Τὰ μέσα τῆς πνευματικῆς οἰκοδομῆς τῆς ἐνορίας

Share:

† Ἀρχιμανδρίτου π. Μάρκου Μανώλη

  Μὲ τὴν συμπλήρωσιν 13 ἐτῶν ἀπὸ τὴν κοίμησιν (16.4.2010) τοῦ πνευματικοῦ μας πατρὸς Μάρκου Μανώλη παραθέτομεν τὴν σπουδαίαν εἰσήγησίν του εἰς Συνέδριον τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἀττικῆς, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποιήθη τὴν 27ην Ἀπριλίου 1988, εἰς τὸ Πνευματικὸν Κέντρον Ἁγ. Δημητρίου Κηφισιᾶς, μὲ θέμα: «Τὰ μέσα τῆς πνευματικῆς οἰκοδομῆς τῆς ἐνορίας».

Μέσα  ἀπὸ τὸ κείμενον ἀποκαλύπτεται ἡ ἀρτία καὶ εἰς βάθος Θεολογικὴ γνῶσις τοῦ πατρὸς Μάρκου, ἡ θυσιαστική του διακονία διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ἡ φλογερή του ἀγάπη νὰ διαδοθῆ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔντονος παραδοσιακότης καὶ τὸ γνήσιον καὶ ἀνόθευτον ἐκκλησιαστικὸν φρόνημα. Βέβαια τὸ ὅτι ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ μακαριστοῦ π. Μάρκου δὲν ἦταν ἁπλὰ λόγια, ἀλλὰ ἐμπειρία καὶ πρᾶξις, ἀπεδείχθη, ὅταν ἐφηρμόσθησαν  εἰς τὴν ἐνορίαν τοῦ Ἁγ. Γεωργίου Διονύσου, ὅπου ἐπὶ τρεῖς σχεδὸν δεκαετίας διηκόνησε καὶ ἀνέδειξε τὸν Ἅγ. Γεώργιον πρότυπον ὀργανωμένης ἐνορίας μὲ πλουσίαν δρᾶσιν, ποὺ ἐζήλευαν ὄχι μόνονἐνορίαι ἀλλὰ καὶ Μητροπόλεις.

Ἡ εἰσήγησις

Εὐχαριστῶ θερμὰ τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἀττικῆς καὶ πατέρα μας Δωρόθεο γιὰ τὴν ἀνάθεση τῆς δευτέρας εἰσηγήσεως τοῦ Συνεδρίου μας, ποὺ εἶναι, ὡς γνωστόν, «Τὰ μέσα τῆς πνευματικῆς οἰκοδομῆς τῆς ἐνορίας».

Ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ συλλειτουργὸς π. Ἐμμανουὴλ Καλύβας ἀνέπτυξε στὴν ἀγάπη σας προηγουμένως ἐμπεριστατωμένα τὸ πρῶτο θέμα, ποὺ εἶναι «Οἱ σκοποὶ τῆς πνευματικῆς οἰκοδομῆς τῆς ἐνορίας».

Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε ἐπίσης νὰ συγχαρῶ τοὺς διοργανωτὲς καὶ τοῦ Συνεδρίου αὐτοῦ. Ἡ σύναξή μας στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνα εὐλογημένο γεγονός, ποὺ ἂν λειτουργήση σωστά, μπορεῖ νὰ ἀποβῆ πηγὴ πολλῶν ἀγαθῶν καὶ γιὰ μᾶς καὶ γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ποιμαίνουμε καὶ διακονοῦμε. Ἡ πνευματικὴ οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν τῆς Ἐνορίας ἐπὶ τοῦ θεμελίου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι πράγματι καθῆκον ἱερὸ ὅλων μας.

