Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Ζιμπάπουε Σεραφεὶμ Κυκκώτη*
16/7/2023
Ἡ Ἐκκλησία μας αὐτὴ τὴ Κυριακὴ τιμᾶ τὴν μνήμη τῶν ἁγίων 630 Θεοφόρων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ 451 στὴν Χαλκηδόνα τῆς Βιθυνίας.
Ὡς γνωστόν, Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶναι ἡ ὀνομασία τοῦ ἀνώτατου συνοδικοῦ ὀργάνου τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἐκφράζει μὲ σαφήνεια ὅλα τὰ θέματα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ζητήματα πίστεως καὶ κανονικῆς τάξεως, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὸ Αὐτοκέφαλο. Μὲ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο δόθηκε τὸ Αὐτοκέφαλο καὶ στὰ Παλαίφατα Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας, Ρώμης, Ἀντιοχείας, Ἱεροσολύμων, Κύπρου καὶ Κωνσταντινουπόλεως. Ὡς γνωστὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο πῆρε τὸ Αὐτοκέφαλό του τὸν 5ον αἰῶνα μ.Χ. μὲ ἀπόφαση τῶν Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ τιμοῦμε σήμερα. (Ἡ Δ΄ Χριστιανικὴ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνας στὰ 451 ἀπέδωσε ἴσα πρεσβεῖα στὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης μὲ τὸν Πάπα τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης).
Ὅταν μετὰ ἀπὸ περισσότερα ἀπὸ χίλια χρόνια, τὸ 1961 ἔγινε ἡ πρώτη Πανορθόδοξη Συνέλευση στὴ Ρόδο τὸ πρῶτο θέμα ποὺ ἀποφάσισαν νὰ ἐξετάσουν ἀπὸ κοινοῦ οἱ Τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μὲ πρόταση τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, ἦταν τὸ θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀνακηρύξεως αὐτοῦ. Τὴν ἀπόφαση αὐτὴ τὴν ἐπικύρωσε ἀργότερα τὸ 1971 καὶ τὸ 1976 ἡ Προσυνοδικὴ Προπαρασκευαστικὴ Διορθόδοξη Διάσκεψη γιὰ τὴν ἑτοιμασία τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Δυστυχῶς οἱ Προκαθήμενοι αὐθαίρετα,χωρὶς σεβασμὸ «τῆς γνώμης τῶν πλειόνων», ὅπως ὁρίζει μὲ σαφήνεια κανόνας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὴν τελευταία στιγμὴ στὴ Γενεύη, ἀποφάσισαν νὰ μὴ ἐξετάσουν τὸ θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου καὶ τοῦ τρόπου Ἀνακηρύξεώς του, ποὺ ἐν προσευχῇ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ ἀποφάσισαν ὡς πρῶτο Θέμα τῆς Μέλλουσας Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου ὁμόφωνα οἱ ἐκπρόσωποι ὅλων τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὴν Α΄ Πανορθόδοξο Διάσκεψη τῆς Ρόδου τὸ 1961 καὶ ποὺ ἀργότερα σεβόμενες ὅλες οἱ Τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τὴν ὁμόφωνη ἀπόφαση αὐτή, τόσο τὸ 1971, ὅσο καὶ τὸ 1976, στὴ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Διάσκεψη γιὰ τὴν ἑτοιμασία τῶν θεμάτων τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ἀποφάσισαν ἀπὸ κοινοῦ, τὴν ἐξέταση τοῦ θέματος αὐτοῦ. Γιὰ λόγους ἱστορικοὺς πρέπει νὰ τονίσω, ὅτι στὴ ἀντικανονικὴ ἀπόφαση τῶν Προκαθημένων τὴ τελευταία στιγμή, νὰ μὴ γίνει σεβαστὴ ἡ ἀπόφαση τῶν Πλειόνων, γιὰ νὰ ἐξετασθεῖ τὸ Θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου καὶ τοῦ τρόπου ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, ἀποκλείσθησαν Ἀρχιερεῖς ποὺ συμμετεῖχαν ἐκ μέρους τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν στὴ Διορθόδοξη Ἐπιτροπὴ γιὰ τὴν προετοιμασία τῶν θεμάτων τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ὅπως ἔγινε γιὰ παράδειγμα μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ποὺ ἀποκλείστηκε ὁ ἐπὶ σειρὰ ἐπίσημος ἐκπρόσωπός μας Σεβ. Μητροπολίτης Καλῆς Ἐλπίδος κ. Σέργιος καὶ οἱ συνοδοί του Σεβ. Μητροπολίτης Καμπάλας Ἱερώνυμος καὶ ὁ γνωστὸς Ἀκαδημαϊκὸς Καθηγητὴς Σύμβουλος τῆς Ἀντιπροσωπίας μας Πανοσιολ. Ἀρχιμ. π. Νικόλαος Ἰωαννίδης. