26] Martin Wolf, “Panic has become all too rational”, Financial Times, Archived from the original on 2022-12-11, Ἀνακτήθηκε στὶς 28 Ἰανουαρίου 2023. [27] “Educate Yourself – the Collapse of Creditanstalt Bank in 1931, Ἀνακτήθηκε στὶς 28 Ἰανουαρίου 2023.