Μία μόνον ἐπιφύλαξη ὑπάρχει. Κατὰ πόσον ὁ ὁμιλῶν θὰ κατορθώση νὰ ἀναπτύξη τὸ θέμα του καθὼς πρέπει καὶ τοῦτο, γιατί ἀπευθύνομαι σὲ ἀγαπητοὺς ἀδελφοὺς καὶ συλλειτουργούς, μὲ θεωρητικὴ καὶ πρακτικὴ κατάρτιση καὶ ἐμπειρία. Γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, ἐπιτρέψτε μου νὰ ζητήσω προκαταβολικὰ τὴν συγγνώμη σας γιὰ τὶς ἐλλείψεις τῆς εἰσηγήσεως αὐτῆς καὶ γιατί ἀπετόλμησα νὰ εἰσηγηθῶ ἕνα θέμα, ποὺ καθημερινὰ ζεῖτε καὶ ποὺ τὸ γνωρίζετε σὲ βάθος καὶ πλάτος.

Κατὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ θέματος θὰ προσφέρω βασικὰ στὴν ἀγάπη σας κάποιες σκέψεις τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἰ. Φουντούλη, ποὺ ἀνέπτυξε σὲ ἕνα ἀνάλογο ἱερατικὸ συνέδριο καὶ ποὺ ἀποτέλεσε γιὰ τὸν ὁμιλοῦντα στὴν μικρὰ ποιμαντικὴ διακονία του «ὁδηγὸν» καὶ «γραμμὴν πλεύσεως».

Προοίμιον. Ποία ἡ πνευματικὴ οἰκοδομή

Ἡ ἐνορία ἦταν καὶ εἶναι, ὡς γνωστό, τὸ πιὸ μικρὸ κύτταρο τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴ δογματικὴ διατύπωση «οὗ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη΄ 20). Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ζωή, ἡ μόνη ζωή καὶ ἡ μόνη πηγὴ τῆς ζωῆς ἡμῶν.

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τὴν πνευματικὴ οἰκοδομὴ τῆς ἐνορίας ἂς θυμηθοῦμε τὴν γεωργικὴ εἰκόνα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Κύριος. Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ἄμπελος, οἱ πιστοὶ τὰ κλήματα, ὁ Θεὸς – Πατὴρ ὁ γεωργός, ὁ ὁποῖος κατὰ περίπτωση, αἴρει ἢ καθαίρει τὰ κλήματα. Τὰ κλήματα «φέρνουν καρπὸν πολὺν» ἂν μείνουν ὀργανικὰ ἑνωμένα μὲ τὴν ἄμπελο, τὸν Χριστό. Παραπλήσιες καὶ ἐξ ἴσου ἐκφραστικὲς εἶναι οἱ εἰκόνες τοῦ σώματος καὶ τῆς οἰκοδομῆς, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος.

Ἡ ὀργανικὴ κοινωνία τοῦ σώματος μὲ τὴν κεφαλὴ εἶναι σύμβολο ζωῆς καὶ προϋπόθεση ζωῆς. Ἐξ ἴσου παραστατικὴ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς οἰκοδομῆς, ποὺ μὲ θεμέλιο τὸν Χριστό, οἰκοδομουμένη «αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ».

Εἶναι ἀκόμη γνωστὸν ὅτι ἡ ὀνομασία «Ἐκκλησία» δὲν δηλώνει μόνον τὸν θεοσύστατο θεσμὸ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπὶ μέρους ναούς, τὶς ἱερὲς οἰκοδομές, γύρω ἀπὸ τοὺς ὁποίους στρέφεται ἡ πνευματικὴ ἐν Χριστῷ ζωή μιᾶς ἐνορίας.

Ἡ θεωρητικὴ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὁλόκληρη, τονίζει ὁ καθηγητὴς κ. Φουντούλης, ἐνσαρκώνεται στὸ ὁρατὸ καὶ ἁπτὸ οἰκοδόμημα, μέσα στὸ ὁποῖο τελετουργεῖται τὸ μυστήριο τῆς συνάξως καὶ τῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐκκλησίας.

Καὶ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κοζάνης σὲ προφορικὴ ὁμιλία του στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐτόνισε ὅτι «αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ λειτουργικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ σύναξη, ἡ ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ δοξολογία καὶ ἀνάμνησις τοῦ Θεοῦ».

Τὸ ὅλο πρόβλημα τῆς ἐνορίας εἶναι κατὰ βάσιν θεωρητικό. Ἡ πράξη καὶ ἐδῶ εἶναι ἐπίβαση τῆς θεωρίας.