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ μὲ ἄλλες ἀντιπροσωπίες ποὺ μποροῦσε νὰ ἐπέμβει αὐθαίρετα μὲ «διάφορους βυζαντινοὺς μηχανισμοὺς» τὸ Φανάρι, ὅπως δυστυχῶς συνεχίζει νὰ κάνει σήμερα ἐκεῖ ποὺ τοῦ ἐπιτρέπουν, διχάζοντας τὴν ἐσωτερικὴ ἑνότητα Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Τὴ μεγαλύτερη ζημιὰ ὅμως τὴν ὑφίσταται τὸ Φανάρι μὲ τὴ συνεχῆ ἀπομόνωσή του, ρισκάροντας τὸ ἴδιο τὴν συνεχῆ ἀπώλεια τῆς οἰκουμενικῆς του διακονίας. Δέκα ἐκ τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν συνεχίζουν νὰ ἐπιμένουν γιὰ λύση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Προβλήματος τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Οὐκρανίας μὲ τὴν ἄμεση Σύναξη τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ἀρχιερεῖς καὶ ἐκ τῶν τριῶν Ἐκκλησιῶν ποὺ μετὰ ἀπὸ πολιτικὴ πίεση δέχθησαν νὰ ἀναγνωρίσουν τὶς πρωτοβουλίες τοῦ Φαναρίου, χωρὶς νὰ γίνει σεβαστὴ ἡ ἀπόφαση τῶν προηγουμένων Διορθοδόξων ἀποφάσεων, ἐπιμένουν ἐπίσης στὴν ἀναγκαιότητα ἐργασιῶν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, γιὰ νὰ δώσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ κανονικὴ λύση, γιὰ νὰ εἰρηνεύσουμε παντοῦ μὲ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὁρατῆς ἑνότητας τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Ὅταν μία τοπικὴ Ἐκκλησία προσπαθεῖ ἀντικανονικὰ νὰ λειτουργήσει ὡς Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε δημιουργοῦνται προβλήματα στὴν ὁρατὴ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἔσωθεν δημιουργία σχισμάτων καὶ ἄλλων προβλημάτων ποὺ ὁδηγοῦν ἀκόμη καὶ σὲ ἐμπόλεμες καταστάσεις, ὅπως συμβαίνει σήμερα μὲ τὸ θέμα τῆς εἰσβολῆς τῆς Ρωσίας στὴν Οὐκρανία. Νὰ προσευχόμαστε λοιπὸν γιὰ Σύναξη Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, γιὰ νὰ συμβάλει μὲ τὶς προσευχὲς ὅλων μας ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ στὴν ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Οὐκρανίας καὶ ταυτόχρονα νὰ γίνει ἔκκληση γιὰ τὴν ἄμεση κατάπαυση τοῦ πυρὸς καὶ τῆς ἐπιλογῆς τοῦ εἰρηνικοῦ διαλόγου μὲ τὴν συμμετοχὴ ὅλων τῶν ἐμπολέμων χωρῶν νὰ ἐργασθοῦν ἀπὸ κοινοῦ γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου.
Προσωπικά, πιστεύω, ὅτι ὅπως τῆς εἰσβολῆς προηγήθηκε ὁ διχασμὸς τοπικῶν ἐκκλησιῶν καὶ τῶν ἡγετῶν τους, τὸ ἴδιο μὲ τὴν συμφιλίωση καὶ τὴν ὁρατὴ ἑνότητα αὐτῶν τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν (Φαναρίου καὶ Μόσχας), θὰ φθάσουμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν κατάπαυση τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ ἄμεσου εἰρηνικοῦ διαλόγου γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου.
Ἡ μεταξύ τους ρήξη (Φαναρίου καὶ Μόσχας) δημιούργησε καὶ δημιουργεῖ προβλήματα ἑνότητας σ’ ὅλες τὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καὶ μάλιστα σ’ αὐτὲς ποὺ στηρίζουν τὴ μία ἐξ αὐτῶν. Ὁ Χριστὸς πρέπει νὰ μᾶς ἑνώνει καὶ νὰ μᾶς ὁδηγεῖ νὰ ζοῦμε εἰρηνικά. Ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχουν διχασμοὶ καὶ πόλεμοι, ἀπουσιάζει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἢ μᾶλλον, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, θὰ ἦταν καλύτερα νὰ λέγαμε, ὅτι ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει διχασμὸς καὶ πόλεμος καὶ ἀκαταστασία καὶ ἀδικίες καὶ ἀνθρώπινες τραγῳδίες, οἱ ἄνθρωποι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ.