Δὲν εἶναι σπάνιες οἱ περιπτώσεις, ποὺ ἡ ἐνορία παρουσιάζεται λίγο-πολὺ σὰν μία ἔννοια ταυτόσημη πρὸς τὴν κοινότητα ἢ τὸν δῆμο, ποὺ δρᾶ καὶ κινεῖται καὶ δραστηριοποιεῖται παράλληλα ἢ καμμιὰ φορά καὶ ἀντίρροπα πρὸς αὐτόν. Οἱ τρόποι σκέψεως καὶ οἱ μέθοδοι δράσεως δὲν διαφέρουν ἀπὸ τὰ ἀνάλογα παραδείγματα τοῦ κοσμικοῦ χώρου. Βρισκόμασθε δηλαδὴ μπροστὰ σ’ ἕνα φαινόμενο ἐκκοσμικεύσεως τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ θεσμοῦ.

Ἔτσι ἡ δραστηριότητά μας ἐξαντλεῖται στὴ μορφὴ καὶ στὸ κέλυφος. Πρότυπο ἐνοριακῆς δράσεως, λέγει πάλιν ὁ κ. Φουντούλης, καταντᾶ νὰ θεωρῆται ἡ οἰκοδομὴ ναῶν καὶ αἰθουσῶν, ἡ διοργάνωση πομποδῶν ἱεροτελεστιῶν, ἡ ἐξασφάλιση καλλιφώνων ψαλτῶν, ἡ ἐκφώνηση ρητορικῶν λόγων, ἡ χορήγηση βοηθημάτων στοὺς φτωχοὺς τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα καὶ ἡ προικοδότηση ἀπόρων κορασίδων.

Χωρὶς νὰ θέλουμε νὰ παραβλέψουμε τὴν ὠφελιμότητα ἀκόμη καὶ τὴν ἀναγκαιότητα ὅλων αὐτῶν τῶν ὑλικῶν ἢ ἐπιφανειακῶν στοιχείων, θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε ὅλα αὐτὰ ἔχουν τὸ νόημά τους μόνον σὰν τρόποι ἐκφάνσεως μίας ἔντονης πνευματικῆς ζωῆς, ποὺ σφύζει μέσα στοὺς κόλπους τῆς τοῦ Χριστοῦ κοινωνίας, τῆς ἐνορίας. Ἂν δηλαδὴ ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ εἶναι γεννήματα, καρποὶ ἢ φύλλα ἔστω τῆς ἀμπέλου τοῦ Χριστοῦ, προϊόντα τῶν χυμῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὄχι σπασμοδικὲς ἐνέργειες ἀνυπάρκτου ἢ ὑποτονικῆς θρησκευτικότητος, ποὺ γίνονται πρὸς τὸ «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις».

Ποῖα τὰ μέσα τῆς πνευματικῆς οἰκοδομῆς τῆς ἐνορίας

Τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ συνέπεια καὶ τὸ ἔργο τῆς Ἐνορίας, εἶναι ἔργο Πίστεως, ἔργο θεῖο, θεανθρώπινο καὶ στὴ φύση του καὶ στοὺς τρόπους τῆς ἀσκήσεώς του μέσα στὶς ψυχὲς τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Κατὰ θεία εὐδοκία «συνεργοὶ» στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου κλήθησαν ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γίνουν οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι.

Κατ’ ἄνθρωπον προσφέρεται τὸ κατὰ δύναμιν. «Τὸ Πνεῦμα δὲ τὸ Ἅγιον εἶναι ἐκεῖνον ποὺ ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας». Αὐτὸ διανέμει τὰ χαρίσματα, αὐτὸ κινεῖ τὴν βούληση καὶ τὴν ἐνέργεια «ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας», αὐτὸ διανοίγει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τοῦ λόγου τῆς σωτηρίας, αὐτὸ βλαστάνει, αὐξάνει καὶ καρποφορεῖ κατὰ τὴν προαίρεση τοῦ καθενὸς «ἐν τριάκοντα καὶ ἐν ἑξήκοντα καὶ ἐν ἑκατόν». Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ἂν τὴν κοινῶς ἀποδεκτὴ ἀλήθεια, τὸ ὅτι δηλ. ὁ θεσμὸς τῆς Ἐκκλησίας συγκροτεῖται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὴν ἐπεκτείνουμε ὄχι μόνον στὴν ἵδρυση ἢ τὴ συντήρηση τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ στὰ μέσα καὶ τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἀσκεῖται τὸ ἔργο αὐτὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία.