Ὅπως συμβαίνει σήμερα μὲ τὰ προβλήματα τῆς Κλιματικῆς ἀλλαγῆς, μὲ τὴ καταστροφὴ τοῦ Περιβάλλοντος, μὲ τὰ προβλήματα τῆς πτώχειας καὶ τῶν τοπικῶν συρράξεων, πρέπει νὰ τὰ δοῦμε ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀνταρσίας μας ἀπὸ τὸ Θεό, ἀπὸ τὴν ἀνυπακοή μας νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ ἅγιο Θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ προστατεύουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ τὴν ὅλη Δημιουργία του ὡς δῶρο Θεοῦ γιὰ ὅλες τὶς γενεές, καὶ μάλιστα γι’ αὐτὲς ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμη γεννηθεῖ. Τελικά, ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει τὸ κακό, εἶναι ἐκεῖ ποὺ δίνουμε προτεραιότητα στὸ δικό μας ἐγωϊστικὸ θέλημα, περιλαμβανομένων καὶ τῶν χριστιανῶν ποὺ δὲν κάνουμε αὐτὸ ποὺ προσευχόμαστε καθημερινά:”Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…..γενηθήτω τὸ Θέλημά σου,….».
Ἡ ὀνομασία της ὡς Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ὅπως εἶναι ἡ Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος, ἀναφέρεται στὴν οἰκουμενικὴ ἐκπροσώπηση τοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν ἐπισκόπων καὶ στὴν οἰκουμενικὴ ἀναφορὰ τῶν ἀποφάσεών της γιὰ κάθε τοπικὴ Ἐκκλησία.
Ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος τοῦ 451 ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τόσο γιὰ τὸ μεγάλο ἀριθμὸ τῶν ἐπισκόπων ποὺ συμμετεῖχαν σ’ αὐτήν, ὅσο καὶ γιὰ τὴ σημασία τῶν ἀποφάσεών της.
Οἱ 630 Θεοφόροι Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου κατεδίκασαν τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ ἀρχιμανδρίτου Εὐτυχίου καὶ διατύπωσαν τὸ Χριστολογικὸ δόγμα γιὰ τὴν ἕνωση τῆς θείας καὶ ἀνθρωπίνης φύσης στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ ἅγιοι 630 Θεοφόροι Πατέρες τόνισαν μὲ σαφήνεια ὅτι γνωρίζουν καὶ ὁμολογοῦν «ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Χριστὸν Υἱόν, Κύριον μονογενῆ, ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως καὶ ἀχωρίστως». Ἡ διαφύλαξη τῆς Ὀρθόδοξης Χριστολογίας προστάτευε κι ἐξασφάλιζε τὴν διαφύλαξη τῆς Ὀρθόδοξης Σωτηριολογίας. Οἱ Πατέρες, δηλαδή, τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ τὴν ἐν Χριστῷ θεολογία τους προστατεύουν τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Κατέστησαν, δηλαδή, οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οἱ ἀκριβεῖς φύλακες τῶν ἀποστολικῶν παραδόσεων.
Σύμφωνα μὲ τὴ σημερινὴ ὑμνολογίαν τῆς Ἐκκλησίας μας οἱ ἅγιοι 630 Θεοφόροι Πατέρες ποὺ συμμετεῖχαν στὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος κατέστησαν θεοφόροι ὁπλῖται τῆς παρατάξεως τοῦ Κυρίου, πολύφωτοι ἀστέρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου, τὰ πάνχρυσα στόματα τοῦ Λόγου, τὸ καύχημα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ἀγλάισμα τῆς Οἰκουμένης.
Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία μας ἔζησε καὶ ζεῖ μὲ τοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι δημιουργήθησαν κι ἔδρασαν στοὺς κόλπους της μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ ὡς Πατέρες καὶ διδασκάλους της τοὺς κληρικοὺς ἐκείνους ποὺ διακρίνονται διὰ τὰ δύο λειτουργήματά τους, τὸ λειτούργημα τοῦ ποιμένα, ποὺ ἀναγεννᾶ καὶ κατευθύνει πνευματικὰ τοὺς πιστούς, ποὺ συνδέει τοὺς πιστοὺς μὲ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν, τὸν Σωτῆρα μας, διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ κηρύττει τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ τελεῖ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ταυτόχρονα τὸ ἴδιον πρόσωπο τοῦ κληρικοῦ ἔχει καὶ τὸ λειτούργημα τοῦ διδασκάλου τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει δηλαδὴ τὸ εἰδικὸ χάρισμα καὶ τὸ εἰδικὸ προνόμιο καὶ τὴν εἰδικὴ εὐθύνη νὰ διδάσκει καὶ νὰ ἑρμηνεύει στοὺς πιστοὺς τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἐπίσης καὶ γιὰ ν’ ἀντιμετωπίζει κατ’ ἐξοχὴν τὰ μεγάλα θεολογικὰ καὶ ποιμαντικὰ προβλήματα καὶ τὶς ἰσχυρὲς θεολογικὲς κρίσεις στὴν Ἐκκλησία. Μεγάλος καὶ σημαντικὸς ἐπίσης εἶναι ὁ ρόλος τῶν λαϊκῶν Θεολόγων καὶ Κατηχητῶν στὸ χῶρο τῆς ἐνορίας καὶ τῆς Θεολογικῆς ἐκπαίδευσης σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ μας Προγράμματος.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως οἱ σημερινοὶ 630 τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας, εἶναι οἱ διαπρέψαντες ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἔγιναν φωστῆρες ἐν κόσμῳ, ποὺ τὰ θεοπαράδοτα συγγράμματα καὶ τὴν διδασκαλία τους καλοῦνται οἱ πιστοὶ νὰ φυλάσσουν καὶ νὰ υἱοθετοῦν στὴ ζωή τους.
Ἡ Ἐκκλησία δέχθηκε τὴν παρουσία τῶν Πατέρων στοὺς κόλπους της κι ἔζησε μὲ τὴ διδαχὴ καὶ τὸ φρόνημά τους, τὸ ὁποῖο θεώρησε πάντοτε γνήσιο καὶ Ὀρθόδοξο.
Στὴν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας οἱ Ἅγιοι Πατέρες κατέστησαν ἡ συνέχεια καὶ ἡ προέκταση τῶν Ἀποστόλων. Οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι παρέδωσαν τὴν προσωπική τους διακονία, ποὺ ἦταν τὸ ἔργον τῆς διαποίμανσης καὶ τῆς διδασκαλίας στοὺς Πατέρες. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ φώτιζε τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, φωτίζει καὶ τοῦ ἁγίους Πατέρες. Ἔτσι ἡ διδασκαλία τῶν ἁγίων Θεοφόρων Πατέρων ὀρθότατα ταυτίζεται μὲ τὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴ πίστη καὶ τὸ φρόνημά της, μὲ ὅ,τι δηλαδὴ ἔχει λάβει ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὸ διαφυλάσσει ἀναλλοίωτο, ἀμετάβλητο καὶ ἀνόθευτο, ὅπως διαφυλάσσει καὶ τὴν Ἁγία Γραφή.
Ἔτσι ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελοῦν τὴν ἑνιαίαν πορεία τῆς θεολογίας, τὴν ἔκφραση τῆς θείας ἀληθείας, ἡ ὁποία σῴζει τὸν ἄνθρωπον μέσα στὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας.
Ἔτσι ἡ διδασκαλία κι ἡ θεολογικὴ προσφορὰ τῶν ἁγίων Πατέρων ἀποτελεῖ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ὁποία ἀρχίζει μὲ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων.
Οἱ ἅγιοι θεοφόροι Πατέρες κατέστησαν στὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔζησαν κατ’ ἐξοχὴν κι ἐξέφρασαν θαυμαστὰ τὴ θεία πραγματικότητα. Ἡ σκέψη τους καὶ τὸ ἔργο τους ταυτίζεται μὲ τὴν ἀγωνιώδη καὶ λυτρωτικὴ πορεία τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας.
Οὔτε τοὺς Πατέρες κατανοοῦμε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, οὔτε τὴν Ἐκκλησία χωρὶς Πατέρες. Οἱ ἅγιοι θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας κατέστησαν οἱ ἄριστοι θεολόγοι ποὺ δέχθησαν περισσότερον ἀπὸ τοὺς σύγχρονούς τους τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ ἀπὸ νήψη καὶ προσευχή, ἐπίμονη ἄσκηση καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα φωτίζει καὶ τοὺς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ βλέπουν, νὰ ἔχουν θεία θεοπτία μόνον ἐκείνους ποὺ ἀγωνίζονται καὶ ἀγωνιοῦν γιὰ τὴ φανέρωση τῆς ἀληθείας χάριν τῆς σωτηρίας. Ἔτσι οἱ ἅγιοι Θεοφόροι Πατέρες ὡς σκεύη ἐκλογῆς καὶ δημιουργήματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχουν καταστεῖ οἱ ὁδηγοί μας διὰ τὴν σωτηρία μας καὶ τὴν λύση τῶν ὁποιωνδήποτε προβλημάτων μᾶς περιβάλλουν.