Οἱ τρόποι αὐτοὶ τῆς δραστηριότητος τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἐνορίας εἶναι προκαθορισμένοι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἀκριβῶς γιατί μὲ αὐτοὺς ἐργάζεται ἐδῶ καὶ αἰῶνες τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ μ’ αὐτοὺς κατεργάζεται τὴν σωτηρία τῶν πιστῶν.

Στὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μιλοῦμε γιὰ τὰ τρία ἀξιώματα τοῦ Χριστοῦ: Τὸ ἀρχιερατικό, τὸ προφητικό, τὸ βασιλικό.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος στοὺς αἰῶνες. Κατὰ τὶς τρεῖς λοιπὸν αὐτὲς ἰδιότητες τοῦ Χριστοῦ -καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ- τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀσκεῖται στὸν κόσμο γιὰ τὴν σωτηρία του.

Ἡ Ἐκκλησία διὰ τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης ἱερατεύει καὶ ἑνωμένη μὲ τὴν κεφαλή της, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ἀναφέρει διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν δόξα καὶ τὴν ὀφειλομένη τιμὴ στὸν Θεὸ καὶ Πατέρα. Δέχεται τὴν χάρη καὶ τὴν δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀνακαταπέμπεται ἀπὸ αὐτόν. Ἁγιάζεται καὶ ἁγιάζει τὸν κόσμον ὅλον, γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἁγίασε – προσέφερε θυσία- τὸν ἑαυτό του.

Οἱ θεοδίδακτοι τρόποι τῆς προσευχῆς καὶ οἱ θεόσδοτες τελετὲς τῶν μυστηρίων παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο στοὺς Ἀποστόλους καὶ διαμορφώθηκαν βαθμηδὸν διὰ τῶν Πατέρων σὲ ὡρισμένες τελετουργικὲς μορφές. Οἱ μορφὲς αὐτές, σύμβολα οὐρανίων πρωτοτύπων, κατὰ τὸν Διονύσιο Ἀρεοπαγίτη καὶ κατὰ τοὺς ἄλλους ἑρμηνευτὲς τῆς θείας λατρείας, εἶναι τὰ ὁρατὰ σημεῖα, ποὺ δὲν συμβολίζουν ἁπλῶς, ἀλλὰ ποὺ πραγματικὰ παρέχουν καὶ διοχετεύουν τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ στοὺς πιστούς.

Μὲ τὰ μυστήρια αὐτὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀναγεννῶνται· διὰ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, παίρνουν τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος – γίνονται «χριστοὶ Κυρίου» – μὲ τὸ μύρον, γίνονται σύσσωμοι καὶ σύναιμοι μὲ τὸν Χριστό, διὰ τῆς θείας Εὐχαριστίας, μετέχουν τοῦ χαρίσματος τῆς ἱερωσύνης του, διὰ τῆς χειροτονίας, λαμβάνουν ἄφεση ἁμαρτιῶν, διὰ τῆς ἐξομολογήσεως, κοινωνοῦν τοῦ γάμου διὰ τῆς εὐλογίας του, ἁγιάζονται διὰ μέσου τῶν ἁγιαστικῶν εὐχῶν, γιατρεύονται ψυχοσωματικὰ μὲ τὸ Ἅγιο Εὐχέλαιο, προπέμπονται στὴν ἄλλη ζωή μὲ τὶς ἐξόδιες εὐχές. Καὶ καθένας χωριστά, ἀλλὰ καὶ ὅλοι μαζὶ ἑνωμένοι μὲ τὸν σύνδεσμο τῆς ἀγάπης σὲ ἕνα σῶμα ἐν Χριστῷ διδάσκονται νὰ τολμοῦν νὰ καλοῦν τὸν Θεὸ «Πατέρα» καὶ νὰ ψάλλουν μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους τὴν τρισάγιο δοξολογία.

Καὶ σὰν προφήτης καὶ διδάσκαλος ζεῖ καὶ δρᾶ ὁ Χριστὸς χθές, σήμερα καὶ στοὺς αἰῶνες· διὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι μὸνον ἄφησε τὶς Ἅγιες Γραφὲς θεόπνευστη καὶ θεοσφράγιστη κληρονομιά, γιὰ νὰ τὶς διαβάζουμε καὶ νὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ αὐτὲς τὰ ζωογόνα ὕδατα τῆς διδασκαλίας καὶ τοῦ βίου Του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ στόμα τῶν συγχρόνων καὶ ὁμοιοπαθῶν μὲ τὸν λαὸ του διδασκάλων μεταφέρει ζωντανὸ καὶ σύγχρονο τὸ κήρυγμα τῆς σωτηρίας. Κι αὐτὸ διακλαδίζεται σὲ ποικίλες μορφὲς λόγου ἀληθείας, στὸ κήρυγμα, στὴν κατήχηση, στὴ διδασκαλία, στὸ ἔντυπο. Καὶ ἐνσαρκώνεται σὲ ποικίλα παραδείγματα τετελειωμένων Ἁγίων καὶ συγχρόνων ἀθλητῶν στὸ δρόμο καὶ στὰ παλαίσματα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Καὶ ὡς βασιλεὺς ἐνεργεῖ ὁ Κύριος ἀνάμεσά μας. Αὐτὸς κυβερνᾶ ἐν εἰρήνῃ τὴ ζωή μας, κατευθύνει τὰ πόδια μας στὸ δρόμο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν βούλησή μας στὸ νὰ κάνουμε «Τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» θέλημα τοῦ Θεοῦ. Διανέμοντας δὲ πάλι μὲ τὸ Ἅγιό Του Πνεῦμα τὰ χαρίσματα τῶν «κυβερνήσεων» κατὰ τὴν ὁρολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου («ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν») μὲ τοὺς παλαιοὺς καὶ τοὺς συγχρόνους ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας ποδηγετεῖ καὶ ὁδηγεῖ σὲ «νομὰς σωτηρίους» τὸ λογικὸ ποίμνιο.

Καὶ ἡ ἐνορία – κύτταρο καὶ μικρογραφία τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σῶμα Χριστοῦ καὶ κλῆμα Χριστοῦ, κατέχει ἐν τῷ μέτρῳ της καὶ ἀσκεῖ στὰ ὅριά της τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ τελειώσεως τῶν ἀνθρώπων. Τὸ ἀσκεῖ καὶ αὐτὴ μὲ τοὺς τρεῖς παραδοσιακοὺς τρόπους, ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὸ τριπλὸ ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ: τὴν λατρεία, τὴν διδασκαλία, τὴν διοίκηση. Εἶναι ἕνα τμῆμα τῆς ἀτιμήτου βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἕνα μόριο τοῦ ἀδιαιρέτου σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἕνα κλῆμα τῆς ἀμπέλου, ποὺ φύτεψε στὸν κόσμο ὁ Θεός, ἕνα κλαδὶ τοῦ ἀειθαλοῦς δένδρου τῆς ζωῆς, ποὺ φυτρώνει στὶς «διεξόδους τῶν ὑδάτων» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

* * *

Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλυθοῦν λεπτομερῶς οἱ τρόποι αὐτοί, οὔτε νὰ ἐξετασθοῦν διεξοδικὰ τὰ προβλήματα καὶ οἱ ἐπὶ μέρους κανόνες τῆς ἐνοριακῆς δράσεως.

Σεῖς, ἀγαπητοὶ συμπρεσβύτεροι, ὡς ἄνθρωποι τῆς πράξεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς στὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας τῶν τρόπων αὐτῶν, γνωρίζετε πολὺ καλὰ πόσο πολύπλοκα εἶναι τὰ προβλήματα, ποὺ ἀναφύονται στὴν καθημερινὴ πράξη στὴ θεία λατρεία, στὴν προσφορὰ τῆς διδασκαλίας καὶ στὴν πνευματικὴ διοίκηση τῆς Ἐνορίας καὶ στὴν καθοδήγηση τοῦ κάθε πιστοῦ.