Ὅλοι οἱ πιστοὶ ὀφείλουμε νὰ τοὺς ἐμπιστευθοῦμε μὲ τὴ διαρκῆ μαθητεία μας κοντά τους. Κατὰ τὸν Ἅγιον Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ «διὰ πνεύματος ἁγίου ὁ τε Νόμος καὶ οἱ προφῆται, Εὐαγγελισταὶ καὶ Ἀπόστολοι καὶ ποιμένες ἐλάλησαν καὶ οἱ Διδάσκαλοι».
Ἔτσι μὲ τὸ ἔργον τους οἱ ἅγιοι Θεοφόροι Πατέρες, μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μπόρεσαν κι ἀντιμετώπισαν ἀποτελεσματικὰ καὶ νικηφόρα τὶς ἔντονες θεολογικὲς κρίσεις τῆς ἐποχῆς τους. Ἔτσι μὲ τὴ σπουδὴ τῶν Πατέρων μποροῦμε νὰ γευθοῦμε τὸ πνευματικὸ τους κλῖμα. Νὰ ἀκούσουμε τοὺς κτύπους τῆς καρδιᾶς τους. Νὰ ζήσουμε κάτι ἀπὸ τὶς θεῖες ἐμπειρίες, τὶς θεωρίες, τὶς λύπες, τὶς ἀπογοητεύσεις, τὶς πνευματικὲς ἐξάρσεις, τὶς ἁρπαγὲς ἀπὸ τὴν ἐγκοσμιότητα, τὶς θεῖες ἁρπαγὲς σὲ τρίτους οὐρανούς. Νὰ παρακολουθήσουμε τὴν ἀπόλυτη πιστότητά τους στὴν Ἱερὰ Παράδοση. Νὰ μάθουμε πόσο βαθιὰ ἐμπιστοσύνη εἶχαν στὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἔτσι ὁ πιστὸς μαθαίνοντας καὶ ζώντας τὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας δὲν δίνει ἁπλῶς τὴ δυνατότητα στὸν ἑαυτό του νὰ παρακολουθήσει τὴν πνευματικὴ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μὲ προσευχὴ καὶ ταπείνωση καὶ συνεχῆ προσπάθεια νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀναζητᾶ νὰ εἰσέλθει στὴ διαδικασία τῆς γεννήσεως τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας, νὰ γευθεῖ τὴ θεία ἐμπειρία τῶν Πατέρων. Ἔτσι ὁ πιστὸς μπορεῖ νὰ καταστεῖ ὁ σύγχρονος ἄξιος θεολόγος, ὁ ὁποῖος μαθαίνοντας μ’ ἕνα βιωματικὸ τρόπο τὴν ἱερὴ διδασκαλία τῆς γνήσιας ὀρθόδοξης θεολογίας μπορεῖ νὰ τὴν ἀσκήσει μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων του προβλημάτων.
Αὐτὸ ἄλλωστε εἶναι καὶ τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ Εὐαγγελικοῦ Λόγου ποὺ ἀκούσαμε σήμερα: «οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν τὰ καλὰ ἔργα ὑμῶν καὶ δοξάσωσιν τὸ Πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς»
Αὐτὸ ἔπραξεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴ ζωή Του καὶ τὸ ὅλο ἀπολυτρωτικόν Του ἔργον διὰ τὴν σωτηρία μας.
Αὐτὸ ἔπραξαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι «πορευθέντες πάντα τὰ ἔθνη» ἐβάπτισαν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διδάσκοντας αὐτοὺς ὅσα ὁ ἴδιος τοὺς ἐδίδαξεν. Αὐτὸ ἔπραξαν κι οἱ ἅγιοι Θεοφόροι 630 Πατέρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος. Αὐτὸ ἔπραξαν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτὸ καλοῦνται νὰ πράττουν οἱ σύγχρονοι Ἱεραπόστολοι τῆς Ἐκκλησίας μας.
(* Οἱ παραπάνω θέσεις γιὰ τὸ θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου εἶναι προσωπικές, τὶς θέσεις τοῦ Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας τὶς ἐκφράζει ὁ Ἀλεξανδρινὸς Προκαθήμενος κ.κ. Θεόδωρος Β΄ ἐν Συνόδῳ)