Τοῦτο μόνον θὰ πρέπει νὰ διευκρινισθῆ:

Ἀναφέραμε προηγουμένως παραδοσιακοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἀσκεῖται στὴν ἐνορία τὸ ἔργο τῆς διακονίας, τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ.

Ἂς μὴ θεωρηθῆ ἡ παράδοση σὰν τροχοπέδη, σὰν ἐμπόδιο στὴ ζωή τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἐνορίας. Σὰν ἕνα εἶδος ἀπολιθώματος τοῦ παρελθόντος, ποὺ δὲν κάνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀποξηραίνη καὶ ἀκριβῶς νὰ ὁδηγῆ στὴν ἀπολίθωση καὶ τῆς σύγχρονης ἐνοριακῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀλήθεια ἡ παράδοση εἶναι πηγὴ ζωῆς καὶ συνενωτικὸς σύνδεσμος ὄχι μόνο μεταξὺ τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἐνοριῶν τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐκκλησίας ὅλης ἀπὸ τῆς ἀρχῆς της, ἀπὸ τῆς Πεντηκοστῆς μέχρι τῆς σημερινῆς «ἁγίας ἡμέρας καὶ ὥρας».

Ἡ παράδοση αὐτή, μὲ τὸν πλοῦτο τῶν μορφῶν της καὶ μὲ τὰ πρωτοπόρα διδάγματά της δίνει τὸ μέτρο καὶ ἀποδεικνύει τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους μένοντας πάντα στὴ θεοχάρακτη γραμμή της, μπορεῖ καὶ ἡ γενεά μας καὶ πρέπει νὰ δώση τὸ παρὸν στὸ προσκλητήριο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ συνεργασία μας στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τῶν ἀδελφῶν καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεως τοῦ κόσμου, χρησιμοποιώντας ὅλες τὶς σύγχρονες δυνατότητες καὶ τὰ πρόσφορα γιὰ τὴν ἐποχή μας μέσα.

* * *

Μερικὰ προβλήματα τῆς ἐνοριακῆς δράσεως καὶ ζωῆς, ποὺ θὰ μπορούσαμε ἐνδεχομένως νὰ συζητήσουμε καὶ σήμερα ἢ σὲ κάποια ἄλλη εὐκαιρία, εἶναι καὶ τὰ ἀκόλουθα:

-Πῶς θὰ διεγείρουμε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ λαοῦ γιὰ τὴ θεία λατρεία καὶ νὰ τὸν βοηθήσουμε νὰ μετάσχη ἐνεργότερα σ’ αὐτή, νὰ τὴν κατανοήση, νὰ τὴν ἀγαπήση, νὰ μυηθῆ σ’ αὐτὴ γιὰ νὰ προσεύχεται, νὰ δοξάζη καὶ νὰ προσκυνᾶ τὸν Θεό, «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ».

– Πῶς θὰ ἐνθαρρύνουμε καὶ θὰ καθοδηγήσουμε τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ μετέχη συχνότερα «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης» στὰ ἄχραντα μυστήρια, ποὺ κακὲς συνήθειες καὶ ἡ ψυχοφθόρα ἀμέλεια τὸν εἶχαν ἐπὶ αἰῶνες ἀπομακρύνει.

– Πῶς θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ ἀναρριπισθῆ ἡ εὐλάβεια τῶν χριστιανῶν πρὸς τὶς ἑορτὲς καὶ τοὺς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας.

– Πῶς θὰ ἦταν δυνατὸ ὡρισμένα μυστήρια, ὅπως τὸ βάπτισμα, ὁ γάμος, τὸ εὐχέλαιο κ.ἄ. νὰ ἐπανέλθουν βαθμηθὸν στὴν παραδοσιακὴ σύνδεσή τους μὲ τὴν θεία Λειτουργία.

– Πῶς νὰ τονισθῆ καὶ νὰ ἐξαπλωθῆ τὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου, οὕτως ὥστε νὰ ἀκούγεται συχνότερα καὶ ἂν εἶναι δυνατὸ σὲ κάθε σύναξη, καὶ πῶς νὰ εἶναι οἰκοδομητικότερο καὶ πῶς νὰ προσφέρεται μὲ πιὸ ἐπαγωγὸ τρόπο.

– Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ διοργανωθῆ καλλίτερα καὶ ἀποδοτικότερα ἡ κατήχηση στοὺς ναούς.

– Πῶς νὰ διοικηθοῦν πιὸ σωστὰ καὶ νὰ καθοδηγηθοῦν στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ πιὸ ἀποτελεσματικὰ οἱ πιστοὶ καὶ πῶς μέσα στὰ πλαίσια τῶν ἱερῶν κανόνων νὰ ἀσκεῖται ἡ πνευματικὴ διοικητικὴ ἐξουσία.

* * *

Τελειώνοντας θὰ ἤθελα νὰ ὑπομνήσω ἕνα χωρίο τοῦ ἀποστολικοῦ Πατρός, ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου ἀπὸ τὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή του. Ὁ Ἅγιος ἀναφέρεται στὴ σχέση πρεσβυτέρων καὶ Ἐπισκόπου· τὸν Ἐπίσκοπο παρομοιάζει μὲ κιθάρα, τοὺς πρεσβυτέρους, μὲ χορδές. Στὰ χέρια τοῦ νοητοῦ Ὀρφέως, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ κιθάρα αὐτὴ κινουμένη ἀπὸ τὴν αὔρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δίνει παναρμόνιους ἤχους καὶ συντονίζει τὴν δοξολογία, ποὺ ἀναφέρει ἡ Ἐκκλησία στὸν Θεὸ Πατέρα. Ἡ θεία αὐτὴ μουσικὴ ἐξημερώνει τὸν κόσμο, ἀνθρωποποιεῖ τὰ θηρία, θεώνει τοὺς ἀνθρώπους.

«Ὅθεν πρέπει ὑμῖν συντρέχειν τῇ τοῦ Ἐπισκόπου γνώμῃ, ὅπερ καὶ ποιεῖτε. Τὸ γὰρ ἀξιονόμαστον ὑμῶν πρεσβυτέριον, τοῦ Θεοῦ ἄξιον, οὕτως ἐνήρμοσται τῷ ἐπισκόπῳ ὡς χορδαὶ κιθάρᾳ. Διὰ τοῦτο ἐν ὁμονοίᾳ ὑμῶν καὶ συμφώνῳ ἀγάπῃ, Ἰησοῦς Χριστὸς ἄδεται.

Καὶ οἱ κατ’ ἄνδρα δὲ χορὸς γίνεσθε, ἵνα σύμφωνοι ὄντες ἐν ὁμονοίᾳ χρῶμα Θεοῦ λαβόντες ἐν ἑνότητι, ἄδετε ἐν φωνῇ μιᾷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τῷ Πατρί, ἵνα ὑμῶν καὶ ἀκούσῃ καὶ ἐπιγινώσκῃ, δι’ ὧν εὖ πράσσετε, μέλη ὄντας τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ. Χρήσιμον οὖν ἐστιν ὑμᾶς ἐν ἀμώμῳ ἑνότητι εἶναι, ἵνα καὶ Θεοῦ πάντοτε μετέχετε».

Καὶ ὁ ἱ. Χρυσόστομος ἀναφερόμενος στὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο καὶ τὴν στάση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἔναντι τῶν πιστῶν, χαρακτηρίζει τὴν συμμετοχὴ εἰς αὐτή, ὅλων τῶν πιστῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ὡς κατάσταση ἀγγελική, τονίζοντας ὅτι «οὐδείς ἦν ἐκεῖ διερρηγμένος, οὐκ ἄρσεν, οὐ θῆλυ», γιὰ νὰ καταλήξη: «τοιαύτας βούλομαι τὰς ἐκκλησίας καὶ νῦν».

Previous Article

Σεβάστειας Θεοδόσιος: αυτό που έκανε το Ισραήλ στο Αλ Ακσά θα μπορούσε να το κάνει και στο Ναό της Αναστάσεως!

Next Article

Ἀπό τῆς φάτνης τῆς Βηθλεέμ, ἔως τοῦ Γολγοθᾶ (καί τῶν πυλῶν τοῦ ἅδου)